ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης: 3295/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Τζαμικόσογλου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου, καθώς και από τη Γραμματέα Κρυσταλλία ΚΡΙΜΙΖΑ.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 12.01.2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: _______  _______   του _______  , κατοίκου _______  Αττικής, οδός _______  , που παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρο του, Δημητριού Νικολόπουλου, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Εταιρίας με την επωνυμία «_______   Ανώνυμη Ξενοδοχειακή — Τουριστική — Ναυτιλιακή- Κτηματική- Οικοδομική- Βιομηχανική – Ιχθυοπαραγωγική – Εμπορική Εταιρία», με το διακριτικό τίτλο «_______  », που εδρεύει στον _______  Κυκλάδων και διατηρεί γραφείο στον Πειραιά Αττικής, επί της οδού _______  , όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιοί, δικηγόρο της Χρήστο Οικονομάκη, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή, η από 02.06.2014 (γεν. αρ.  33258/03.06.2014, αρ. κατάθ. 3341/03.06.2014) αγωγή της, που είχε οριστεί για να συζητηθεί στις 04.11.2014 και μετά από αναβολή ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται ανωτέρω και ο, πληρεξούσιο, δικηγόρο, τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύεται οποτεδήποτε με καταγγελία, η οποία αποτελεί δικαίωμα τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζόμενο». Η καταγγελία συνιστά μονομερή δικαιοπραξία, αναιτιώδη, υπό την έννοια του ότι το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη η την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Σε περίπτωση που ο μισθωτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία ενός εργοδότη, στον οποίο μέχρι κάποια, δεδομένη χρονική στιγμή πρόσφερε την εργασία του, για να ενταχθεί στην υπηρεσία άλλου εργοδότη, στον οποίο στο εξής επιθυμεί να προσφέρει την εργασία του, πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ, μέρους του εργαζόμενου, η οποία ενδέχεται να είναι είτε ρητή ή είτε σιωπηρη. Οπότε δεν γεννάται δικαίωμα του τελευταίου να λάβει από τον εργοδότη την αποζημίωση, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις για την εκ μέρους εκείνου καταγγελία της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 2238/2013, 1264/2012, ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 349, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει με σαφήνεια ότι ο μισθωτός (εργαζόμενος) μπορεί να προβεί σε επίσχεση της εργασίας του, προκειμένου να εξασφαλίσει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη του, που είναι συναφής με την εργασία της οποίας γίνεται η επίσχεση, η οποία κατ’ εξοχή είναι η αξίωση για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει τη δική του παροχή, ήτοι να καταβάλει στον μισθωτό τις καθυστερούμενες αποδοχές. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν πρέπει να προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ, πράγμα που συμβαίνει, όταν η καθυστέρηση της πληρωμής των απαιτητών αποδοχών του δεν είναι αξιόλογη ή όταν αυτή (επίσχεση) τείνει σε ικανοποίηση αξιώσεων που υπόκεινται σε αμφισβήτηση ή χρήζουν εκκαθάρισης. Το αξιόλογο αυτό κρίνεται από το δικαστήριο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ιδίως ενόψει των οικονομικών και εν γένει συνθηκών του ασκούντος το δικαίωμα τούτο εργαζομένου. Εξάλλου, το πιο πάνω δικαίωμα (της επίσχεσης εργασίας) ασκείται και με εξώδικη δήλωση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, οπότε παύει να παρέχει την εργασία που οφείλει από τη σύμβαση έως ότου καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές και έχει ως συνέπεια, ότι, μολονότι ο μισθωτός παύει να παρέχει την εργασία, δεν καθίσταται αυτός υπερήμερος, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος είναι υποχρεωμένος, όσο διαρκεί η υπερημερία, να καταβάλει το μισθό στον εργαζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, που βέβαια δεν είναι «δεδουλευμένος», αφού δεν οφείλεται για πραγματική απασχόληση, οπωσδήποτε όμως είναι απαιτητός λόγω της υπερημερίας του εργοδότη (ΕφΠειρ. 769/2000, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 Ν 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, τον χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την. αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης προς επίτευξη των σκοπών της. Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση το, κρινόμενα από (χυτόν ως πλέον αποτελεσματικά για αυτήν κριτήρια (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό, κατά παράβαση διάταξης νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δηλ. κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στον μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής (ΕφΔωδ 30/2013 ό.π. με παραπομπή σε ΑΠ 355/2009 ΕλλΔνη 51.444). Μόνη η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δε συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΕφΔωδ 30/2013 αδημ. με παραπομπές από τη νομολογία σε ΑΠ 795/2007 ΕλλΔνη 49,1421, ΕφΠειρ 159/2011 ΠειρΝομ 2011/190, και από τη θεωρία σε Ι.Κατράς Αγωγές Αστικού Κώδικα και Ενστάσεις, έκδ. 2010, παρ. 85δ Α2 περ. 3, σελ. 650). Πάντως, η καθυστέρηση ή η άρνηση καταβολής των αποδοχών για να θεωρηθεί ότι συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας πρέπει να είναι αδικαιολόγητη και να προέρχεται από κακοτροπία, να είναι υπαίτια και να μην οφείλεται σε οικονομική δυσχέρεια ή άλλη περιουσιακή αδυναμία του εργοδότη (ΕφΠειρ. 769/2000, ΝΟΜΟΣ). Επίσης, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.2518/1997, ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας θεωρούνται λι ιδιωτικές επιχειρήσεις, ατομικές ή εταιρικές, οι οποίες παρέχουν σε τρίτους μία ή  περισσότερες από τις αναφερόμενες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επιτήρηση ή η φύλαξη κινητών και ακινήτων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων. Ως προσωπικό ασφαλείας νοείται το προσωπικό, στο οποίο ανατίθεται η άσκηση οποιασδήποτε από τις ως άνω δραστηριότητες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 4 του αυτού Νόμου, επιχειρήσεις, που ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες, απαιτείται να κατέχουν. ειδική προς τούτο άδεια λειτουργίας, η οποία εκδίδεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής και εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι αναφερόμενες προϋποθέσεις. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του ανωτέρω Νόμου, το προσωπικό ασφαλείας απαιτείται να κατέχει άδεια εργασίας, η οποία εκδίδεται από την Αστυνομική Διεύθυνση του νομού ή τη Διεύθυνση Ασφάλειας του τόπου κατοικίας του, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 αυτού, πλην εκείνης που αναφέρεται. Η άδεια εργασίας, όπως και η άδεια λειτουργίας των ως άνω επιχειρήσεων (άρθρ. 2 παρ. 3 του ίδιου Νόμου), είναι προσωπικές, ισχύουν για πέντε χρόνια και ανανεώνονται για ίσο χρονικό διάστημα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των αρχικών χορηγήσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας εργασίας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 1016/109/5-κε/14.11.1997 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Β” 1055/28.11.1997) καθορίσθηκαν τα δικαιολογητικά και η διαδικασία έκδοσης της άδειας λειτουργίας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και της εργασίας του προσωπικού αυτών. Για τη χορήγηση της τελευταίας άδειας (άρθρ. 3 παρ. 1 του Ν.2518/1997) ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει στο Τμήμα Ασφαλείας και όπου δεν υπάρχει στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του τα αναφερόμενα λεπτομερώς δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων, εκτός από την αίτηση, περιλαμβάνονται, φωτοτυπικό αντίγραφο του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή του διαβατηρίου, αντίγραφο του ποινικού μητρώου, που εκδόθηκε μέχρι τρεις μήνες πριν από την αίτηση, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 ότι δεν στερείται των αναφερομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 εδ. ε’ και θ’ του Ν.2518/1997 προϋποθέσεων, πιστοποιητικό της εισαγγελικής Αρχής ότι δεν έχει παραπεμφθεί σε δίκη, πρόσφατης εκδόσεως μέχρι τρεις μήνες πριν από την αίτηση και πιστοποιητικό ιατρού νευρολόγου – ψυχιάτρου ότι δεν πάσχει από οποιαδήποτε ψυχική νόσο και δεν είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Τα εν λόγω δικαιολογητικά μετά τον έλεγχό τους από τις δεχόμενες αυτά Υπηρεσίες υποβάλλονται στην προϊσταμένη τους Αστυνομική Διεύθυνση ή στη Διεύθυνση Ασφαλείας, κατά περίπτωση, ο δε Διευθυντής αυτών των Υπηρεσιών ελέγχει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Ν.2518/1997 και ακολούθως εκδίδει απόφαση για τη χορήγηση της ακουμένης άδειας ή την απόρριψη της αιτήσεως. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η άδεια εργασίας του προσωπικού ασφαλείας των ιδιωτικών επιχειρήσεων, που παρέχουν σε τρίτους και τις υπηρεσίες επιτηρήσεων ή φυλάξεως κινητών και ακινήτων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων διακρίνεται από την άδεια λειτουργίας των εν λόγω ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και η μία δεν καλύπτει, ούτε αναπληρώνει την άλλη. Η ανωτέρω άδεια εργασίας εντάσσεται στον προληπτικό έλεγχο του υπαλληλικού προσωπικού από τις αρμόδιες αστυνομικές Αρχές και ανάγεται στην εύρυθμη ανάθεση και εκτέλεση τέτοιων υπηρεσιών, που άπτονται των προστατευομένων συνταγματικά δικαιωμάτων της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης μετακινήσεως και δεν μπορούν να εκτελούνται κατ’ απόκλιση από τις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς τ διατάξεων του ως άνω Νόμου χωρίς την εποπτεία και τον έλεγχο των αρμοδίων κατά τόπο αστυνομικών Αρχών. Το προσωπικό ασφαλείας των ανωτέρω επιχειρήσεων υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των εν λόγω Αρχών και να παρέχει σε αυτές τη συνδρομή του, εφόσον του ζητηθεί, σε περίπτωση εκδηλώσεως εγκληματικής ενέργειας, ενόψει και του ότι η άσκηση των προβλεπομένων δραστηριοτήτων των ιδιωτικών αυτών επιχειρήσεων δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατικών Αρχών στους τομείς αυτούς (άρθρ. 1 παρ. 4 και 7 του Ν.2518/1997). Έτσι, η καταρτιζόμενη με τον εργοδότη, που διατηρεί τέτοια επιχείρηση, σύμβαση εργασίας, χωρίς ο μισθωτός, στον οποίον ανατίθεται η προαναφερόμενη δραστηριότητα του άρθρου 1 του Ν.2518/1997, να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη κατά το νόμο ως άνω άδεια εργασίας, είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., διότι αντίκειται στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη, ενώ από τις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν συνάγεται κάτι άλλο και συγκεκριμένα, ότι ο μισθωτός, ο οποίος κατέχει άδεια λειτουργίας ιδιωτικής επιχειρήσεως παροχής σε τρίτους υπηρεσιών ασφαλείας, δεν έχει υποχρέωση να εφοδιασθεί με άδεια εργασίας του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.2518/1997, όταν συνάπτει σύμβαση εργασίας με άλλο εργοδότη, που διατηρεί τέτοια επιχείρηση και ότι η σύμβασή του εργασίας, συνεπεία του γεγονότος της κατοχής απ’ αυτόν της εν λόγω άδειας λειτουργίας, είναι έγκυρη. Επιπλέον, δεν έχει καθιερωθεί κατά τρόπο γενικό, με διάταξη Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή νόμου κλπ, που να δεσμεύει όλους τους μισθωτούς, η πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, αλλά παρέχεται απλά η δυνατότητα στις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ, να εφαρμόσουν το σύστημα της εβδομάδας των πέντε εργάσιμων ημερών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νόμιμα πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύτηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθ. 11770/20-3-1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή, για την υπερεργασία γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερησία εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2­1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας,, αφού δεν χωρεί. συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντίθετα, ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερησία, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 1-1-1984 δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχόλησης του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα ανάπαυσης, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δε συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ιδίας εβδομάδας στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Από 1-4-2001, μετά το ν. 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίους θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Ακολούθως, στο ΦΕΚ 210/Α/19-08-05, δημοσιεύτηκε ο ν. 3385/2005-«Ρυθμίσεις για την προώθηση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και άλλες διατάξεις». Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, υιοθετήθηκε εκ νέου ο θεσμός της υπερεργασίας, που ίσχυε από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26-02-75 και εφαρμόστηκε έως και την έκδοση του ως άνω ν. 2874/2000. Ειδικότερα, με το άρ. 1 του ν. 3385/2005, αντικαταστάθηκε το άρ. 4 του Ν.2874/2000 και καθιερώθηκε για τις επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως 40 ώρες την εβδομάδα, η απασχόληση 5 ωρών επιπλέον εβδομαδιαίως, ως υπερεργασία, η πραγματοποίηση της οποίας ανήκει στην διακριτική ευχέρεια του εργοδότη. Σε όσες περιπτώσεις εφαρμόζεται εβδομαδιαίο σύστημα εργασίας 6 εργάσιμων ημερών, οι ώρες υπερεργασίας ανέρχονται σε 8 την εβδομάδα. Οι 5 ώρες υπερεργασίας επί πενθημέρου (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), καθώς και οι 8 ώρες υπερεργασίας επί εξαημέρου (από 41η έως 48η ώρα), αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δε συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις. Η απασχόληση πέρα των 45 ωρών την εβδομάδα (επί πενθημέρου) ή των 48 ωρών (επί εξαημέρου) θεωρείται -σύμφωνα με την παρ. 2 -ως υπερωριακή απασχόληση και διέπεται από όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Ως εκ τούτου, απαιτείται για την πέρα των 45 ή 48 ωρών (επί εξαημέρου) απασχόληση, έγκριση από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας ή έγκριση με Απόφαση του Υπουργού, μετά από γνωμοδότηση του ΑΣΕ, στην περίπτωση που εξαντλήθηκε. το ανώτατο όριο που δύναται να χορηγεί η Επιθεώρηση Εργασίας. Η καθιέρωση της υπερωριακής απασχόλησης για την εργασία πέραν των 45 ή 48 ωρών (επί εξαημέρου) βρίσκεται πάντα εντός των πλαισίων που καθορίζονται από τις ισχύουσες διατάξεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. Περαιτέρω και με την παρ. 3 του άρ. 1, οριοθετείται η αμοιβή που δικαιούνται οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακώς. Συγκεκριμένα, κάθε εργαζόμενος δικαιούται, για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση παρέχεται αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 75%. Εύλογα η εν λόγω αμοιβή καταβάλλεται και για τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, που πραγματοποιείται πέρα των ορίων υπερωριακής εργασίας που καθορίζονται με τις εξαμηνιαίες Αποφάσεις του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Με την παρ. 4 εισάγεται για πρώτη φορά στη νομοθεσία ο όρος της «κατ’ εξαίρεση υπερωρίας», σε αντικατάσταση του αδόκιμου νομικά όρου «μη νόμιμη υπερωρία». Κάθε ώρα κατ εξαίρεση υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται ο προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις εκ μέρους του εργοδότη (άδεια από την Επιθεώρηση ή αναγγελία στην Επιθεώρηση), καταβάλλεται στο μισθωτό αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%. Είναι προφανές, ότι η αλλαγή της ορολογίας επί το ορθότερο, δεν τροποποίησε σε τίποτα το περιεχόμενο των κυρώσεων που προβλέπονται από το νόμο για τη «μη νόμιμη υπερωρία». Οι κυρώσεις αυτές, εξακολουθούν να ισχύουν στο ακέραιο και για την «κατ’ εξαίρεση υπερωρία». Με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρ. 76 του ν. 3863/2010, οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3385/ 2005 αντικαταστάθηκαν ως εξής: «1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα).» «3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)». «5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)». Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945,0 πως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ.1 ν. 1346/1983,και στη συνέχεια από την παρ1 άρθρ.1 Ν.3302/2004,του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν.539/1945,όπως  συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του 4504/1966,του άρθρου 5 παρ.1 εδ. δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ.3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το αρ.7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5­2000 ΕΓΣΣΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003-Πράξη Κατάθεσης Υπ.Εργ. 19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργάσιμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999,εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δεκατεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ήμερων, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000′ ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαία μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών άδειας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος άδειας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής) (ΑΠ 193/2011, ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, Κατά τα οριζόμενα στην 19040/1981 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας, το Δώρο. Χριστουγέννων είναι ίσο με ένα μηνιαίο μισθό, για όσους αμείβονται με μισθό και 25 ημερομίσθια, για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο. Το δώρο εορτών Πάσχα είναι ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και με 15 ημερομίσθια, για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο. Τα δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα, εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκησε χωρίς διακοπή καθ’ όλη τη χρονική περίοδο που αναφέρονται. Συγκεκριμένα, για μεν το δώρο Πάσχα, από 1ης Ιανουάριου έως 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων, από 1 Μαΐου, έως 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 της ίδιας ως άνω απόφασης, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα υπολογίζονται βάσει των πράγματι καταβαλλομένων μισθών ή ημερομισθίων την 10 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, για το επίδομα Χριστουγέννων και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα για το επίδομα Πάσχα, ή την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως, νοείται δε ως καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού. Για όσους μισθωτούς, η σχέση εργασίας τους δε διήρκησε καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούνται να λάβουν τμήμα του δώρου εορτών, ανάλογα με τη’ διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης. Συγκεκριμένα, ως δώρο Χριστουγέννων, ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής τους σχέσης και για δώρο Πάσχα, ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή ένα ημερομίσθιο, για κάθς 8 ημέρες διάρκειας της εργασιακής τους σχέσης. (Ααναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική σελ.500-501, 505). Εξάλλου, το επίδομα άδειας, το οποίο προ βλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 3§16 του ν.δ. 4504/1966, καθορίζεται σε μισό μισθό για τους εργαζομένους που αμείβονται με μισθό και τα 13 ημερομίσθια, για όσους εργαζόμενους αμείβονται με ημερομίσθια. Από τα άρθρα 10 της Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ν.δ. 4547/1966 συνάγεται ότι για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας, να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 40/2002, ΕΕργΔ 2002, σελ. 1478, ΟλΑΠ 39/2002). Κάθε μισθωτός, του οποίου η σχέση εργασίας λύεται με οποιονδήποτε τρόπο (απόλυση, οικειοθελής αποχώρηση, λήξη χρόνου σύμβασης κλπ), αφού συμπληρώσει δέκα μήνες στην εργασία του, αλλά, προτού να λάβει την κανονική άδεια του ημερολογιακού έτους της λύσης της σχέσης εργασίας, δικαιούται να λάβει τις αποδοχές αδείας (καθώς και το επίδομα αδείας), που θα λάμβανε, αν κατά το χρονικό σημείο που λύεται η σχέση εργασίας, έπαιρνε την άδειά του (Λαναράς, Εργατική και Ασφαλιστική σελ. 313, όπου και παραπομπές σε ΑΠ 789/1997, ΕΑΕΔ 1997, σελ. 1060, ΕφΑΟ 7015/1994, ΕΕΔ 1996, σελ. 70). Επίσης, ο μισθωτός για την εργασία, που παρέχει χη νύχτα, δικαιούται σύμφωνα με την ΥΑ 18310/1946 πρόσθετη αμοιβή (προσαύξηση) 25%, η οποία υπολογίζεται με βάση το νόμιμο μισθό ή ημερομίσθιο και όχι τον καταβαλλόμενο (ΑΠ 1485/2007, Αρμ. 2008, σελ. 738). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν ή καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να κριθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ως άνω ορίων, που υφίσταται όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, σε συνάρτηση με αυτή του υπόχρεου (εφόσον όμως του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτή) ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οι οποίες κρίνονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 971/2004 ΕλλΔνη 2005, 421, ΑΠ 66/2004 ΕλλΔνη 2004,136, ΑΠ 938/2003 ΕλλΔνη 2003,1595). Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος του επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο χρόνο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατά αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Μόνο όταν η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, μπορεί η άσκηση του δικαιώματος, η οποία επιφέρει απλώς δυσμενείς συνέπειες, χωρίς να απαιτείται να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες (ΑΠ 265/2009 ΝΟΜΟΣ), να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του (ΟλΑΠ 8/2001 ο.π., ΑΠ 1236/2004 ΕΕΝ 2005, 116, ΑΠ 1332/2004 ΕλλΔνη 2005, 1427, ΑΠ 1142/2001 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΟ 3445/2004 ΕΕργΔ2005. 650, ΕφΘεσ 18712004 Αρμ 2004, 24).

Εξάλλου, πραγματικά περιστατικά που περιέχουν άρνηση του αγωγικού δικαιώματος και εμποδίζουν τη γέννηση του και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορεί να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ – βλ. σχετικώς ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995.1531, ΕφΘεσ 10/2006 ΝΟΜΟΣ, Εφθεσ. 1017/1998 ΝΟΜΟΣ). Για την πληρότητα της εν λόγω ένστασης και το παραδεκτό της, θα πρεπει κατα την πρώτη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από αυτόν του γεγονοτος ότι τα περιστατικά αυτά συνιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής με την οποία ασκείται το δικαίωμα αυτό και για την αιτία αυτή (ΑΠ 2102/2007 ΕλλΔνη 2009.425, ΑΠ 966/2004 ΑρχΝ 2004.496, ΑΠ 1129/2002 ΕλλΔνη 2004.424, ΑΠ 1351/2001 ΕΕΝ 2003.15, ΕφΑΘ 1518/2001 ΑρχΝ 2003.233, ΕφΘεσ 2245/2000 Αρμ 2003.784). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του, όπως παραδεκτά διορθώθηκε με τις προτάσεις και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ότι, στις 30.04.2012 στον Πειραιά, προσλήφθηκε από την εναγομένη, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως συνοδός ασφαλείας – σωματοφύλακας του κατονομαζόμενου στην αγωγή Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου αυτής, με τα ειδικότερα καθήκοντα που αναφέρονται στην αγωγή, με ωράριο που αρχικά συμφωνήθηκε σε 16 ώρες την ημέρα, ήτοι απο 08.00 πμ εως 24.00 μμ, τρεις φορές την εβδομάδα, μέρα παρά μέρα, δηλαδή για 15 ημέρες μηνιαίως, αντί μηνιαίου μισθού 1.500 ευρώ και, παρόλο που η εναγομένη κατά την πρόσληψή του, δεν ανήγγειλε την εργασιακή τους σχέση στον ΟΑΕΔ και το ΙΚΑ, γεγονός που έπραξε μόλις στις 03.12.2012 που υπεγράφη μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αναγραφόμενες στη σύμβαση μηνιαίες αποδοχές 638,34 ευρώ και από 02.05.2013, 439,56 ευρώ, ωστόσο ο ίδιος, από την ανωτέρω ημεροχρονολογία προφορικής πρόσληψής του εργάστηκε στην εναγομένη με την παραπάνω ειδικότητά του, απασχολούμενος όμως κατ’ απαίτηση του εργοδότη του 24 ώρες την ημέρα, για κάθε μέρα απασχόλησής του, με ωράριο 08.00 πμ ως 8.00 πμ της επομένης, λαμβάνοντας το μηνιαίο μισθό των 1.500 ευρώ, με τη συμφωνία ότι θα αμείβεται με το επιπλέον ποσό των 50 ευρώ για τις παραπάνω. 8 ώρες εργασίας του, ποσό που ωστόσο ουδέποτε του κατέβαλλε η εργοδότριά του, παρά τις επίμονες οχλήσεις του, ενώ επιπλέον κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης ουδέποτε του κατέβαλλε τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας καθώς επίσης και την αμοιβή του για την εργασία του κατά τις νυχτερινές ώρες, ώσπου στις 27.03.2014, κατόπιν προφορικής συνομιλίας που είχε με τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, απευθυνόμενος στο λογιστήριο αυτής, γνωστοποίησε την πρόθεσή του, αν δεν τακτοποιηθούν οι οικονομικές οφειλές της απέναντι του, έως τις 31.03.2014, θα αποχωρήσει από την εργασία του, η δε εναγομένη, κατόπιν τούτων, στις 28.03.2014 του επέδωσε έγγραφη εξώδικη δήλωση με την οποία ισχυριζόταν ότι παραιτήθηκε από την εργασία του, με δική του υπαιτιότητα, κατά τα ειδικά αναφερόμενα σε αυτήν και ουδέποτε του κατέβαλλε τις αποδοχές αδείας 2014. Με αυτό το ιστορικό ο ενάγων ζητά, να αναγνωριστεί ότι η εργασιακή σχέση που τον συνέδεε με την εναγομένη έχει λυθεί κατόπιν της εκ μέρους της τελευταίας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 40.601,52 ευρώ, στο οποίο συμποσούνται οι αξιώσεις του που αναφέρονται στο ιστορικό, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο . και αυτά τα αιτήματα η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, που είναι καθ

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.