ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Χ.Μ.
Αριθμός 945/2013
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Παρέσσα Τσαντεκίδου, Πρόεδρο Εφετών, Κυριάκο Οικονόμου και Γεώργιο Δημάκη – Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Δερμάτη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
Α. ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) _______ _______ του _______ , κατοίκου Πειραιώς, 2) _______ _______ του _______ , κατοίκου Πειραιώς και 3) _______ του _______ , κατοίκου Πειραιώς, εκ των οποίων ο 10ς εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Χαλιακόπουλο, οι 2η και 3η παραστάθηκαν μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Ναυτικής Εταιρίας με την επωνυμία «_______ Ν.Ε.» που εδρεύει στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Τιμαγένη.
Β. ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Εταιρείας με την επωνυμία _______ Ν.Ε. η οποία εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Τιμαγένη.
ΕΦΕΙΙΒΛΗΤΩΝ : 1) De facto ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «_______ S.A.» η οποία εδρεύει τυπικά στη Μονροβία της Λιβερίας, ουσιαστικά όμως στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενης, 2) de facto ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «_______ INC» η οποία εδρεύει τυπικά στη Μονροβία της Λιβερίας ουσιαστικά όμως στον Πειραιά νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Χιωτέλη, 3) _______ _______ του _______ και της _______ κατοίκου Πειραιά, 4) _______ _______ θυγατέρας _______ και _______ κατοίκου Πειραιά και 5) _______ _______ θυγατέρας _______ και _______ , κατοίκου Πειραιά, εκ των οποίων ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Χαλιακόπουλο, οι 4η και 5η παραστάθηκαν μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου.
Η με στοιχ. (Α) εφεσίβλητη Ναυτική Εταιρία με την επωνυμία «_______ Ν.Ε.» άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 8/8/2008, με αριθ. εκθ. κατάθ. 8460/2008 , αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4005/2009 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που διέταξε τα αναφερόμενα σ’ αυτή.
Στη συνέχεια η ανωτέρω εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου α) την από 10/3/2010, με αριθ. εκθ. κατάθ. 2707/2010 αγωγή και β) την με αριθ. εκθ. κατάθ. 2708/2010 κλήση, με την οποία επανέφερε προς συζήτηση την από 8/8/2008, με αριθ. εκθ. κατάθ. 8460/2008, αγωγή επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5327/2011 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που δέχθηκε τα αναφερόμενα σ’ αυτή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αμφότερα τα διάδικα μέρη ήτοι: α) οι εναγόμενοι – καθών η κλήση και ήδη με στοιχ. (Α) εκκαλούντες – (Β) 3ος, 4η και 5η εφεσίβλητοι, με την από 11/1/2012, με αριθ. εκθ. καταθ. 29/2012/και β) η ενάγουσα — καλούσα και ήδη με στοιχ. (Α) εφεσίβλητη – (Β) εκκαλούσα εφεσίβλητη Ναυτική Εταιρία με την επωνυμία «_______ Ν.Ε.» με την από 12/1/2012, με αριθ. εκθ. κατάθ. 35/2012, έφεση, των οποίων (εφέσεων), δικάσιμος ορίστηκε η 22/11/2012 και μετά από αναβολή αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά, το λόγο από την Πρόεδρο αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 11-1-2012 (αριθ καταθ 29/2012) και 12-1-2012 (αριθ καταθ 35/2012) αντίθετες εφέσεις κατά της υπ’ αριθ 5327/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (αρθ 495 παρ 1 και 2, 518 παρ 2, 591 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτές και πρέπει, με την ίδια διαδικασία (αρθ. 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), να εξετασθούν κατ ουσίαν (αρθ. 533 παρ 1, 591 παρ 1 ΚΠολΔ), αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (αρθ 31 παρ 3,246 ΚΠολΔ). Το αυτό ισχύει και για τους από 15-4-2013 (αριθ καταθ 39/2013) επίσης συνεκδικαστέους προσθέτους λόγους που ασκούν, παραδεκτός με αυτοτελές δικόγραφο, οι εκκαλούντες της από 11-1-2012 έφεσης (αρθ 520 παρ 2 ΚΠολΔ).
Στην από 8-8-2008 ( αριθ καταθ. 8460/2008) αγωγή η ενάγουσα επικαλείται, για τη θεμελίωση ευθύνης και συνακόλουθα υποχρεώσεως των εναγόμενων σε καταβολή δαπανών αντιμετωπίσεως του ένδικου ρυπογόνου γεγονότος και της αμοιβής της, που κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή ανέλαβε με βάση την αναφερόμενη σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του θανόντος _____ _______ , την απορρύπανση της αναφερόμενης πληγείσας θαλάσσιας και παράκτιας περιοχής τα εξής: Ότι ο θανών _______ _______ , ήταν κατά τον ένδικο χρόνο ο μόνος διευθυντής της εμφανιζόμενης ως κυρίας του ρυπογόνου πλοίου, πέμπτης εναγόμενης αλλοδαπής εταιρίας, ασκών με την ιδιότητα του αυτή, το σύνολο των εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων, που συνιστούν τις έννοιες της διοικήσεως και εκπροσωπήσεως της εταιρείας αυτής. Ότι η αμέσως ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία, η οποία έχει ιδρυθεί στην Μονροβία Λιβερίας, όπου και έχει τυπικά την έδρα της δεν έχει νόμιμα εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα και αποτελεί μια εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρεία, ο δε ως άνω θανών ευθύνεται με την ιδιότητα του μόνου διευθύνοντος την άνω εταιρεία. Οτι η έκτη εναγόμενη, η οποία ιδρύθηκε στην Μονροβία Λιβερίας, όπου και έχει τυπικά την έδρα της, και διατηρούσε κατ’ αρχήν νόμιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, η οποία εκ των υστέρων ανακλήθηκε, αποτελεί, ομοίως, μια εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν ήταν η διαχειρίστρια του ως άνω ρυπογόνου πλοίου, ο δε θανών _______ _______ ήταν ο μόνος διευθυντής της εμφανιζόμενης διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας, ασκών με την ιδιότητα του αυτή, το σύνολο των εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων που συνιστούν τις έννοιες της διοικήσεως και εκπροσωπήσεως της εταιρείας αυτής, επιπλέον δε ήταν και ο μοναδικός μέτοχος αυτής. Ότι οι τέσσερις πρώτοι των εναγομένων αποτελούν τους νόμιμους κληρονόμους του αποθανόντος την 5.12.2003 _______ _______ με την ιδιότητα της συζύγου η 1η και των τέκνων οι 2ος, 3η και 4η. Ότι η ένδικη αξίωση είναι χρέος της κληρονομιάς, για το οποίο ευθύνονται σε ολόκληρο οι άνω κληρονόμοι του. Ότι οι ανωτέρω δύο (5η + 6η) εναγόμενες εταιρείες είχαν την πραγματική τους έδρα στην ημεδαπή, χωρίς να υπαχθούν στον Ελληνικό Νόμο και να έχουν άδεια λειτουργίας, θεωρούνται εν τοις πράγμασι προσωπικές εταιρείες με αποτέλεσμα ο συμβαλλόμενος επ’ ονόματι των _______ _______ να ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτές. Ότι, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, ο θανών ασκούσε ο ίδιος την εκμετάλλευση του ένδικου πλοίου κατά τρόπο αφανή, κυρίως δια μέσω των παρένθετων εναγόμενων νομικών προσώπων κατά κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας αυτών. Ειδικότερα, με τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο πράξεις η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιριών χρησιμέυσε στον θανόντα για να νομιμοποιηθούν αποτελέσματα αντίθετα προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή οι πράξεις των εναγομένων εταιριών ήσαν στην πραγματικότητα πράξεις του θανόντος κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου τους, που σκόπιμα παραλλάσσονταν και εκδηλώθηκαν, κυρίως στις αναφερόμενες περιπτώσεις, που ο κυρίαρχος θανών μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητα των εταιριών, για να καταστρατηγήσει το νόμο, απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο, ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του και ότι συνεπώς, θεμελιώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη αυτού με τα νομικά πρόσωπα για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους. Ότι η έβδομη των εναγομένων ευθύνεται αντικειμενικά με το ν. 743/1977 με την ιδιότητα της διευθύντριας της πέμπτης εναγόμενης πλοιοκτήτριας ανώνυμης εταιρείας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε μετά από παραδεκτή μερική τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις της (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να υποχρεωθούν οι 5η και 6η και 7η από τις εναγόμενες να της καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία από 1.000.000 €, να υποχρεωθούν επίσης εις ολόκληρον οι 1η, 2ος 3η και 40ς από τους εναγόμενους να της καταβάλουν ποσό του 1000000 € κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας (κατά το 1/4 ο καθένας) και ακολούθως να αναγνωριστεί ότι οι 5η και 6η και 7η από τις εναγόμενες είναι υποχρεωμένες να της καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία από 2129977,90 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οι 1η, 2ος, 3ος και 4ος από τους εναγόμενους είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον συνολικά 2129977,90 ευρώ, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, νομιμοτόκως από 6.10.2000 (επομένη της παροχής των υπηρεσιών της αυτών), άλλως από 18.10.2000 (ημερομηνία παραλαβής του σχετικού τιμολογίου), άλλως από 11.8.2005 (επίδοση σχετικής με αρ. καταθ. 6132/2005 αγωγής της), άλλως από την επίδοση των αγωγών αυτών έως την εξόφληση.
Με την 8460/2008 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Πειραιώς η ανωτέρω αγωγή απορρίφτηκε λόγω της αοριστίας της ως απαράδεκτη για τους πρώτους τέσσερις των εναγομένων οι οποίοι ενήχθησαν με την ιδιότητα, των κληρονόμων του _______ _______ και φέρονται ως υπόχρεοι της ένδικης αγωγικής αξίωσης, η οποία αποτελεί χρέος της κληρονομιάς του άνω κληρονομουμένου, καθώς δεν εξετέθησαν σ’ αυτή για την νομική της θεμελίωση : α) κατα ποίο ποσοστό περιήλθε σ’ αυτούς η κληρονομιά και αν την αποδέχθηκαν και 2) το ποσό, με το οποίο εβαρύνετο ο καθένας συγκληρονόμος, ανάλογα με την κληρονομική του μερίδα, καθώς η ΑΚ 1885 καθιερώνει την αυτοδίκαιη διαίρεση των απαιτήσεων και των χρεών της κληρονομιάς.
Επιπλέον, όσον αφορά την έβδομη των εναγομένων, κρίθηκε ότι ακόμα και αν υποτεθούν αληθή τα ιστορούμενα στην αγωγή θεμελιωτικά της ευθύνης της πραγματικά περιστατικά, δεν δύνανται κατά νόμο να θεμελιώσουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 12 ν. 743/1977 ευθύνη της, δεδομένου ότι αυτή καθιερώνεται μόνο για το πρόσωπο του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου καθώς και του διευθύνοντος συμβούλου ανωνύμων εταιρειών που έχουν στη κυριότητα τους πλοία και δεξαμενόπλοια, ιδιότητες που δεν υπήρχαν στο πρόσωπο αυτής . Τέλος, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι ενόψει: α) της απαράδεκτου εναγωγής των τεσσάρων πρώτων των εναγομένων, οι οποίοι ενέχονται με την ιδιότητα των καθολικών διαδόχων του φερόμενου ως μόνου μετόχου διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου αυτών _______ _______ και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής θα κληθούν να καταβάλουν το αιτούμενο χρηματικό ποσό ως χρέος της κληρονομιάς του ανωτέρω, β) του ενιαίου της κρίσεως της προκείμενης διαφοράς, ότι έπρεπε να αναβληθεί η συζήτηση της αγωγής ως προς την πέμπτη και έκτη των εναγόμενων με σκοπό την έκδοση κοινής αποφάσεως και ενιαίας ρύθμισης της διαφοράς (αρ.308 ΚΠολΔ). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφενός απορρίφτηκε η αγωγή ως προς τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα της αγωγής και αφετέρου αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής ως προς τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα αυτής.
Στην από 10-3-2010 (αριθ καταθ 2707/2010) αγωγή, την οποία η ίδια, όπως πιο πάνω, ενάγουσα, στρέφει μόνο κατά των τέκνων του ως άνω θανόντος, που στην από 8-82008 αγωγή είχαν την θέση των 2ου, 3ης και 4ης από τους εναγόμενους, αφού η μητέρα τους και σύζυγος του θανόντος _______ _______ , αποποιήθηκε νόμιμα την επαχθείσα σ’ αυτή κληρονομιά, γεγονός που είχε ως συνέπεια την επαύξηση του κληρονομικού μεριδίου του κάθε τέκνου της από 1/4 σε 1/3, εκτίθενται ακριβώς τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ενώ η
οφειλή των εναγομένων προσδιορίστηκε, μετά την προσαύξηση του κληρονομικού μεριδίου του κάθε τέκνου στο ποσό των 1.043.325,966 ευρώ. Γι’ αυτό ζήτησε, μετά τον εν μέρει περιορισμό της αγωγής, να υποχρεωθεί ο κάθε εναγόμενος να της καταβάλει από 333333 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν ο καθένας από 709993 ευρώ, σύμφωνα με την κληρονομιαία μερίδα του 1/3 ο καθένας, νομιμοτόκως από 6.10.2000 (επομένη της παροχής των υπηρεσιών της αυτών), άλλως από 18.10.2000 (ημερομηνία παραλαβής του σχετικού τιμολογίου), άλλως από 11.8.2005 (επίδοση σχετικής με αρ. καταθ. 6132/2005 αγωγής της), άλλως από την επίδοση των αγωγών αυτών έως την εξόφληση.
Με την εκκαλουμένη απόφαση συνεκδικάστηκαν α) η από 8-8-2008 αγωγή, μόνο κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των 5ης και 6ης από τους εναγόμενους, ως προς τις οποίες είχε αναβληθεί η συζήτηση της για τους προαναφερθέντες λόγους και η οποία εισήχθη προς συζήτηση με την υπ’ αριθμ 2708/2010 κλήση της ενάγουσας και β) η από 10-3-2010 αγωγή. Ακολούθως οι αγωγές κρίθηκαν νόμιμες κατά την κύρια βάση τους και εν συνεχεία απορρίφτηκε η από 8-8-2008 γιατί κρίθηκε ότι η ένδικη αξίωση ως προς τις εναγόμενες αυτές εταιρίες είχε παραγραφεί, ενώ έγινε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η · από 10-3-2010 αγωγή. Εναντίον της εκκαλουμένης παραπονείται η ενάγουσα – εκκαλούσα της από 12-1-2012 έφεσης και οι εναγόμενοι – εκκαλούντες της από 11-2-2012 έφεσης και των από 15-4-2013 πρόσθετων λόγων για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της. Ειδικότερα η μεν ενάγουσα ζήτησε την αποδοχή της αγωγής της και ως προς τις ως άνω εταιρίες και οι εναγόμενοι την απόρριψη της αγωγής.
Από την διάταξη του άρθρου 10 ΑΚ συνάγεται ότι τα νομικά πρόσωπα διέπονται ως προς την ίδρυση, την νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ασκείται η κεντρική διοίκηση αυτών και εκπορεύονται οι αποφάσεις και διαμορφώνεται η πολιτική της επιχειρήσεως (πραγματική έδρα), συνεπώς, αλλοδαπές εταιρίες, οι οποίες έχουν ως πραγματική έδρα την Ελλάδα, δεν έχουν, όμως, συσταθεί συμφώνως προς τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, πάσχουν (ακυρότητα ως εταιρίες του αντίστοιχου εταιρικού τύπου και λειτουργούν υπό το σχήμα των ομορρύθμων εταιριών εν τοις πράγμασι, οι εταίροι των οποίων ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον ( ΟλΑΠ 2/2003 ΕΕμπΔ ΝΔ’,60, ΑΠ 803/2010). Τούτο, όμως, δεν ισχύει προκειμένου περί ναυτιλιακών εταιριών πλοιοκτητριών πλοίων υπό ξένη σημαία συνεστημένων κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφ όσον τα πλοία αυτών διαχειρίζονται ή διεχειρίζοντο γραφεία ή υποκαταστήματα εταιριών εγκατεστημένων εντός της Ελλάδος δυνάμει αδειας χορηγούμενης δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, δημοσιευόμενης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, οι οποίες, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 Ν. 791/1978 και 25 Ν. 27/1975, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 4 Ν. 2234/1994, διέπονται ως προς την σύσταση, την νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ευρίσκεται η καταστατική έδρα αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου διευθύνσεως των εταιρικών υποθέσεων ( ΕφΠειρ 586/2012, ΝΟΜΟΣ). Ενόψει αυτών, οι 4η και 5η από τις εναγόμενες της από 8-8-2008 συνεκδικασθείσας αγωγής διέπονται ως προς την νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου αποκλειστικώς από το λιβεριανό δίκαιο, αφού αφ’ ενός έχουν συσταθεί συμφώνως προς τις διατάξεις του εν λόγω δικαίου και έχουν καταστατική έδρα αυτών την Μονροβία, αφ’ ετέρου η 4η εναγομένη ήταν πλοιοκτήτρια του ζημιογόνου , πλοίου, υπό σημαία Καμπότζης, το οποίο διαχειριζόταν η 5η εναγομένη λιβεριανή εταιρία, της οποίας η εγκατάσταση εντός Ελλάδας είχε εγκριθεί δυνάμει κοινής Αποφάσεως Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας και ακολούθως ανακλήθηκε η άδεια εγκατάστασής της, με αίτηση της ίδιας στις 19-10-2000, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα βεβαίωση του YEN, αριθ πρωτ 3122.1/3155/33. Συνεπώς, η εκκαλουμένη που δέχτηκε ως νόμω βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, κρίνοντας τις ως άνω εναγόμενες αλλοδαπές ναυτιλιακές εταιρίες ως de facto ομόρρυθμες εταιρίες ευθυνόμενες εις ολόκληρον με τους κληρονόμους του ως άνω θανόντος, βασικού μετόχου των εταιριών αυτών, έσφαλε και θα πρέπει να εξαφανιστεί κατά παραδοχή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμου του 1ου λόγου της από 11-1-2012 έφεσης των εκκαλουντων και των πρόσθετων λόγων κατά το σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η αποδοχή της κύριας βάσης της αγωγής ως νόμω βάσιμης.
Αν έγινε δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής βάσεως. Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Με την έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων της αγωγής απευθείας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εισάγεται εξαίρεση στην αρχή της μη υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 12 του ΚΠολΔ, το δε εφετείο όταν, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, ερευνά τη μη εξετασθείσα πρωτοδίκως βάση της αγωγής, δεν δεσμεύεται από τον κανόνα του άρθρου 530 § 1 του ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να καταστήσει και δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 536 § 2 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 1408/1999 ΕλΔ 41, 737, Σαμουήλ Η Εφεση 2003,361). Ενόψει αυτών το παρόν Δικαστήριο θα προβεί ακολούθως στην έρευνα του νόμω βάσιμου της επικουρικής βάσεως την αγωγών.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι οροί που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ’ αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα. Η νομική, λοιπόν, προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ’ αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του. Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται, όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 §2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας του. Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση, έτσι, της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενών από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ. άρθρ. 1 §3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 §2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδια της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες, με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας, για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητα τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτιση τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ’ αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνιση τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν, αντίστοιχα, και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες, λοιπόν, τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί, όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας της χρησιμεύει, για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως, όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται, κυρίως, στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας, για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ’ άλλη έκφραση, η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως, η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ’ αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλεια τη με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές-.με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ’ αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι’ αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα, στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλισή) των συνεπειών από την εταιρεία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό εντάσσεται και αξιολογείται και η συνηθισμένη στη ναυτιλία επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την οποία ο επιχειρηματίας, που δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά μία ή περισσότερες εταιρείες στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό της Χώρας, οι οποίες αγοράζουν ένα ή περισσότερα πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε απευθείας οι ίδιες είτε με ανάθεση της διαχείρισης τους σε άλλη εταιρεία, η οποία προϋπάρχει ή ιδρύεται για το σκοπό αυτό και ενεργεί για λογαριασμό τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά συνήθως και της διαχειρίστριας εταιρείας, διατηρεί ο επιχειρηματίας, που συμμετέχει κατά κανόνα και στη διοίκηση τους και ως κύριος μέτοχος κερδοσκοπεί έμμεσα με την απόληψη των κερδών της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει από μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή στον επιχειρηματία, αφού λείπει από αυτόν η βούληση της εκμετάλλευσης του πλοίου για λογαριασμό του. Αντίθετα, ο επιχειρηματίας θα είναι και εφοπλιστής κατά την έννοια του άρθρ. 105 του ΚΙΝΑ, αν αποδειχθεί ότι οι παραπάνω εταιρείες είναι εικονικές ή δραστηριοποιούνται κυρίως για λογαριασμό του και ότι αυτός ασκεί συνεπώς στην πραγματικότητα για τον εαυτό του την εκμετάλλευση του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση, οπότε εκτός από την απολαβή των κερδών πρέπει να επωμίζεται ο ίδιος και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευση του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι οι ως άνω αγωγές είναι σαφείς και ορισμένες κατά την επικουρική τους βάση. Ειδικότερα επί του νομίμως προταθέντως πρωτοδίκως και επαναφερθέντος στο παρόν Δικαστήριο ισχυρισμού των εναγομένων περί αοριστίας της ως άνω βάσης της αγωγής θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2,118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει εκτός των άλλων στοιχείων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, που συντελείται με την ευκρινή έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, όσα κατά το νόμο είναι αναγκαία προς στήριξη του αξιουμένου δικαιώματος (ΑΠ 48/1987 ΕΕΝ 1987.868, ΑΠ 915/1980 ΝοΒ 29.296). Η έκθεση όλων των θεμελειούντων κατά νόμον την αγωγή πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν μπορούν να οριστούν γενικώς αλλά προσδιορίζονται ειδικώς και συγκεκριμένως κατά την εφαρμοζόμενη ουσιαστική διάταξη του νόμου, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 496/1990 ΕΕργΔ 50.235, ΑΠ 40/1989 ΕΕργΔ 48.1083). Η αναγραφή των περιστατικών αυτών είναι απαραίτητη( για να μπορέσει τόσο ο εναγόμενος να αμυνθείς όσο και το δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής (ΕφΑΘ 10604/1995 Αρμ 51.769 και τις εκεί παραπομπές στη θεωρία και νομολογία). Η έλλειψη σαφούς, επαρκούς, μη ενδοιαστικής και συγκεκριμένης εξειδίκευσης των περιστατικών, που είναι παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής επιφέρει την απόρριψη της ως απαράδεκτης, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης είτε και αυτεπαγγέλτως, εφόσον ανάγεται στην προδικασία που είναι δημόσιας τάξης (άρθρο 111 σε συνδυασμό με άρθρο 159 αρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 365/2000 ΕλλΔνη 41.1301). Σημειώνεται ότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 915/1980 ΝοΒ 29.296, ΑΠ 1296/1983 ΝοΒ 32.1028, ΑΠ 412/1986 ΕλλΔνη 28.440). Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της αμφοτεροβαρούς ενοχικής σύμβασης της μίσθωσης έργου. Η από σύμβαση έργου αγωγή του εργολάβου για καταβολή της, για το εκτελεσθέν έργο, συμφωνημένης αμοιβής του για να είναι ορισμένη πρέπει να αναφέρει: 1) το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως έργου και το έργο που με αυτή [σύμβαση] ανέλαβε να εκτελέσει ο εργολάβος, 2) ότι το αναληφθέν έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε από τον ενάγοντα – εργολάβο και 3) ποία η συμφωνηθείσα για το έργο αυτό αμοιβή του. Εάν δε η αμοιβή του έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελεστήκαν ΑΠ 382/2006 ΕλλΔνη 2006.830, ΑΠ 1187/2005 ΕλλΔνη 2006.517, ΑΠ 412/1993 ΕλλΔνη 36.376. Απ 483/1991 ΝοΒ 30.50, ΑΠ 739/1984 ΡλλΛνη 26.96, ΑΠ 438/1981 ΝοΒ 1982.50, ΑΠ 341/197 ΝοΒ 27.166, ΑΠ 256/1976 ΝοΒ 24.78, ΑΠ1 ΝοΒ Δικογραφία 2001.78, ΕφΚρητ 737/1997 ΑρχΝ 2000.520, Εφ Κρητ 151/1990 ΕλλΔνη 33.1262 ΕφΠατρ 158/1989 ΑχΝ 6.151, ΕφΑΘ 4234/1986 ΝοΒ 35,40, ΠΠΘεσ 312/1990 Αρμ 1990.104).
Εν προκειμένω, στην αγωγή αναφέρονται με σαφήνεια όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, ήτοι: α) τι ο θανών _______ _______ έδωσε την εντολή του έργου της ένδικης απορρύπανσης στην ενάγουσα 1-9-2009 ο ίδιος ατομικά κατ’ ουσίαν, τοπικά δε με έγγραφο της πλοιοκτήτη «_______ S.A», 2) Ότι το αναληφθέν έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε από ενάγουσα – εργολάβο με την ταυτόχρονη παράδοξη στους εργοδότες, Τις 18-10-2000 του σχετικού τιμολογί
