fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης: 3295/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Τζαμικόσογλου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου, καθώς και από τη Γραμματέα Κρυσταλλία ΚΡΙΜΙΖΑ.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 12.01.2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: _______  _______   του _______  , κατοίκου _______  Αττικής, οδός _______  , που παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρο του, Δημητριού Νικολόπουλου, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Εταιρίας με την επωνυμία «_______   Ανώνυμη Ξενοδοχειακή — Τουριστική — Ναυτιλιακή- Κτηματική- Οικοδομική- Βιομηχανική – Ιχθυοπαραγωγική – Εμπορική Εταιρία», με το διακριτικό τίτλο «_______  », που εδρεύει στον _______  Κυκλάδων και διατηρεί γραφείο στον Πειραιά Αττικής, επί της οδού _______  , όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιοί, δικηγόρο της Χρήστο Οικονομάκη, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή, η από 02.06.2014 (γεν. αρ.  33258/03.06.2014, αρ. κατάθ. 3341/03.06.2014) αγωγή της, που είχε οριστεί για να συζητηθεί στις 04.11.2014 και μετά από αναβολή ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται ανωτέρω και ο, πληρεξούσιο, δικηγόρο, τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύεται οποτεδήποτε με καταγγελία, η οποία αποτελεί δικαίωμα τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζόμενο». Η καταγγελία συνιστά μονομερή δικαιοπραξία, αναιτιώδη, υπό την έννοια του ότι το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη η την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Σε περίπτωση που ο μισθωτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία ενός εργοδότη, στον οποίο μέχρι κάποια, δεδομένη χρονική στιγμή πρόσφερε την εργασία του, για να ενταχθεί στην υπηρεσία άλλου εργοδότη, στον οποίο στο εξής επιθυμεί να προσφέρει την εργασία του, πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ, μέρους του εργαζόμενου, η οποία ενδέχεται να είναι είτε ρητή ή είτε σιωπηρη. Οπότε δεν γεννάται δικαίωμα του τελευταίου να λάβει από τον εργοδότη την αποζημίωση, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις για την εκ μέρους εκείνου καταγγελία της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 2238/2013, 1264/2012, ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 349, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει με σαφήνεια ότι ο μισθωτός (εργαζόμενος) μπορεί να προβεί σε επίσχεση της εργασίας του, προκειμένου να εξασφαλίσει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη του, που είναι συναφής με την εργασία της οποίας γίνεται η επίσχεση, η οποία κατ’ εξοχή είναι η αξίωση για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει τη δική του παροχή, ήτοι να καταβάλει στον μισθωτό τις καθυστερούμενες αποδοχές. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν πρέπει να προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ, πράγμα που συμβαίνει, όταν η καθυστέρηση της πληρωμής των απαιτητών αποδοχών του δεν είναι αξιόλογη ή όταν αυτή (επίσχεση) τείνει σε ικανοποίηση αξιώσεων που υπόκεινται σε αμφισβήτηση ή χρήζουν εκκαθάρισης. Το αξιόλογο αυτό κρίνεται από το δικαστήριο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ιδίως ενόψει των οικονομικών και εν γένει συνθηκών του ασκούντος το δικαίωμα τούτο εργαζομένου. Εξάλλου, το πιο πάνω δικαίωμα (της επίσχεσης εργασίας) ασκείται και με εξώδικη δήλωση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, οπότε παύει να παρέχει την εργασία που οφείλει από τη σύμβαση έως ότου καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές και έχει ως συνέπεια, ότι, μολονότι ο μισθωτός παύει να παρέχει την εργασία, δεν καθίσταται αυτός υπερήμερος, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος είναι υποχρεωμένος, όσο διαρκεί η υπερημερία, να καταβάλει το μισθό στον εργαζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, που βέβαια δεν είναι «δεδουλευμένος», αφού δεν οφείλεται για πραγματική απασχόληση, οπωσδήποτε όμως είναι απαιτητός λόγω της υπερημερίας του εργοδότη (ΕφΠειρ. 769/2000, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 Ν 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, τον χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την. αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης προς επίτευξη των σκοπών της. Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση το, κρινόμενα από (χυτόν ως πλέον αποτελεσματικά για αυτήν κριτήρια (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό, κατά παράβαση διάταξης νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δηλ. κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στον μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής (ΕφΔωδ 30/2013 ό.π. με παραπομπή σε ΑΠ 355/2009 ΕλλΔνη 51.444). Μόνη η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δε συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΕφΔωδ 30/2013 αδημ. με παραπομπές από τη νομολογία σε ΑΠ 795/2007 ΕλλΔνη 49,1421, ΕφΠειρ 159/2011 ΠειρΝομ 2011/190, και από τη θεωρία σε Ι.Κατράς Αγωγές Αστικού Κώδικα και Ενστάσεις, έκδ. 2010, παρ. 85δ Α2 περ. 3, σελ. 650). Πάντως, η καθυστέρηση ή η άρνηση καταβολής των αποδοχών για να θεωρηθεί ότι συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας πρέπει να είναι αδικαιολόγητη και να προέρχεται από κακοτροπία, να είναι υπαίτια και να μην οφείλεται σε οικονομική δυσχέρεια ή άλλη περιουσιακή αδυναμία του εργοδότη (ΕφΠειρ. 769/2000, ΝΟΜΟΣ). Επίσης, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.2518/1997, ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας θεωρούνται λι ιδιωτικές επιχειρήσεις, ατομικές ή εταιρικές, οι οποίες παρέχουν σε τρίτους μία ή  περισσότερες από τις αναφερόμενες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επιτήρηση ή η φύλαξη κινητών και ακινήτων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων. Ως προσωπικό ασφαλείας νοείται το προσωπικό, στο οποίο ανατίθεται η άσκηση οποιασδήποτε από τις ως άνω δραστηριότητες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 4 του αυτού Νόμου, επιχειρήσεις, που ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες, απαιτείται να κατέχουν. ειδική προς τούτο άδεια λειτουργίας, η οποία εκδίδεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής και εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι αναφερόμενες προϋποθέσεις. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του ανωτέρω Νόμου, το προσωπικό ασφαλείας απαιτείται να κατέχει άδεια εργασίας, η οποία εκδίδεται από την Αστυνομική Διεύθυνση του νομού ή τη Διεύθυνση Ασφάλειας του τόπου κατοικίας του, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 αυτού, πλην εκείνης που αναφέρεται. Η άδεια εργασίας, όπως και η άδεια λειτουργίας των ως άνω επιχειρήσεων (άρθρ. 2 παρ. 3 του ίδιου Νόμου), είναι προσωπικές, ισχύουν για πέντε χρόνια και ανανεώνονται για ίσο χρονικό διάστημα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των αρχικών χορηγήσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας εργασίας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 1016/109/5-κε/14.11.1997 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Β” 1055/28.11.1997) καθορίσθηκαν τα δικαιολογητικά και η διαδικασία έκδοσης της άδειας λειτουργίας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και της εργασίας του προσωπικού αυτών. Για τη χορήγηση της τελευταίας άδειας (άρθρ. 3 παρ. 1 του Ν.2518/1997) ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει στο Τμήμα Ασφαλείας και όπου δεν υπάρχει στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του τα αναφερόμενα λεπτομερώς δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων, εκτός από την αίτηση, περιλαμβάνονται, φωτοτυπικό αντίγραφο του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή του διαβατηρίου, αντίγραφο του ποινικού μητρώου, που εκδόθηκε μέχρι τρεις μήνες πριν από την αίτηση, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 ότι δεν στερείται των αναφερομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 εδ. ε’ και θ’ του Ν.2518/1997 προϋποθέσεων, πιστοποιητικό της εισαγγελικής Αρχής ότι δεν έχει παραπεμφθεί σε δίκη, πρόσφατης εκδόσεως μέχρι τρεις μήνες πριν από την αίτηση και πιστοποιητικό ιατρού νευρολόγου – ψυχιάτρου ότι δεν πάσχει από οποιαδήποτε ψυχική νόσο και δεν είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Τα εν λόγω δικαιολογητικά μετά τον έλεγχό τους από τις δεχόμενες αυτά Υπηρεσίες υποβάλλονται στην προϊσταμένη τους Αστυνομική Διεύθυνση ή στη Διεύθυνση Ασφαλείας, κατά περίπτωση, ο δε Διευθυντής αυτών των Υπηρεσιών ελέγχει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Ν.2518/1997 και ακολούθως εκδίδει απόφαση για τη χορήγηση της ακουμένης άδειας ή την απόρριψη της αιτήσεως. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η άδεια εργασίας του προσωπικού ασφαλείας των ιδιωτικών επιχειρήσεων, που παρέχουν σε τρίτους και τις υπηρεσίες επιτηρήσεων ή φυλάξεως κινητών και ακινήτων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων διακρίνεται από την άδεια λειτουργίας των εν λόγω ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και η μία δεν καλύπτει, ούτε αναπληρώνει την άλλη. Η ανωτέρω άδεια εργασίας εντάσσεται στον προληπτικό έλεγχο του υπαλληλικού προσωπικού από τις αρμόδιες αστυνομικές Αρχές και ανάγεται στην εύρυθμη ανάθεση και εκτέλεση τέτοιων υπηρεσιών, που άπτονται των προστατευομένων συνταγματικά δικαιωμάτων της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης μετακινήσεως και δεν μπορούν να εκτελούνται κατ’ απόκλιση από τις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς τ διατάξεων του ως άνω Νόμου χωρίς την εποπτεία και τον έλεγχο των αρμοδίων κατά τόπο αστυνομικών Αρχών. Το προσωπικό ασφαλείας των ανωτέρω επιχειρήσεων υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των εν λόγω Αρχών και να παρέχει σε αυτές τη συνδρομή του, εφόσον του ζητηθεί, σε περίπτωση εκδηλώσεως εγκληματικής ενέργειας, ενόψει και του ότι η άσκηση των προβλεπομένων δραστηριοτήτων των ιδιωτικών αυτών επιχειρήσεων δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατικών Αρχών στους τομείς αυτούς (άρθρ. 1 παρ. 4 και 7 του Ν.2518/1997). Έτσι, η καταρτιζόμενη με τον εργοδότη, που διατηρεί τέτοια επιχείρηση, σύμβαση εργασίας, χωρίς ο μισθωτός, στον οποίον ανατίθεται η προαναφερόμενη δραστηριότητα του άρθρου 1 του Ν.2518/1997, να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη κατά το νόμο ως άνω άδεια εργασίας, είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., διότι αντίκειται στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη, ενώ από τις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν συνάγεται κάτι άλλο και συγκεκριμένα, ότι ο μισθωτός, ο οποίος κατέχει άδεια λειτουργίας ιδιωτικής επιχειρήσεως παροχής σε τρίτους υπηρεσιών ασφαλείας, δεν έχει υποχρέωση να εφοδιασθεί με άδεια εργασίας του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.2518/1997, όταν συνάπτει σύμβαση εργασίας με άλλο εργοδότη, που διατηρεί τέτοια επιχείρηση και ότι η σύμβασή του εργασίας, συνεπεία του γεγονότος της κατοχής απ’ αυτόν της εν λόγω άδειας λειτουργίας, είναι έγκυρη. Επιπλέον, δεν έχει καθιερωθεί κατά τρόπο γενικό, με διάταξη Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή νόμου κλπ, που να δεσμεύει όλους τους μισθωτούς, η πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, αλλά παρέχεται απλά η δυνατότητα στις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ, να εφαρμόσουν το σύστημα της εβδομάδας των πέντε εργάσιμων ημερών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νόμιμα πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύτηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθ. 11770/20-3-1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή, για την υπερεργασία γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερησία εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2­1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας,, αφού δεν χωρεί. συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντίθετα, ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερησία, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 1-1-1984 δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχόλησης του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα ανάπαυσης, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δε συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ιδίας εβδομάδας στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Από 1-4-2001, μετά το ν. 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίους θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Ακολούθως, στο ΦΕΚ 210/Α/19-08-05, δημοσιεύτηκε ο ν. 3385/2005-«Ρυθμίσεις για την προώθηση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και άλλες διατάξεις». Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, υιοθετήθηκε εκ νέου ο θεσμός της υπερεργασίας, που ίσχυε από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26-02-75 και εφαρμόστηκε έως και την έκδοση του ως άνω ν. 2874/2000. Ειδικότερα, με το άρ. 1 του ν. 3385/2005, αντικαταστάθηκε το άρ. 4 του Ν.2874/2000 και καθιερώθηκε για τις επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως 40 ώρες την εβδομάδα, η απασχόληση 5 ωρών επιπλέον εβδομαδιαίως, ως υπερεργασία, η πραγματοποίηση της οποίας ανήκει στην διακριτική ευχέρεια του εργοδότη. Σε όσες περιπτώσεις εφαρμόζεται εβδομαδιαίο σύστημα εργασίας 6 εργάσιμων ημερών, οι ώρες υπερεργασίας ανέρχονται σε 8 την εβδομάδα. Οι 5 ώρες υπερεργασίας επί πενθημέρου (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), καθώς και οι 8 ώρες υπερεργασίας επί εξαημέρου (από 41η έως 48η ώρα), αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δε συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις. Η απασχόληση πέρα των 45 ωρών την εβδομάδα (επί πενθημέρου) ή των 48 ωρών (επί εξαημέρου) θεωρείται -σύμφωνα με την παρ. 2 -ως υπερωριακή απασχόληση και διέπεται από όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Ως εκ τούτου, απαιτείται για την πέρα των 45 ή 48 ωρών (επί εξαημέρου) απασχόληση, έγκριση από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας ή έγκριση με Απόφαση του Υπουργού, μετά από γνωμοδότηση του ΑΣΕ, στην περίπτωση που εξαντλήθηκε. το ανώτατο όριο που δύναται να χορηγεί η Επιθεώρηση Εργασίας. Η καθιέρωση της υπερωριακής απασχόλησης για την εργασία πέραν των 45 ή 48 ωρών (επί εξαημέρου) βρίσκεται πάντα εντός των πλαισίων που καθορίζονται από τις ισχύουσες διατάξεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. Περαιτέρω και με την παρ. 3 του άρ. 1, οριοθετείται η αμοιβή που δικαιούνται οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακώς. Συγκεκριμένα, κάθε εργαζόμενος δικαιούται, για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση παρέχεται αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 75%. Εύλογα η εν λόγω αμοιβή καταβάλλεται και για τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, που πραγματοποιείται πέρα των ορίων υπερωριακής εργασίας που καθορίζονται με τις εξαμηνιαίες Αποφάσεις του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Με την παρ. 4 εισάγεται για πρώτη φορά στη νομοθεσία ο όρος της «κατ’ εξαίρεση υπερωρίας», σε αντικατάσταση του αδόκιμου νομικά όρου «μη νόμιμη υπερωρία». Κάθε ώρα κατ εξαίρεση υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται ο προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις εκ μέρους του εργοδότη (άδεια από την Επιθεώρηση ή αναγγελία στην Επιθεώρηση), καταβάλλεται στο μισθωτό αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%. Είναι προφανές, ότι η αλλαγή της ορολογίας επί το ορθότερο, δεν τροποποίησε σε τίποτα το περιεχόμενο των κυρώσεων που προβλέπονται από το νόμο για τη «μη νόμιμη υπερωρία». Οι κυρώσεις αυτές, εξακολουθούν να ισχύουν στο ακέραιο και για την «κατ’ εξαίρεση υπερωρία». Με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρ. 76 του ν. 3863/2010, οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3385/ 2005 αντικαταστάθηκαν ως εξής: «1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα).» «3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)». «5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)». Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945,0 πως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ.1 ν. 1346/1983,και στη συνέχεια από την παρ1 άρθρ.1 Ν.3302/2004,του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν.539/1945,όπως  συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του 4504/1966,του άρθρου 5 παρ.1 εδ. δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ.3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το αρ.7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5­2000 ΕΓΣΣΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003-Πράξη Κατάθεσης Υπ.Εργ. 19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργάσιμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999,εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δεκατεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ήμερων, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000′ ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαία μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών άδειας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος άδειας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής) (ΑΠ 193/2011, ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, Κατά τα οριζόμενα στην 19040/1981 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας, το Δώρο. Χριστουγέννων είναι ίσο με ένα μηνιαίο μισθό, για όσους αμείβονται με μισθό και 25 ημερομίσθια, για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο. Το δώρο εορτών Πάσχα είναι ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και με 15 ημερομίσθια, για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο. Τα δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα, εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκησε χωρίς διακοπή καθ’ όλη τη χρονική περίοδο που αναφέρονται. Συγκεκριμένα, για μεν το δώρο Πάσχα, από 1ης Ιανουάριου έως 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων, από 1 Μαΐου, έως 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 της ίδιας ως άνω απόφασης, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα υπολογίζονται βάσει των πράγματι καταβαλλομένων μισθών ή ημερομισθίων την 10 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, για το επίδομα Χριστουγέννων και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα για το επίδομα Πάσχα, ή την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως, νοείται δε ως καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού. Για όσους μισθωτούς, η σχέση εργασίας τους δε διήρκησε καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούνται να λάβουν τμήμα του δώρου εορτών, ανάλογα με τη’ διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης. Συγκεκριμένα, ως δώρο Χριστουγέννων, ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής τους σχέσης και για δώρο Πάσχα, ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή ένα ημερομίσθιο, για κάθς 8 ημέρες διάρκειας της εργασιακής τους σχέσης. (Ααναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική σελ.500-501, 505). Εξάλλου, το επίδομα άδειας, το οποίο προ βλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 3§16 του ν.δ. 4504/1966, καθορίζεται σε μισό μισθό για τους εργαζομένους που αμείβονται με μισθό και τα 13 ημερομίσθια, για όσους εργαζόμενους αμείβονται με ημερομίσθια. Από τα άρθρα 10 της Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ν.δ. 4547/1966 συνάγεται ότι για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας, να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 40/2002, ΕΕργΔ 2002, σελ. 1478, ΟλΑΠ 39/2002). Κάθε μισθωτός, του οποίου η σχέση εργασίας λύεται με οποιονδήποτε τρόπο (απόλυση, οικειοθελής αποχώρηση, λήξη χρόνου σύμβασης κλπ), αφού συμπληρώσει δέκα μήνες στην εργασία του, αλλά, προτού να λάβει την κανονική άδεια του ημερολογιακού έτους της λύσης της σχέσης εργασίας, δικαιούται να λάβει τις αποδοχές αδείας (καθώς και το επίδομα αδείας), που θα λάμβανε, αν κατά το χρονικό σημείο που λύεται η σχέση εργασίας, έπαιρνε την άδειά του (Λαναράς, Εργατική και Ασφαλιστική σελ. 313, όπου και παραπομπές σε ΑΠ 789/1997, ΕΑΕΔ 1997, σελ. 1060, ΕφΑΟ 7015/1994, ΕΕΔ 1996, σελ. 70). Επίσης, ο μισθωτός για την εργασία, που παρέχει χη νύχτα, δικαιούται σύμφωνα με την ΥΑ 18310/1946 πρόσθετη αμοιβή (προσαύξηση) 25%, η οποία υπολογίζεται με βάση το νόμιμο μισθό ή ημερομίσθιο και όχι τον καταβαλλόμενο (ΑΠ 1485/2007, Αρμ. 2008, σελ. 738). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν ή καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να κριθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ως άνω ορίων, που υφίσταται όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, σε συνάρτηση με αυτή του υπόχρεου (εφόσον όμως του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτή) ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οι οποίες κρίνονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 971/2004 ΕλλΔνη 2005, 421, ΑΠ 66/2004 ΕλλΔνη 2004,136, ΑΠ 938/2003 ΕλλΔνη 2003,1595). Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος του επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο χρόνο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατά αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Μόνο όταν η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, μπορεί η άσκηση του δικαιώματος, η οποία επιφέρει απλώς δυσμενείς συνέπειες, χωρίς να απαιτείται να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες (ΑΠ 265/2009 ΝΟΜΟΣ), να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του (ΟλΑΠ 8/2001 ο.π., ΑΠ 1236/2004 ΕΕΝ 2005, 116, ΑΠ 1332/2004 ΕλλΔνη 2005, 1427, ΑΠ 1142/2001 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΟ 3445/2004 ΕΕργΔ2005. 650, ΕφΘεσ 18712004 Αρμ 2004, 24).

Εξάλλου, πραγματικά περιστατικά που περιέχουν άρνηση του αγωγικού δικαιώματος και εμποδίζουν τη γέννηση του και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορεί να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ – βλ. σχετικώς ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995.1531, ΕφΘεσ 10/2006 ΝΟΜΟΣ, Εφθεσ. 1017/1998 ΝΟΜΟΣ). Για την πληρότητα της εν λόγω ένστασης και το παραδεκτό της, θα πρεπει κατα την πρώτη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από αυτόν του γεγονοτος ότι τα περιστατικά αυτά συνιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής με την οποία ασκείται το δικαίωμα αυτό και για την αιτία αυτή (ΑΠ 2102/2007 ΕλλΔνη 2009.425, ΑΠ 966/2004 ΑρχΝ 2004.496, ΑΠ 1129/2002 ΕλλΔνη 2004.424, ΑΠ 1351/2001 ΕΕΝ 2003.15, ΕφΑΘ 1518/2001 ΑρχΝ 2003.233, ΕφΘεσ 2245/2000 Αρμ 2003.784). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του, όπως παραδεκτά διορθώθηκε με τις προτάσεις και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ότι, στις 30.04.2012 στον Πειραιά, προσλήφθηκε από την εναγομένη, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως συνοδός ασφαλείας – σωματοφύλακας του κατονομαζόμενου στην αγωγή Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου αυτής, με τα ειδικότερα καθήκοντα που αναφέρονται στην αγωγή, με ωράριο που αρχικά συμφωνήθηκε σε 16 ώρες την ημέρα, ήτοι απο 08.00 πμ εως 24.00 μμ, τρεις φορές την εβδομάδα, μέρα παρά μέρα, δηλαδή για 15 ημέρες μηνιαίως, αντί μηνιαίου μισθού 1.500 ευρώ και, παρόλο που η εναγομένη κατά την πρόσληψή του, δεν ανήγγειλε την εργασιακή τους σχέση στον ΟΑΕΔ και το ΙΚΑ, γεγονός που έπραξε μόλις στις 03.12.2012 που υπεγράφη μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αναγραφόμενες στη σύμβαση μηνιαίες αποδοχές 638,34 ευρώ και από 02.05.2013, 439,56 ευρώ, ωστόσο ο ίδιος, από την ανωτέρω ημεροχρονολογία προφορικής πρόσληψής του εργάστηκε στην εναγομένη με την παραπάνω ειδικότητά του, απασχολούμενος όμως κατ’ απαίτηση του εργοδότη του 24 ώρες την ημέρα, για κάθε μέρα απασχόλησής του, με ωράριο 08.00 πμ ως 8.00 πμ της επομένης, λαμβάνοντας το μηνιαίο μισθό των 1.500 ευρώ, με τη συμφωνία ότι θα αμείβεται με το επιπλέον ποσό των 50 ευρώ για τις παραπάνω. 8 ώρες εργασίας του, ποσό που ωστόσο ουδέποτε του κατέβαλλε η εργοδότριά του, παρά τις επίμονες οχλήσεις του, ενώ επιπλέον κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης ουδέποτε του κατέβαλλε τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας καθώς επίσης και την αμοιβή του για την εργασία του κατά τις νυχτερινές ώρες, ώσπου στις 27.03.2014, κατόπιν προφορικής συνομιλίας που είχε με τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, απευθυνόμενος στο λογιστήριο αυτής, γνωστοποίησε την πρόθεσή του, αν δεν τακτοποιηθούν οι οικονομικές οφειλές της απέναντι του, έως τις 31.03.2014, θα αποχωρήσει από την εργασία του, η δε εναγομένη, κατόπιν τούτων, στις 28.03.2014 του επέδωσε έγγραφη εξώδικη δήλωση με την οποία ισχυριζόταν ότι παραιτήθηκε από την εργασία του, με δική του υπαιτιότητα, κατά τα ειδικά αναφερόμενα σε αυτήν και ουδέποτε του κατέβαλλε τις αποδοχές αδείας 2014. Με αυτό το ιστορικό ο ενάγων ζητά, να αναγνωριστεί ότι η εργασιακή σχέση που τον συνέδεε με την εναγομένη έχει λυθεί κατόπιν της εκ μέρους της τελευταίας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 40.601,52 ευρώ, στο οποίο συμποσούνται οι αξιώσεις του που αναφέρονται στο ιστορικό, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο . και αυτά τα αιτήματα η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρ. 14 παρ. 2, 17 περ. 2, 25 παρ. 2, 22, 663 επ. ΚΠολΔ) και είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον αναφέρονται σε αυτή, όλα τα απαραίτητα κατά το νόμο στοιχεία της, ενώ το ότι ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του, αν είναι κάτοχος άδειας εργασίας παροχής υπηρεσιών φύλαξης, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, καθόσον, η ύπαρξη η μη τέτοιας άδειας εργασίας, στο προσωπικό που αφορά, αποτελεί στοιχείο που θα προκύψει από τις αποδείξεις, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης της εναγομένης, ως ουσιαστικά αβάσιμης. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη, στις διατάξεις των άρ. 648, 649, 652, 653, 655, 656, 659, 669, 345, 346, 174, 180, ΑΚ, 3 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, υπ’ αριθμ. 19040/1981 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας, άρ. 2 του αν. 539/1945, όπως έχει αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε εκ νέου, με την παρ. 1 άρθρ.1 του ν. 3302/2004, 3 §16 του ν.δ. 4504/1966, 70, 176, 907, 908 ΚΠολΔ, πρέπει επομένως να ερευνηθεί και ως προς ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για τη συζήτησή της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το υπ’ αριθμ. 13851304 διπλότυπο είσπραξης τύπου Β’ της ΔΥΟ F’ Πειραιά, με τα επικολληθέντα επ’ αυτού ένσημα, υπέρ ΤΠΔΠ και ΤΝ).

Από τις ένορκες επ’ ακροατηρίω καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ενός για κάθε διάδικο), που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου, από την υπ’ αριθμ. 3631/11.06.2014 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα του ενάγοντος _______  _______  , που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Νέας Σμύρνης Αττικής, Μαρίας Γεωργίου Πραχάλη, τις υπ’ αριθμ. 889, 891, 892, 893, 894, 895, 896/11.06.2014, ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, ______ _______  , _______  _______  , _______  _______  , _____  _______  , _______  _______  , _______  _______  και _______  _______  , αντίστοιχα και την υπ’ αριθμ. 919/13.06.2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντος, _______  _______  , που συντάχθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων και λαμβάνονται υπόψη, διότι δόθηκαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εναγομένης, τουλάχιστον 24 ώρες πριν τη λήψη τους (βλ. την υπ’ αριθμ. 7359/05.06.2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Παναγιώτας Γεωργαντά σε συνδυασμό με τη συνημμένη σε αυτήν, από 03.06.2014 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων του ενάγοντος προς την εναγομένη), από τις υπ’ αριθμ. 5213 και 5214/14.01.2015 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης, _______  _______  και _______  _______  , αντίστοιχα, που συντάχθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά, Βαρβάρας Δόξα, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη και λαμβάνονται υπόψη προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ενάγοντος, καθόσον δόθηκαν εντός της τριήμερης προθεσμίας της προσθήκης-αντίκρουσης, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του ενάγοντος, τουλάχιστον 24 ώρες πριν τη λήψη της (βλ. σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της διεξαχθείσας στις 12.01.2015 δημόσιας συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου, οπότε και συζητήθηκε η ένδικη αγωγή), μη λαμβανομένων υπόψη των υπ’ αριθμ. 5111, 5112, 5113, 5114, 5115 και 5116/10.04.2014 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της εναγομένης, _______  _______  , _______  _______  , _______  _______  , _______  _______  , _______  _______  και _______  _______  , αντίστοιχα, που συντάχθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά, Βαρβάρας Δόξα, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη και δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη επί της από 04.04.2014 (γεν. αρ. κατάθ. 31220/2014. αρ. κατάθ. 2372/2014) αγωγής της εναγομένης κατά του ενάγοντος και οι οποίες μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, καθόσον συντάχτηκαν για να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια άλλης δίκης, ήτοι, της δίκης επί της ως άνω από 0.04.2014 αγωγής, πλην, όμως, εφόσον, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, πριν τη συζήτηση της προαναφερόμενης αγωγής, η εναγομένη παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής, η δίκη για την οποία συντάχθηκαν να χρησιμοποιηθούν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, καταργήθηκε, ανατραπόμενης αναδρομικά της εκκρεμοδικίας με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στάδιο δίκης στα πλαίσια της οποίας λήφθηκαν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες για το λόγο αυτό δε μπορεί να ληφθούν υπόψη, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος ως βάσιμου, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη Ανώνυμη Εταιρία, της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος είναι ο _______  _______  , προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος είναι επαγγελματίας συνοδός ασφαλείας-σωματοφύλακας, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 30.04.2012, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως συνοδός ασφαλείας-σωματοφύλακας του προαναφερόμενου Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της, με τη συμφωνία ότι θα εργάζεται μέρα παρά μέρα, συνολικά 15 ημέρες το μήνα, με ημερήσιο ωράριο απασχόλησης δέκα έξι (16) ωρών, από 08.00 πμ έως 24.00 μμ, αντί μηνιαίου μισθού 1.500 ευρώ και πράγματι, από την ανωτέρω ημεροχρονολογία πρόσληψής του, ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του, για τις οποίες είχε προσληφθεί, στα πλαίσια των οποίων συνόδευε τον ανωτέρω αναφερόμενο Πρόεδρο της εναγομένης σε οποιαδήποτε μετακίνηση αυτού, για υπηρεσιακούς ή ιδιωτικούς λόγους και φρουρούσε αυτόν οπουδήποτε κι αν βρισκόταν. Σημειώνεται ότι, ο ενάγων δεν αποτελεί προσωπικό εταιρίας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, ούτε διατηρεί ατομική επιχείρηση παροχής τέτοιων υπηρεσιών, επομένως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτούταν να κατέχει άδεια εργασίας σύμφαινα με τις διατάξεις των άρ. 2 παρ. 1 και 4 και 3 παρ. 1, 2 και 3 του Ν.2518/1997, επομένως η έλλειψη αυτής δεν καθιστά άκυρη την εργασιακή σχέση των διαδίκων. Περαιτέρω, ενώ είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων 16ωρη ημερήσια απασχόληση, από την αρχή της εργασιακής τους σχέσης, κατά απαίτηση του ως άνω Προέδρου της εναγομένης, ο ενάγων εργαζόταν, κάθε μέρα απασχόλησής του, επιπλέον οχτώ (8) ώρες, μετά τη λήξη του ωραρίου του, ήτοι από 24.00μμ έως 08.00 πμ, με τη συμφωνία ότι θα λαμβάνει επιπλέον 50 ευρώ για τις 8 ώρες απασχόλησης του πέραν του σύμφωνημένου ωραρίου του (24.00πμ-08.πμ). Επιπλέον, η ως άνω εργασιακή σχέση των διαδίκων δεν αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ και η εναγομένη δεν ασφάλισε τον ενάγοντα στον οικείο ασφαλιστικό φορέα ως όφειλε, παρά μόνο μετά τις επίμονες οχλήσεις του ενάγοντος, υπεγράφη μεταξύ τους, στις 03.12.2012 έγγραφη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπου φερόταν ότι, ο ενάγων θα απασχολείται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση, από Δευτέρα έως Παρασκευή και με ημερήσιο ωράριο έξι (6) ωρών, από 10.00 πμ ως 16.00 μμ, με την ειδικότητα του θυρωρού και με μηνιαίες αποδοχές 638,34 ευρώ (βλ. αντίγραφο της από 03.12.2012 έγγραφης ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος), η δε εργασιακή τους σχέση αναγγέλθηκε αυθημερόν στον ΟΑΕΔ (βλ. αντίγραφο της από 03.12.2012 αναγγελίας πρόσληψης του ενάγοντος στον ΟΑΕΔ) και η εναγομένη ασφάλισε τον ενάγοντα, για τις ώρες εργασίας που φερόταν ότι απασχολούταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα παραπάνω έγγραφα, της ατομικής σύμβασης εργασίας του και της αναγγελίας πρόσληψής του στον ΟΑΕΔ, παρόλο που, ακόμη και μετά τη σύναψη της παραπάνω έγγραφης ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και την ασφαλιστική του κάλυψη, η εργασιακή σχέση των διαδίκων, εξακολούθησε με τους ίδιους ανωτέρω αναφερόμενους όρους, που ίσχυαν μέχρι τότε, μόνο που επειδή στην παραπάνω αναφερόμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος αναγραφόταν ότι οι μηνιαίας αποδοχές του ανέρχονταν σε 638,34 ευρώ, μικτά, του καταβαλλόταν το ποσό των 533,01- ευρώ μέσω τραπεζικού λογαριασμού και το επιπλέον ποσό των 967 ευρώ του καταβαλλόταν προσωπικά, μετά δε την τροποποίηση τη σύμβασης του ενάγοντος στις 02.05.2013, ως προς τις μηνιαίες αποδοχές του, από 638,34 ευρώ μηνιαίως, σε 439,56 ευρώ μηνιαίως μικτά, του καταβαλλόταν μέσω τραπεζικού λογαριασμού το ποσό των 367,03 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 1.133 ευρώ του καταβαλλόταν προσωπικά. Ωστόσο, η εναγομένη, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσης που τη σύνδεε με τον ενάγοντα, παρά τα όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους, δεν κατέβαλλε στον ενάγοντα το ποσό των 50 ευρώ για τις επιπλέον οχτώ (8) ώρες μετά τη λήξη του συμφωνημένου ωραρίου ημερήσιας εργασίας του, δηλαδή, μετά τις 24.00μμ και έως τις 08.00 πμ της επομένης. Επίσης, δεν του κατέβαλλε τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2012-2013, καθώς και τα επιδόματα αδείας των ετών 2012-2014 και την αμοιβή του για τη νυχτερινή εργασία που πραγματοποιούσε καθ’ όλη τη διάρκεια απασχόλησης του στην εναγομένη. Περαιτέρω, ένεκα του γεγονότος της καθυστέρησης καταβολής των ως άνω εργατικών του αξιώσεων, ο ενάγων πολλές φορές παραπονέθηκε στους υπαλλήλους του λογιστηρίου της εναγομένης, πλην, όμως, χωρίς ανταπόκριση, ώσπου, στις 27.03.2014 έλαβε χώρα γεγονός που διατάραξε οριστικά τις σχέσεις των διαδίκων. Ειδικότερα, στις 20.03.2014 ο ενάγων, απευθυνόμενος στο λογιστήριο της εναγομένης, ζήτησε ολιγοήμερη άδεια, από 21.03.2014­26.03.2014, για προσωπικούς του λόγους, η οποία και του χορηγήθηκε, όταν δε επανήλθε στην εργασία του στις 27.03.2014, ενώ συνόδευε τον ως άνω Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, από την. οικία του, στα γραφεία της εναγομένης, ζήτησε από αυτόν για άλλη μια φορά, για να δώσει τακτοποιηθούν οι οικονομικές εκκρεμότητες της εταιρίας απέναντι του, καθώς και το ζήτημα της ασφάλισης του, προκειμένου να ασφαλιστεί για τις ώρες που πραγματικά εργαζόταν, ωστόσο, ο ως άνω Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης δήλωσε σε αυτόν ότι, η εταιρία δεν προτίθεται να του καταβάλλει χρήματα άλλα, πέραν του μηνιαίου μισθού των 1.500 ευρώ που λάμβανε μέχρι τότε και κατόπιν τούτου, ο ενάγων, απευθυνόμενος προφορικά στον ως άνω Πρόεδρο της εναγομένης, αλλά και στους υπαλλήλους του λογιστηρίου της, τους έταξε τριήμερη προθεσμία προκειμένου, εντός αυτής, να τακτοποιήσει η εναγομένη τις οικονομικές της οφειλές προς τον ενάγοντα και αποχώρησε από την εργασία του. Στη συνέχεια, η εναγομένη, από κοινού με τον ως άνω Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, στις 28.03.2014 επέδωσαν στον ενάγοντα τη με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση-διαμαρτυρία (βλ. την υπ’ αριθμ. 5301 βV28.03.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Κοπανά), με την οποία ισχυρίζεται ότι, ο ενάγων προσλήφθηκε το πρώτον στις 03.12.2012 με σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του θυρωρού και ότι απασχολήθηκε με την ειδικότητα του αυτή πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως και Παρασκευή), με εξάωρη ημερήσια απασχόληση (από 10.00 πμ έως 16.00 μμ) και ότι, στις 27/3/2014 αποχώρησε οικειοθελώς από τη θέση εργασίας του, αφού είχε προηγηθεί γεγονός που είχε κλονίσει τη σχέση εμπιστοσύνης των διαδίκων, δεδομένου ότι, ο ενάγων ζήτησε ολιγοήμερη άδεια, με πρόσχημα σοβαρή και αιφνίδια ασθένεια της μητέρας του, την οποία έλαβε από 21-26.03.2014, για τα έξοδα αντιμετώπισης της οποίας, μάλιστα ζήτησε να λάβει και το ποσό των 20.000 ευρώ ως δάνειο από την εναγομένη, όμως αποκαλύφθηκε ότι τις συγκεκριμένες ημέρες που απούσιασε ή μητέρα του δεν είχε ασθενήσει, πράγμα που του επισήμανε ο ως άνω Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης και εξόργισε τον ενάγοντα, ο οποίος καταφέρθηκε εναντίον των συναδέλφων του και του προαναφερόμενου Προέδρου της εναγομένης και στη συνέχεια αποχώρησε οικειοθελώς από τη θέση εργασίας του στην οποία ουδέποτε επέστρεψε, ενώ τους ίδιους ως άνω ισχυρισμούς προβάλλει η εναγομένη και με τις προτάσεις της διατεινόμενη περαιτέρω, ότι ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα, εφόσον ο τελευταίος κατά τους παραπάνω αναφερόμενους όρους εργασίας του, ουδέποτε εργάστηκε πέραν των έξι (6) ωρών ημερησίως, ούτε εργαζόταν νυχτερινές ώρες, ενώ και οι συμφωνηθείσες αποδοχές του, καθώς και τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας του, έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς με καταβολές σε τραπεζικό του λογαριασμό και τον καλούσε να προσέλθει στα γραφεία της εναγομένης προκειμένου να παραδώσει μια συσκευή κινητού τηλεφώνου που του είχε παραχωρηθεί από την εναγομένη για να τη χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης και να υπογράψει τα έγγραφα για την οικειοθελή αποχώρησή του. Στη συνέχεια, στις 01.04.2014 η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα νέα εξώδικη δήλωση- γνωστοποίηση-διαμαρτυρία (βλ. την υπ αριθμ. 5306β/01.04.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ιωάννη Κοπανά), με την οπόία και τον ενημέρωνε ότι έχουν κατατεθεί στον τραπεζικό του λογαριασμό τα ποσά για την εξόφληση των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του για το έτος 2014 και συνάμα τον καλούσε να επιστρέφει επιπλέον ένα φακό και το ποσό των 100 ευρώ, που είχε λάβει για έξοδα κίνησης τα οποία και επέστεψε, όπως προκύπτει από την από 31.03.2014 και την από 2/4/2014 αποδείξεις παραλαβής. Επίσης, ένεκα των παραπάνω αναφερόμενων γεγονότων, που επικαλείται η εναγομένη ότι έλαβαν χώρα, με την από 28.03.2014 εξώδικη δήλωση της, από κοινού με τον ως άνω Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, στις 31.03.2014 κατέθεσαν σε βάρος του ενάγοντος, την υπ’ αριθμ. A 2014/784 μήνυσή τους, για τα αδικήματα της απειλής και εξύβρισης και ο ως άνω Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, επικαλούμενος τα ίδια γεγονότα, στις 04.04.2014 κατέθεσε την υπ’ αριθμ. Β 2014/710 μήνυσή ταυ για συκοφαντική δυσφήμιση του ίδιου, εκβίαση, απειλή και ψευδή καταμήνυση.  Στην ως άνω από 28.03.2104 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση της εναγομένης ο ενάγων απάντησε με την από 01.04.2014 εξώδικη διαμαρτυρία με πρόσκληση και δήλωση, με καθ’ ού τον ως άνω αναφερόμενο πρόεδρο και διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, η οποία επιδόθηκε σε αυτόν στις 06.04.2014 (βλ. τη σχετική σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθήνας Παναγιώτας Γεωργαντά), με την οποία απέκρουε ως ψευδή τα ανωτέρω γεγονότα που η εναγομένη επικαλείται ότι οδήγησαν στην κατά τους ισχυρισμούς της οικειοθελή παραίτηση του ενάγοντος και περαιτέρω διαλαμβάνει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, λόγω της μη τακτοποίησης των οικονομικών οφειλών της εναγομένης απέναντι του. Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης, περί πρόσληψης του ενάγοντος, το πρώτον, στις 03.12.2014, περί εξόφλησης όλων των εργατικών του απαιτήσεων και περί οικειοθελούς αποχώρησης του από τη θέση εργασίας του, δε μπορούν να ευσταθήσουν, καθόσον δεν αποδεικνύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο της δικογραφίας, Ειδικότερα, στην κρίση του για τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οδηγήθηκε το δικαστήριο, εκτιμώντας την ένορκη επ’ ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος και τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις ως άνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και συγκεκριμένα, για το ότι ο ενάγων προσλήφθηκε στην εναγομένη στις 30.04.2012 και όχι το πρώτον στις 03.12.2012, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, οδηγήθηκε το δικαστήριο, εκτιμώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, που περιέχονται στις ως άνω υπ’ αριθμ. 3631/2014, 892, 893 και 919/2014 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι της εναγομένης, απασχολούμενοι, η μεν μάρτυρας της οποίας η κατάθεση περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 3631/2014 ένορκη βεβαίωση, ως υπάλληλος του λογιστηρίου και υπεύθυνη για τις πληρωμές του προσωπικού της εναγομένης από το 2009 έως το Σεπτέμβριο του 2013, η μάρτυρας της οποίας η κατάθεση περιέχεται στην παραπάνω αναφερόμενη 892/2014 ένορκη βεβαίωση, ως εξωτερική υπάλληλος της εναγομένης, ήδη πριν τις 30.04.2014, που προσλήφθηκε προφορικά ο ενάγων, ο μάρτυρας του οποίου rp κατάθεση περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 893/2014 ένορκη βεβαίωση, ως σύμβουλος ασφαλείας-του παραπάνω αναφερόμενου Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγομένης, για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 2012 έως και Φεβρουάριο του 2013 και ο μάρτυρας του οποίου η κατάθεση περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 919/2014 ένορκη βεβαίωση, ως λογιστής, ήδη πριν τις 30/4/22, οι οποίοι εξ ιδίας αντίληψης και μετά λόγου γνώσης κατέθεσαν ότι, ο ενάγων εργαζόταν στην εναγομένη με την ειδικότητα του συνοδού ασφαλείας- σωματοφύλακα του ως άνω Προέδρου της, από 30.04.2012, ενώ από τους ως άνω μάρτυρες εξ ιδίας αντίληψης και μετά λόγου γνώσης κατέθεσαν για το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, τον τρόπο καταβολής τους και τις οφειλές της εναγομένης προς τον ενάγοντα, σχετικά με τη νυχτερινή του εργασία, τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας, για τα οποία επανειλημμένα είχε διαμαρτυρηθεί στους υπαλλήλους του λογιστηρίου της εναγομένης, η μάρτυρας της οποίας η κατάθεση περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 3631/2014 ένορκη βεβαίωση και ο μάρτυρας του οποίου η κατάθεση περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 919/2014 ένορκη βεβαίωση, που ήταν υπάλληλοι λογιστηρίου της εναγομένης, η πρώτη, μάλιστα και υπεύθυνη για τις πληρωμές του προσωπικού και ως εκ της θέσης τους γνωρίζουν εξ ιδίας αντίληψης τις συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος και τον τρόπο που καταβάλλονταν αυτές, καθώς και το ότι δεν του καταβάλλονταν οι αμοιβές του για την εργασία του για το επιπλέον του συμφωνημένου ωραρίου του οχτάωρο (24.00μμ-8.00πμ) και για τη νυχτερινή εργασία, αλλά και για τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας, για τα οποία οι συγκεκριμένοι μάρτυρες κατέθεσαν με σαφήνεια ότι, όταν στη μισθοδοτική περίοδο ενέπιπτε καταβολή δώρου εορτών ή επιδόματος αδείας, η εναγομένη κατέβαλλε στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος το οφειλόμενο ποσό, με την αντίστοιχη αιτιολογία, παρακρατούσε όμως από τα χρήματα που κατέβαλλε τοις μετρητοίς στον ενάγοντα το ισόποσο, με αποτέλεσμα, ο ενάγων να μη λαμβάνει κανένα ποσό για δώρα εορτών και επίδομα αδείας, επίσης, όλοι οι παραπάνω μάρτυρες-εξ ιδίας αντίληψης κατέθεσαν και για το καθεστώς απασχόλησης του ενάγοντος, δηλαδή την εργασία του 15 ημέρες μηνιαίως, 16 ώρες ημερησίως, τα οποία επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα που περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 889/2014 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος εργάστηκε ως νυχτερινός φύλακας στην εναγομένη, από 20.10.2013 έως 17.12.2013, αλλά και από την ένορκη επ’ ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος εργαζόταν στην εναγομένη το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του 2013 έως Μάιο του 2013, με την ίδια ειδικότητα που απασχολούταν και ο ενάγων, ήτοι, αυτή του συνοδού ασφαλείας-σωματοφύλακα του ως άνω αναφερόμενου Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγόμενης, εργαζόμενοι μάλιστα στην ίδια βάρδια με τον ενάγοντα, σε ομάδα με άλλα τρία άτομα και ενισχύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις ως άνω υπ’ αριθμ. 889, 891, 894, 896/14, ένορκες βεβαιώσεις, εκ των οποίων, ο μάρτυρας του οποίου η κατάθεση περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 889/2014 ένορκη βεβαίωση εργαζόταν ως νυχτερινός φύλακας στην οικία του ως άνω αναφερόμενου Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγομένης, το χρονικό διάστημα από 20.10.2013 έως 17.12.2013, ο μάρτυρας του οποίου η κατάθεση περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 891/2014 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος είναι φίλος του ενάγοντος και κατέθεσε για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία γνωρίζει από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο μάρτυρα του οποίου η κατάθεση περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. 894/2014 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος εργάστηκε στην εναγομένη ως βραδινός φύλακας στην οικία του ως άνω Προέδρου της τελευταίας κατά το χρονικό διάστημα 20.09.2013­ -20.10.2013 και κατέθεσε για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, έχοντας γνώση από τις συνομιλίες του με τον ενάγοντα και ο μάρτυρας του οποίου η κατάθεση περιέχεται στην παραπάνω αναφερόμενη υπ’ αριθμ. 896/2014 ένορκη βεβαίωση, που είναι συγγενής με τον ενάγοντα και κατέθεσε για τα ανωτέρω γεγονότα που: ; γνωρίζει από τον ενάγοντα. Εξάλλου, οι καταθέσεις όλων των ανωτέρω μαρτύρων , κρίνονται ειλικρινείς, διότι δεν αποδεικνύεται ότι έχουν συμφέρον από την έκβαση της συγκεκριμένης δίκης, το δε γεγονός ότι εκκρεμεί σε βάρος τους η από 12/1/2015 και με ABM Α15/07 μήνυση της εναγομένης και του ως άνω Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου αυτής, για ψευδορκία και απόπειρα απάτης του Δικαστηρίου, από μόνο του δε μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, ούτε αποτελεί λόγο για να αναβληθεί η παρούσα δίκη, ενώ εξάλλου, από το γεγονός ότι σε βάρος του ενόρκως εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα έχει εκδοθεί κατόπιν αίτησης της εναγομένης, η υπ’ αριθμ. 3144/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), που του απαγορεύει να προσεγγίζει τα γραφεία της εναγομένης και τον ως άνω αναφερόμενο Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλό της και να καλεί σε εταιρικά και προσωπικά τους τηλέφωνα, προκύπτει ότι ο εν λόγω μάρτυρας έχει αντιδικία με την εναγομένη, πλην, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι έχει συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης για να κριθεί εξαιρετέος, κατ’ άρ. 400 παρ. 3 ΚΠολΔ. Σε αντίθετη κρίση για τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δε μπορεί να οδηγηθεί το δικαστήριο από την εκτίμηση της ένορκης επ’ ακροατηρίω κατάθεσης του μάρτυρα της εναγομένης και την κατάθεση του μάρτυρα που περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθμ: 5213/2014 ένορκη βεβαίωση, οι οποίοι είναι εργαζόμενοι σε αυτήν και επομένως κρίνεται ότι κατέθεσαν υπό το κράτος της εργασιακής τους εξάρτησης από την εναγομένη, επιπλέον δε τα όσα καταθέτουν οι ανωτέρω μάρτυρες για την ημεροχρονολογία πρόσληψης του ενάγοντος, το πρώτον στις 03.12.2012 και τους όρους απασχόλησης αυτού, που ταυτίζονται με τα ανωτέρω αναφερόμενα στα έγγραφα της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και το έγγραφο αναγγελίας πρόσληψής του στον ΟΑΕΔ, αλ τις συνθήκες αποχώρησης του ενάγοντος από την εναγομένη, έρχονται σε αντίθεση με τα όσα καταθέτουν εξ ιδίας αντίληψης οι ανωτέρω μάρτυρες του ενάγοντος και δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα που περιέχεται στην ανωτέρω υπ’ αριθμ. 5214/2014 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος κατέθεσε μόνο για την ημεροχρονολογία πρόσληψης του ενάγοντος το Δεκέμβριο του 2012, πλην, όμως, δεν έχει ιδία αντίληψη για το γεγονός αυτό, αλλά η γνώση του προέρχεται από τρίτο πρόσωπο, που συνέστησε τον ενάγοντα στην εναγομένη εταιρία. Επιπλέον σε αντίθετη κρίση για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δε μπορεί να οδηγηθεί το δικαστήριο από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη. Ειδικότερα, η εναγομένη προσκομίζει και επικαλείται ακριβή αντίγραφα των με αριθμό 1671/14.09.2012, 1581 και 1582/31.08.2012 και 746/18.05.20,12 και 744/18.05.2012 αποδείξεων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  », από τα οποία προκύπτει ότι ο ως άνω αναφερόμενος Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης απούσιαζε στην Κωνσταντινούπολη Τουρκίας, για το χρονικό διάστημα 11­ – 14/5/2012 στην Κεφαλονιά στις 22.08.2012 και στη Μήλο στις 30.08.2012. Ακριβή αντίγραφα των αποδείξεων πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», από τα οποία προκύπτει ότι, ο ίδιος ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο για το χρονικό διάστημα από 11-15.07.2012, ακριβές αντίγραφο της υπ’ αριθμ. 1783/08.10.2013 απόδειξης του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  , από την οποία σε συνδυασμό με τα ακριβή αντίγραφα των αποδείξεών παροχής υπηρεσιών με αριθμούς 53413, και 53414, του ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο «_______  », που βρίσκεται στην Κρήτη, προκύπτει ότι, ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στην Κρήτη για το χρονικό διάστημα 07-12.10.2012. Ακριβή αντίγραφα των υπ’ αριθμ. 1868 και 1877/19.10.2012 αποδείξεων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  », από τις οποίες προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο για τα χρονικά διαστήματα από 12.10.2012 17.10.2012 και από 19.10.2012-21.10.2012. Ακριβές αντίγραφο της απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», από την οποία σε συνδυασμό με το ακριβές αντίγραφο της κίνησης λογαριασμού της με αριθμό 4273076329000303 πιστωτικής κάρτας της τράπεζας «_______  » προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Φρανκφούρτη Γερμανίας από 05.12.2012-10.12.2012, από το ακριβές αντίγραφο της από 20/12/2012 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  », προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης στις 19.12.2012 απούσιαζε στη Σόφια, από το ακριβές αντίγραφο της από 31/12/2012 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  », σε συνδυασμό με τα ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεων παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου “_______  ” στις Μαλβίδες προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στις Μαλβίδες από 29.12.2012-07.01.2013, από της θεωρήσεις εισόδου και εξόδου στο διαβατήριο του ως άνω Προέδρου της εναγομένης, προκύπτει ότι ο τελευταίος απούσιαζε στη Καζαμπλάνκα και το Μαρακές, από 24.01-27.01.2013, από τα ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεων παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου «_______  », προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Γενεύη από 07.03.2013 έως 13/3/2013, από το ακριβές αντίγραφο της από 31.03.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», προκύπτει ότι, από 30.03.2013-01.04.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο, από το ακριβές αντίγραφο της από 30.04.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», προκύπτει ότι, από 20.04.2013-26.04.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στο Ηράκλειο Κρήτης, από το ακριβές αντίγραφο της από 30.04.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», σε συνδυασμό με το με αριθμό 40/06.05.2013 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο του εστιατορίου του _______  _______  στη Μήλο, προκύπτει ότι, από 03.05.2013-06.05.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο, από το ακριβές αντίγραφο της από 28.05.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», σε συνδυασμό με τα με αριθμούς 290/24.05.2013 και 289/25.05.2013 δελτία αποστολής-τιμολόγια του _______  _______  στη Μήλο, προκύπτει ότι, από 24.05.2013-27.05.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο, από το ακριβές αντίγραφο της από 12.06.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. 24/11.06.2013 απόδειξη πληρωμής του πρακτορείου γενικού τουρισμού με το διακριτικό τίτλο «_______  » προκύπτει ότι, από 08.06.2013-11.06.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο, από τα ακριβή αντίγραφα των δυο από 17/6/2013 αποδείξεων πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______ ΑΕ», προκύπτει ότι, από 17.06.2013-22.06.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στο Ηράκλειο Κρήτης, από το ακριβές αντίγραφο της από 15.07.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», σε συνδυασμό με την απόδειξη του ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο «_______  » στη Μύκονο, προκύπτει ότι, από 07.07.2013-09.07.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μύκονο, από το ακριβές αντίγραφο της με αριθμό 62/21.07.2013 απόδειξης πώλησης ακτοπλοϊκού εισιτηρίου, προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης, στις 21.07.2013 ήταν στη Μήλο, από το ακριβές αντίγραφο της από 16.08.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», προκύπτει ότι, στις 08.08.2013, ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στο Ηράκλειο Κρήτης, από το ακριβές αντίγραφο της από 16.08.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», σε συνδυασμό με το ακριβές” αντίγραφο- του με αριθμό 292/19.08.2013 δελτίου αποστολής-τιμολογίου προκύπτει ότι, από 12.08.2013-19.08.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο, από το ακριβέ αντίγραφο των κινήσεων της με αριθμό 5397310075162290 πιστωτικής κάρτας της τράπεζας «_______  », προκύπτει ότι από 21-19.08.2013 ο ως άνο3 Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Φολέγανδρο και την Ίο, από το ακριβές αντίγραφο της από 16.09.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», προκύπτει ότι, στις 21.09.2013 ο οος άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο, από το ακριβές αντίγραφο της από 24.10.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», σε συνδυασμό με το ακριβές αντίγραφο της απόδειξης παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο «_______  », που βρίσκεται στο Ηράκλειο Κρήτης προκύπτει ότι, από 19.10.2013-25.10.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στο Ηράκλειο Κρήτης, από το ακριβές αντίγραφο της από 15.10.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», προκύπτει ότι, από στις 31/10/04/2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο, από το ακριβές αντίγραφο της από 27.11.2013 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», σε συνδυασμό με το με αριθμό 2/2925/24.11.2013 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο «_______  », που βρίσκεται στο ηράκλειο Κρήτης, προκύπτει ότι, από 22.11.2013-24.11.2013 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στο Ηράκλειο Κρήτης, από τα ακριβή αντίγραφα της από 02.01.2014 απόδειξης του εστιατορίου _______  ΕΕ, που βρίσκεται στα Ιωάννινα, της από 04.01.2014 απόδειξης της επιχείρησης ειδών δώρου του _______  _______  , που βρίσκεται στα Ιωάννινα, της από 05.01.2014 απόδειξης του εστιατορίου στο _______  , της από 07.01.2014 απόδειξης του εστιατορίου του _______  που βρίσκεται στο Μέτσοβο και της με αριθμό 02729/07.01.2014 απόδειξης παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο «_______  », που βρίσκεται στο Μέτσοβο, προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος της εναγόμενης απούσιαζε στα Ιωάννινα από 02.01.2014­ – 07.01.2014 από το ακριβές αντίγραφο της από 15.01.2014 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», προκύπτει ότι, στις 11.01.2014 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Γενεύη, από το ακριβές αντίγραφο της από 28.01.2014 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», προκύπτει δτι, από 25.01.04.2014-28.01.2014, σε συνδυασμό με το ακριβές αντίγραφο της από 26.01.2014 απόδειξης του αναψυκτηρίου _______  ΟΕ, που βρίσκεται στη Μήλο, προκύπτει ότι, ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης από 25.01.2014-28.01.2014 απούσιαζε στη Μήλο, από το ακριβές αντίγραφο της από 11/2/2014 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», σε συνδυασμό με το ακριβές αντίγραφο της από 08/2/2014 απόδειξης του πρατηρίου καυσίμων που βρίσκεται στη Σαντορίνη και τα δυο ακριβή αντίγραφα των από 09.02.2014 αποδείξεων του εστιατορίου του _______  ΟΕ, που βρίσκεται στη Σαντορίνη προκύπτει ότι, από 8-2-2014 έως 10.02.2014 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Σαντορίνη, από τα ακριβή αντίγραφα της από 14.02.2014 απόδειξης του εστιατορίου του _______ _______  , που βρίσκεται στην _______  , της από 15.02.2014 απόδειξης του εστιατορίου του _______  _______  που βρίσκεται στη Μακρινίτσα Πηλίου και την από 17.02.2014 απόδειξη του ζαχαροπλαστείου του _______  _______  , που βρίσκεται στις Μηλιές Πηλίου, προκύπτει ότι, ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στο Πήλιο από τις 02.2014-17.02.2014, από το ακριβές αντίγραφο της από 26.02.2014 απόδειξης 1 πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», σε συνδυασμό με- τα ακριβή αντίγραφα της από 22.02.2014 απόδειξης του αναψυκτηρίου _______  , που βρίσκεται στη Μήλο, της από 22.02.2014 απόδειξης του εστιατορίου με το διακριτικό τίτλο «_______  », που βρίσκεται στη Μήλο, της από 24.02.2014 απόδειξης του ψητοπωλείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΟΕ», που βρίσκεται στη Μήλο, της από 25.02.2014 απόδειξης του εστιατορίου με το διακριτικό τίτλο «_______  », που βρίσκεται στη Μήλο, της από 26.02.2014 απόδειξης της επιχείρησης φωτοτυπιών, της _______  _______  , που βρίσκεται στη Μήλο και της από 26/2/2014 απόδειξης της επιχείρησης ειδών δώρου της _______ _______  , που βρίσκεται στη Μήλο, προκύπτει ότι, από 22.02.14 έως 26.02.2014 ο ώς άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο, από το ακριβές αντίγραφο της από 28.02.2014 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο «_______  ΑΕ», προκύπτει ότι, από 04.03.2014 έως 06.03.2014 ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Λάρνακα Κύπρου, από τα ακριβή αντίγραφα των αποδείξεων του ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο «_______  », που βρίσκεται στη Γενεύη, προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης από 14.03.2014 έως 19.03.2014, ο ως άνω Πρόεδρος της εναγομένης απούσιαζε στη Γενεύη. Επίσης, από την υπ’ αριθμ. πρωτ. 6443/08.01.2015 βεβαίωση του ΙΚΑ Αγ. Σοφίας Πειραιά, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, προκύπτει ότι, ο ενάγων, για τη χρονική περίοδο 23.04.12-08.05.12 ασφαλίστηκε για δέκα έξι (16) ημέρες στην επιχείρηση _______  ΟΕ, με την ειδικότητα του μπουφετζή, για τη χρονική περίοδο 15.05.2012 έως Αύγουστο του ,2012 ασφαλίστηκε για 70 συνολικά ημέρες στην επιχείρηση με την επωνυμία «_______  ΕΠΕ», με την ειδικότητα του θυρωρού-φύλακα και για τη χρονική περίοδο από 7/4/2014 ως Απρίλιο του 2014 ασφαλίστηκε στην επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο «_______  », με την ειδικότητα παροχή υπηρεσιών προστασίας Μ.Α.Κ., Επιπλέον, από το υπ’ αριθμ. πρωτ. 16664/14.10.2014 έγγραφο του ΟΑΕΔ Καλλιθέας, προκύπτει ότι, ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα από 30.10.2012 έως 29.01.2013 είχε κάρτα ανεργίας. Ωστόσο, από το γεγονός ότι, ο ως άνω Πρόεδρος και διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από 30.4.2012 – 02.12.2012, δηλαδή για χρονικό διάστημα 7 μηνών και 2 ημερών, όπως αποδεικνύεται από τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, απούσιαζε εκτός Αθηνών, συνολικά για 33 ημέρες, ήτοι, κατά τα χρονικά διαστήματα 11­15.07.2012, 22.08.2012, 30.08.2012, 13.09.2012, 07.10.2012-12.10.2012, 17.10.2012 και 19.10.2012-21.10.2012, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν εργάστηκε ως συνοδός ασφαλείας -σωματοφύλακας του ως άνω Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγομένης, κατά το χρονικό διάστημα από 30.04.2012-02; 12.2012, κατά το οποίο η εναγομένη ισχυρίζεται ότι, ο ενάγων δεν εργάστηκε σε αυτήν, αλλά μόνο ότι, ο ενάγων δεν εργάστηκε τις συγκεκριμένες, ανωτέρω αναφερόμενες ημέρες απουσίας του εργοδότη του εκτός Αθηνών, πολλώ μάλλον δε που, όπως και ο ίδιος ο ενάγων παραδέχεται δεν εργαζόταν όλες τις ημέρες του μήνα στην εναγομένη, αλλά 15 ημέρες κάθε μήνα, εκ περιτροπής, μέρα παρά μέρα, εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης απούσιαζε εκτός Αθηνών και μετά τις 03.12.2012 και έως τις 27/3/2014, χρονικό διάστημα για το οποίο η εναγομένη παραδέχεται ότι ο ενάγων ήταν υπάλληλος της, ενώ το αντίθετο δεν αποδεικνύεται ούτε από το ότι, κατά το ερειζόμενο χρονικό διάστημα από 30.04.2012-02.12.2012, ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα από 30.10.2012 έως 29.01.2013 είχε κάρτα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ και για συνολικό χρονικό διάστημα 106 ημερών ήταν ασφαλισμένος και σε άλλους εργοδότες, καθόσον, το χρονικό διάστημα ασφάλισης του ενάγοντος σε άλλους εργοδότες, δεν καλύπτει χρονικά το ως άνω χρονικό διάστημα των 7 μηνών (30.04.2012-02.12.2012), που η εναγομένη αρνείται ότι ο ενάγων ήταν υπάλληλος της, ώστε να συναχθεί συμπέρασμα, ότι ο ενάγων εργαζόταν αποκλειστικά σε άλλους εργοδότες και δεν ήταν υπάλληλος της εναγομένης, ενόψει και του ότι, όπως προελέχθη, δεν εργαζόταν στην εναγομένη όλες τις ημέρες του μήνα, αλλά τις μισές, ήτοι 15 ημέρες μηνιαίως, αντίθετα, εφόσον, όπως αποδείχτηκε, για το χρονικό διάστημα από 30.04.2012-02.12.2012 η εναγομένη δεν είχε ασφαλίσει τον ενάγοντα εξηγείται ότι ο τελευταίος είχε αναζητήσει να καλυφθεί ασφαλιστικά σε άλλους εργοδότες ή μέσω επιδότησης ανεργίας, άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι το χρονικό διάστημα από 03.12.2012 έως 29.01.2013, που ο ενάγων φέρεται να είναι άνεργος επιδοτούμενος για το λόγο αυτό από τον ΟΑΕΔ, απασχολούταν στην εναγομένη, βάσει έγγραφης σύμβασης εργασίας και αναγγελία της πρόσληψής του στον ΟΑΕΔ, όπως παραδέχεται η εναγομένη. Σημειώνεται ότι, το αίτημα της εναγομένης περί επίδειξης των έγγραφων συμβάσεων εργασίας που συνέδεαν’ τον ενάγοντα αφενός, με τις εταιρίες «_______  ΟΕ», «_______  ΕΠΕ» και «_______  », αφετέρου, των ατομικών όρων εργασία και των αναγγελιών πρόσληψης του ενάγοντος στον ΟΑΕΔ, από τις προαναφερόμενες εταιρίες, καθώς και των εντύπων καταγγελίας των ως άνω συμβάσεων εργασίας ή αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατέχει τα έγγραφα αυτά, ενόψει και του ισχυρισμού του, περί εικονικής πρόσληψής του από τις παραπάνω εταιρίες, για λόγους ασφαλιστικής κάλυψης και μόνο, που προβάλλει με τις προτάσεις του. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ο ενάγων, ο οποίος αν και εργάστηκε κάθε μέρα απασχόλησης του οχτώ (8) ώρες πέραν του συμφωνημένου ωραρίου του, ήτοι, από 24.00μμ-08.00 πμ, πραγματοποιώντας υπερωριακή απασχόληση 8 ωρών για κάθε μέρα εργασίας του, για την οποία είχε συμφωνηθεί η καταβολή του ποσού των 50 ευρώ, για κάθε οχτάωρο, το οποίο ουδέποτε του καταβλήθηκε, δικαιούται για την αιτία αυτή, το ποσό των (50 ευρώ κάθε οχτάωρο X 15 ημέρες μηνιαίως = 750 ευρώ μηνιαίως X 21 μήνες=) 15.750 ευρώ. Για τη νυχτερινή του εργασία (22.00 μμ – 06.00 πμ), ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (6,25 ωρομίσθιο X 8 =50 X 25% προσαύξηση = 12,5 X 15 ημέρες μηνιαίως= 187,05 ευρώ X 21 μήνες=) 3.937,5 ευρώ, θα λάβει, όμως, 2.460,78 ευρώ, που ζητάει. Επίσης δικαιούται για δώρο Χριστουγέννων 2012, ένα μηνιαίο μισθό, δηλαδή, 1.500 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 2013, ένα μηνιαίο μισθό, δηλαδή, 1.500 ευρώ, για δώρο Πάσχα 2013, μισό μηνιαίο μισθό, δηλαδή, 750 ευρώ, για δώρο Πάσχα 2014, το ποσό των 546 ευρώ, για επίδομα αδείας 2012, το ποσό των 750 ευρώ, για επίδομα αδείας 2013, μισό μηνιαίο μισθό, δηλαδή, το ποσό των 750 ευρώ και για επίδομα αδείας 2014 (1.500μηνιαίος μισθός X 2,9 μήνες εργασίας εντός του 2014 / 12 μήνες = 362,5/2=)181,25 ευρώ. Για αποδοχές αδείας 2014 ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (1.500μηνιαίος μισθός X 2,9 μήνες εργασίας εντός του 2014 / 12 μήνες =) 362,5 ευρώ, ήτοι αναλογία των αποδοχών αδείας του ανάλογα με τις ημέρες εργασίας του και όχι με προσαύξηση 100%, καθόσον, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, όταν ο μισθωτός αποχωρεί για οποιονδήποτε λόγο, πριν τη λήψη τα κανονικής του άδειας, δικαιούται αναλογία των αποδοχών αδείας του και όχι με προσαύξηση 100%. Επιπλέον, όπως αποδείχτηκε, ο ενάγων δεν αποχώρησε οικειοθελώς από τη θέση εργασίας του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αλλά, αντίθετα, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 27.03.2012, λόγω της καθυστέρησης από την εναγομένη των οφειλόμενων σε αυτόν εργατικών του απαιτήσεων, για την αμοιβή της εργασίας του πέραν του συμφωνημένου του ωραρίου, τη νυχτερινή του απασχόληση και τις αμοιβές του για τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας, τα οποία ουδέποτε του κατέβαλλε καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης η εναγομένη και όπως του δήλωσε δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεν προτίθετο να του καταβάλλει, η δε άρνηση αυτή της εναγομένης προς καταβολή των ως άνω εργατικών απαιτήσεων του ενάγοντος συνιστά στην προκειμένη περίπτωση, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, δεδομένου ότι δεν αποδείχτηκε ότι οφείλεται σε οικονομική αδυναμία της εναγομένης ή σε τυχόν εύλογη αμφιβολία της για την ύπαρξη και το ύψος των απαιτήσεων του ενάγοντος, αλλά σε δυστροπία αυτής. Επομένως ο ενάγων ο οποίος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, λόγω της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, την οποία συνιστά η από κακοτροπία της εναγομένης καθυστέρηση καταβολής σ αυτόν των νόμιμων εργατικών του απαιτήσεων, δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, η οποία, με βάση τα έτη υπηρεσίας του στην εναγομένη, συνίσταται σε δυο μηνιαίους μισθούς και συγκεκριμένα, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (1.500 ευρώ X 2=) 3.000 ευρώ. Σημειώνεται ότι, δεν αποδείχτηκε ότι οι ως άνω εργατικές αξιώσεις του ενάγοντος κατά της εναγομένης ασκούνται κατά κατάχρηση δικαιώματος, καθόσον, δε αποδείχτηκε ότι, η συμπεριφορά του ενάγοντος, σε συνάρτηση με αυτή της εναγομένης, καθ όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή τους, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, εφόσον, ο ενάγων από την αρχή της εργασιακής σχέσης του με την εναγομένη επανειλημμένα και πιεστικά διεκδικούσε τις νόμιμες οφειλόμενες σε αυτόν εργατικές του απαιτήσεις, επομένως, με τη συμπεριφορά του αυτή δεν οδήγησε στην παγίωση μιας κατάστασης, που η ανατροπή της να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την εναγομένη, η οποία, άλλωστε δεν αποδείχτηκε ότι βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από την εργασιακή της σχέση με τον ενάγοντα, απορριπτομένης της σχετικά προβαλλόμενης ένστασης της εναγομένης, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρ. 281 ΑΚ, ως ουσιαστικά αβάσιμης, Ενόψει των προεκτεθέντων πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, να αναγνωριστεί ότι η εργασιακή σχέση των διαδίκων έληξε λόγω παραίτησης στην οποία εξαναγκάστηκε ο ενάγων εξαιτίας της εκ μέρους της εναγομένης εργοδότριάς του, καθυστέρησης των οφειλόμενων εργατικών του απαιτήσεων και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των (15.750 + 2.460,78 + 1.500 + 1.500 + 750 + 546 + 750 + 750 + 181,25 + 362,5 + 3.000 =) 27.550,53 ευρώ, στο οποίο συμποσούνται, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της απόλυσης του, το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (15.750) ευρώ, για υπερωριακή εργασία, από την επομένη του μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα ευρώ και εβδομήντα οχτώ λεπτών (2.460,78), για αμοιβή νυχτερινής εργασίας, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του τέλους του μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η νυχτερινή εργασία, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2012, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2013, το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ, για δώρο Πάσχα 2013, το ποσό των πεντακοσίων σαράντα έξι (546) ευρώ, για δώρο Πάσχα 2014, το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ, για επίδομα αδείας 2012, το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ για επίδομα αδείας 2013, το ποσό των εκατόν ογδόντα ενός ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (181,25) για επίδομα αδείας 2014 και το ποσό των τριακοσίων εξήντα δυο ευρώ και πέντε λεπτών (362,5), για αποδοχές αδείας 2014, με το νόμιμο τόκο, για τα δώρα Χριστουγέννων από την επομένη του τέλους του έτους εντός του οποίου οφείλονταν, για τα δώρα Πάσχα από την 1η Μαίου κάθε έτους εντός του οποίου οφείλονταν, για τα επιδόματα και τις αποδοχές αδείας από την επομένη του τέλους του έτους εντός του οποίου οφείλονταν. Τέλος, η απόφαση, ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει και συγκεκριμένα για το αναφερόμενο στο διατακτικό ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (14.000 €) προσωρινά εκτελεστή, επειδή, η επιβράδυνση της εκτέλεσης κατά το μέρος αυτού είναι δυνατό να προξενήσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και αφορά απαιτήσεις που πηγάζουν από εργατικές διαφορές (βλ, αρθρ. 908§1 περ. ε’ ΚΠολΔ). Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, με βάση και το σχετικό αίτημά του, πρέπει να βαρύνει την εναγομένη λόγω της ήττας της (άρθρα 178§ 1, 191 §§ 1,2 του ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.-

– ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.-                                                                                .

-Δέχεται κατά τα λοιπά την αγωγή.-

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η σύμβαση εργασίας των διαδίκων λύθηκε με παραίτηση του ενάγοντος, στην οποία εξαναγκάστηκε λόγω καθυστέρησης των αποδοχών του, που συνιστά βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας του.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (27.550,53), στο οποίο συμποσούνται, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της απόλυσης του, το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (15.750) ευρώ, για υπερωριακή ερασία, από την επομένη του μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα ευρώ και εβδομήντα οχτώ λεπτών (2.460,78), για αμοιβή νυχτερινής εργασίας, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του τέλους του μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η νυχτερινή εργασία, το ποσό το3ν χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2012, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2013, το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ, για δώρο Πάσχα 2013, το ποσό των πεντακοσίων σαράντα έξι (546) ευρώ, για δώρο Πάσχα 2014, το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ, για επίδομα αδείας 2012, το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ για επίδομα αδείας 2013, το ποσό των εκατόν ογδόντα ενός ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (181,25) για επίδομα αδείας 2014 και το ποσό των τριακοσίων εξήντα δυο ευρώ και πέντε λεπτών (362,5), για αποδοχές αδείας 2014, με το νόμιμο τόκο, γι τα δώρα Χριστουγέννων απο την επόμενη του τέλους του έτους εντός του οποίου οφείλονταν, για τα δώρα Πάσχα από την 1η Μαίου κάθε έτους εντός του οποίου οφείλονταν, για τα επιδόματα και τις αποδοχές αδείας από την επομένη του τέλους του έτους εντός του οποίου οφείλονταν.

-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και δη για το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων (14.000) ευρώ.

-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων ευρώ (900 €).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά στις 26/8/2015 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ