fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Χ.Μ.

Αριθμός 945/2013
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Παρέσσα Τσαντεκίδου, Πρόεδρο Εφετών, Κυριάκο Οικονόμου και Γεώργιο Δημάκη – Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Δερμάτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

Α. ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) _______   _______  του _______  , κατοίκου Πειραιώς, 2) _______  _______  του _______  , κατοίκου Πειραιώς και 3) _______  του _______  , κατοίκου Πειραιώς, εκ των οποίων ο 1εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Χαλιακόπουλο, οι 2η και 3η παραστάθηκαν μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Ναυτικής Εταιρίας με την επωνυμία «_______  Ν.Ε.» που εδρεύει στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Τιμαγένη.

Β. ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Εταιρείας με την επωνυμία _______  Ν.Ε. η οποία εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Τιμαγένη.

ΕΦΕΙΙΒΛΗΤΩΝ :   1) De facto ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «_______  S.A.» η οποία εδρεύει τυπικά στη Μονροβία της Λιβερίας, ουσιαστικά όμως στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενης, 2) de facto ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «_______  INC» η οποία εδρεύει τυπικά στη Μονροβία της Λιβερίας ουσιαστικά όμως στον Πειραιά νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Χιωτέλη, 3) _______   _______  του _______   και της _______  κατοίκου Πειραιά, 4) _______  _______  θυγατέρας _______   και _______  κατοίκου Πειραιά και 5) _______  _______  θυγατέρας _______   και _______  , κατοίκου Πειραιά, εκ των οποίων ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία  Χαλιακόπουλο, οι 4η και 5η παραστάθηκαν μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου.

Η με στοιχ. (Α) εφεσίβλητη Ναυτική Εταιρία με την επωνυμία «_______  Ν.Ε.» άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 8/8/2008, με αριθ. εκθ. κατάθ. 8460/2008 , αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4005/2009 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που διέταξε τα αναφερόμενα σ’ αυτή.

Στη συνέχεια η ανωτέρω εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου α) την από 10/3/2010, με αριθ. εκθ. κατάθ. 2707/2010 αγωγή και β) την με αριθ. εκθ. κατάθ. 2708/2010 κλήση, με την οποία επανέφερε προς συζήτηση την από 8/8/2008, με αριθ. εκθ. κατάθ. 8460/2008, αγωγή επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5327/2011 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που δέχθηκε τα αναφερόμενα σ’ αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αμφότερα τα διάδικα μέρη ήτοι: α) οι εναγόμενοι – καθών η κλήση και ήδη με στοιχ. (Α) εκκαλούντες – (Β) 3ος, 4η και 5η εφεσίβλητοι, με την από 11/1/2012, με αριθ. εκθ. καταθ. 29/2012/και β) η ενάγουσα — καλούσα και ήδη με στοιχ. (Α) εφεσίβλητη – (Β) εκκαλούσα εφεσίβλητη Ναυτική Εταιρία με την επωνυμία «_______  Ν.Ε.» με την από 12/1/2012, με αριθ. εκθ. κατάθ. 35/2012, έφεση, των οποίων (εφέσεων), δικάσιμος ορίστηκε η 22/11/2012 και μετά από αναβολή αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά, το λόγο από την Πρόεδρο αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 11-1-2012 (αριθ καταθ 29/2012) και 12-1-2012 (αριθ καταθ 35/2012) αντίθετες εφέσεις κατά της υπ’ αριθ 5327/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (αρθ 495 παρ 1 και 2, 518 παρ 2, 591 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτές και πρέπει, με την ίδια διαδικασία (αρθ. 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), να εξετασθούν κατ ουσίαν (αρθ. 533 παρ 1, 591 παρ 1 ΚΠολΔ), αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (αρθ 31 παρ 3,246 ΚΠολΔ). Το αυτό ισχύει και για τους από 15-4-2013 (αριθ καταθ 39/2013) επίσης συνεκδικαστέους προσθέτους λόγους που ασκούν, παραδεκτός με αυτοτελές δικόγραφο, οι εκκαλούντες της από 11-1-2012 έφεσης (αρθ 520 παρ 2 ΚΠολΔ).

Στην από 8-8-2008 ( αριθ καταθ. 8460/2008) αγωγή η ενάγουσα επικαλείται, για τη θεμελίωση ευθύνης και συνακόλουθα υποχρεώσεως των εναγόμενων σε καταβολή δαπανών αντιμετωπίσεως του ένδικου ρυπογόνου γεγονότος και της αμοιβής της, που κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή ανέλαβε με βάση την αναφερόμενη σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του θανόντος _____  _______  , την απορρύπανση της αναφερόμενης πληγείσας θαλάσσιας και παράκτιας περιοχής τα εξής: Ότι ο θανών _______  _______  , ήταν κατά τον ένδικο χρόνο ο μόνος διευθυντής της εμφανιζόμενης ως κυρίας του ρυπογόνου πλοίου, πέμπτης εναγόμενης αλλοδαπής εταιρίας, ασκών με την ιδιότητα του αυτή, το σύνολο των εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων, που συνιστούν τις έννοιες της διοικήσεως και εκπροσωπήσεως της εταιρείας αυτής. Ότι η αμέσως ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία, η οποία έχει ιδρυθεί στην Μονροβία Λιβερίας, όπου και έχει τυπικά την έδρα της δεν έχει νόμιμα εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα και αποτελεί μια εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρεία, ο δε ως άνω θανών ευθύνεται με την ιδιότητα του μόνου διευθύνοντος την άνω εταιρεία. Οτι η έκτη εναγόμενη, η οποία ιδρύθηκε στην Μονροβία Λιβερίας, όπου και έχει τυπικά την έδρα της, και διατηρούσε κατ’ αρχήν νόμιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, η οποία εκ των υστέρων ανακλήθηκε, αποτελεί, ομοίως, μια εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν ήταν η διαχειρίστρια του ως άνω ρυπογόνου πλοίου, ο δε θανών _______  _______   ήταν ο μόνος διευθυντής της εμφανιζόμενης διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας, ασκών με την ιδιότητα του αυτή, το σύνολο των εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων που συνιστούν τις έννοιες της διοικήσεως και εκπροσωπήσεως της εταιρείας αυτής, επιπλέον δε ήταν και ο μοναδικός μέτοχος αυτής. Ότι οι τέσσερις πρώτοι των εναγομένων αποτελούν τους νόμιμους κληρονόμους του αποθανόντος την 5.12.2003 _______   _______  με την ιδιότητα της συζύγου η 1η και των τέκνων οι 2ος, 3η και 4η. Ότι η ένδικη αξίωση είναι χρέος της κληρονομιάς, για το οποίο ευθύνονται σε ολόκληρο οι άνω κληρονόμοι του. Ότι οι ανωτέρω δύο (5η + 6η) εναγόμενες εταιρείες είχαν την πραγματική τους έδρα στην ημεδαπή, χωρίς να υπαχθούν στον Ελληνικό Νόμο και να έχουν άδεια λειτουργίας, θεωρούνται εν τοις πράγμασι προσωπικές εταιρείες με αποτέλεσμα ο συμβαλλόμενος επ’ ονόματι των _______  _______   να ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτές. Ότι, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, ο θανών ασκούσε ο ίδιος την εκμετάλλευση του ένδικου πλοίου κατά τρόπο αφανή, κυρίως δια μέσω των παρένθετων εναγόμενων νομικών προσώπων κατά κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας αυτών. Ειδικότερα, με τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο πράξεις η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιριών χρησιμέυσε στον θανόντα για να νομιμοποιηθούν αποτελέσματα αντίθετα προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή οι πράξεις των εναγομένων εταιριών ήσαν στην πραγματικότητα πράξεις του θανόντος κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου τους, που σκόπιμα παραλλάσσονταν και εκδηλώθηκαν, κυρίως στις αναφερόμενες περιπτώσεις, που ο κυρίαρχος θανών μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητα των εταιριών, για να καταστρατηγήσει το νόμο, απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο, ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του και ότι συνεπώς, θεμελιώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη αυτού με τα νομικά πρόσωπα για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους. Ότι η έβδομη των εναγομένων ευθύνεται αντικειμενικά με το ν. 743/1977 με την ιδιότητα της διευθύντριας της πέμπτης εναγόμενης πλοιοκτήτριας ανώνυμης εταιρείας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε μετά από παραδεκτή μερική τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις της (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να υποχρεωθούν οι 5η και 6η και 7η από τις εναγόμενες να της καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία από 1.000.000 €, να υποχρεωθούν επίσης εις ολόκληρον οι 1η, 2ος 3η και 4 από τους εναγόμενους να της καταβάλουν ποσό του 1000000 € κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας (κατά το 1/4 ο καθένας) και ακολούθως να αναγνωριστεί ότι οι 5η και 6η και 7η από τις εναγόμενες είναι υποχρεωμένες να της καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία από 2129977,90 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οι 1η, 2ος, 3ος  και 4ος από τους   εναγόμενους είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον συνολικά 2129977,90 ευρώ, κατά το ποσοστό  της κληρονομικής τους μερίδας, νομιμοτόκως από 6.10.2000 (επομένη της παροχής των υπηρεσιών της αυτών), άλλως από 18.10.2000 (ημερομηνία παραλαβής του σχετικού τιμολογίου), άλλως από 11.8.2005 (επίδοση σχετικής με αρ. καταθ. 6132/2005 αγωγής της), άλλως από την επίδοση των αγωγών αυτών έως την εξόφληση.

Με την 8460/2008 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Πειραιώς η ανωτέρω αγωγή απορρίφτηκε λόγω της αοριστίας της ως απαράδεκτη για τους πρώτους τέσσερις των εναγομένων οι οποίοι ενήχθησαν με την ιδιότητα, των κληρονόμων του _______   _______  και φέρονται ως υπόχρεοι της ένδικης αγωγικής αξίωσης, η οποία αποτελεί χρέος της κληρονομιάς του άνω κληρονομουμένου, καθώς δεν εξετέθησαν σ’ αυτή για την νομική της θεμελίωση : α) κατα ποίο ποσοστό περιήλθε σ’ αυτούς η κληρονομιά και αν την αποδέχθηκαν και 2) το ποσό, με το οποίο εβαρύνετο ο καθένας συγκληρονόμος, ανάλογα με την κληρονομική του μερίδα, καθώς η ΑΚ 1885 καθιερώνει την αυτοδίκαιη διαίρεση των απαιτήσεων και των χρεών της κληρονομιάς.

Επιπλέον, όσον αφορά την έβδομη των εναγομένων, κρίθηκε ότι ακόμα και αν υποτεθούν αληθή τα ιστορούμενα στην αγωγή θεμελιωτικά της ευθύνης της πραγματικά περιστατικά, δεν δύνανται κατά νόμο να θεμελιώσουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 12 ν. 743/1977 ευθύνη της, δεδομένου ότι αυτή καθιερώνεται μόνο για το πρόσωπο του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου καθώς και του διευθύνοντος συμβούλου ανωνύμων εταιρειών που έχουν στη κυριότητα τους πλοία και δεξαμενόπλοια, ιδιότητες που δεν υπήρχαν στο πρόσωπο αυτής . Τέλος, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι ενόψει: α) της απαράδεκτου εναγωγής των τεσσάρων πρώτων των εναγομένων, οι οποίοι ενέχονται με την ιδιότητα των καθολικών διαδόχων του φερόμενου ως μόνου μετόχου διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου αυτών _______   _______  και σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής θα κληθούν να καταβάλουν το αιτούμενο χρηματικό ποσό ως χρέος της κληρονομιάς του ανωτέρω, β) του ενιαίου της κρίσεως της προκείμενης διαφοράς, ότι έπρεπε να αναβληθεί η συζήτηση της αγωγής ως προς την πέμπτη και έκτη των εναγόμενων με σκοπό την έκδοση κοινής αποφάσεως και ενιαίας ρύθμισης της διαφοράς (αρ.308 ΚΠολΔ). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφενός απορρίφτηκε η αγωγή ως προς τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα της αγωγής και αφετέρου αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής ως προς τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα αυτής.

Στην από 10-3-2010 (αριθ καταθ 2707/2010) αγωγή, την οποία η ίδια, όπως πιο πάνω, ενάγουσα, στρέφει μόνο κατά των τέκνων του ως άνω θανόντος, που στην από 8-8­2008 αγωγή είχαν την θέση των 2ου, 3ης και 4ης από τους εναγόμενους, αφού η μητέρα τους και σύζυγος του θανόντος _______  _______  , αποποιήθηκε νόμιμα την επαχθείσα σ’ αυτή κληρονομιά, γεγονός που είχε ως συνέπεια την επαύξηση του κληρονομικού μεριδίου του κάθε τέκνου της από 1/4 σε 1/3, εκτίθενται ακριβώς τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ενώ η

οφειλή των εναγομένων προσδιορίστηκε, μετά την προσαύξηση του κληρονομικού μεριδίου του κάθε τέκνου στο ποσό των 1.043.325,966 ευρώ. Γι’ αυτό ζήτησε, μετά τον εν μέρει περιορισμό της αγωγής, να υποχρεωθεί ο κάθε εναγόμενος να της καταβάλει από 333333 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν ο καθένας από 709993 ευρώ, σύμφωνα με την κληρονομιαία μερίδα του 1/3 ο καθένας, νομιμοτόκως από 6.10.2000 (επομένη της παροχής των υπηρεσιών της αυτών), άλλως από 18.10.2000 (ημερομηνία παραλαβής του σχετικού τιμολογίου), άλλως από 11.8.2005 (επίδοση σχετικής με αρ. καταθ. 6132/2005 αγωγής της), άλλως από την επίδοση των αγωγών αυτών έως την εξόφληση.

Με την εκκαλουμένη απόφαση συνεκδικάστηκαν α) η από 8-8-2008 αγωγή, μόνο κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των 5ης και 6ης από τους εναγόμενους, ως προς τις οποίες είχε αναβληθεί η συζήτηση της για τους προαναφερθέντες λόγους και η οποία εισήχθη προς συζήτηση με την υπ’ αριθμ 2708/2010 κλήση της ενάγουσας και β) η από 10-3-2010 αγωγή. Ακολούθως οι αγωγές κρίθηκαν νόμιμες κατά την κύρια βάση τους και εν συνεχεία απορρίφτηκε η από 8-8-2008 γιατί κρίθηκε ότι η ένδικη αξίωση ως προς τις εναγόμενες αυτές εταιρίες είχε παραγραφεί, ενώ έγινε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η · από 10-3-2010 αγωγή. Εναντίον της εκκαλουμένης παραπονείται η ενάγουσα – εκκαλούσα της από 12-1-2012 έφεσης και οι εναγόμενοι – εκκαλούντες της από 11-2-2012 έφεσης και των από 15-4-2013 πρόσθετων λόγων για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της. Ειδικότερα η μεν ενάγουσα ζήτησε την αποδοχή της αγωγής της και ως προς τις ως άνω εταιρίες και οι εναγόμενοι την απόρριψη της αγωγής.

Από την διάταξη του άρθρου 10 ΑΚ συνάγεται ότι τα νομικά πρόσωπα διέπονται ως προς την ίδρυση, την νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ασκείται η κεντρική διοίκηση αυτών και εκπορεύονται οι αποφάσεις και διαμορφώνεται η πολιτική της επιχειρήσεως (πραγματική έδρα), συνεπώς, αλλοδαπές εταιρίες, οι οποίες έχουν ως πραγματική έδρα την Ελλάδα, δεν έχουν, όμως, συσταθεί συμφώνως προς τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, πάσχουν (ακυρότητα ως εταιρίες του αντίστοιχου εταιρικού τύπου και λειτουργούν υπό το σχήμα των ομορρύθμων εταιριών εν τοις πράγμασι, οι εταίροι των οποίων ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον ( ΟλΑΠ 2/2003 ΕΕμπΔ ΝΔ’,60, ΑΠ 803/2010). Τούτο, όμως, δεν ισχύει προκειμένου περί ναυτιλιακών εταιριών πλοιοκτητριών πλοίων υπό ξένη σημαία συνεστημένων κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφ όσον τα πλοία αυτών διαχειρίζονται ή διεχειρίζοντο γραφεία ή υποκαταστήματα εταιριών εγκατεστημένων εντός της Ελλάδος δυνάμει αδειας χορηγούμενης δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, δημοσιευόμενης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, οι οποίες, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 Ν. 791/1978 και 25 Ν. 27/1975, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 4 Ν. 2234/1994, διέπονται ως προς την σύσταση, την νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ευρίσκεται η καταστατική έδρα αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου διευθύνσεως των εταιρικών υποθέσεων ( ΕφΠειρ 586/2012, ΝΟΜΟΣ). Ενόψει αυτών, οι 4η και 5η από τις εναγόμενες της από 8-8-2008 συνεκδικασθείσας αγωγής διέπονται ως προς την νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου αποκλειστικώς από το λιβεριανό δίκαιο, αφού αφ’ ενός έχουν συσταθεί συμφώνως προς τις διατάξεις του εν λόγω δικαίου και έχουν καταστατική έδρα αυτών την Μονροβία, αφ’ ετέρου η 4η εναγομένη ήταν πλοιοκτήτρια του ζημιογόνου , πλοίου, υπό σημαία Καμπότζης, το οποίο διαχειριζόταν η 5η εναγομένη λιβεριανή εταιρία, της οποίας η εγκατάσταση εντός Ελλάδας είχε εγκριθεί δυνάμει κοινής Αποφάσεως Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας και ακολούθως ανακλήθηκε η άδεια εγκατάστασής της, με αίτηση της ίδιας στις 19-10-2000, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα βεβαίωση του YEN, αριθ πρωτ 3122.1/3155/33. Συνεπώς, η εκκαλουμένη που δέχτηκε ως νόμω βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, κρίνοντας τις ως άνω εναγόμενες αλλοδαπές ναυτιλιακές εταιρίες ως de facto ομόρρυθμες εταιρίες ευθυνόμενες εις ολόκληρον με τους κληρονόμους του ως άνω θανόντος, βασικού μετόχου των εταιριών αυτών, έσφαλε και θα πρέπει να εξαφανιστεί κατά παραδοχή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμου του 1ου λόγου της από 11-1-2012 έφεσης των εκκαλουντων και των πρόσθετων λόγων κατά το σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η αποδοχή της κύριας βάσης της αγωγής ως νόμω βάσιμης.

Αν έγινε δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής βάσεως. Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Με την έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων της αγωγής απευθείας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εισάγεται εξαίρεση στην αρχή της μη υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 12 του ΚΠολΔ, το δε εφετείο όταν, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, ερευνά τη μη εξετασθείσα πρωτοδίκως βάση της αγωγής, δεν δεσμεύεται από τον κανόνα του άρθρου 530 § 1 του ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να καταστήσει και δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 536 § 2 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 1408/1999 ΕλΔ 41, 737, Σαμουήλ Η Εφεση 2003,361). Ενόψει αυτών το παρόν Δικαστήριο θα προβεί ακολούθως στην έρευνα του νόμω βάσιμου της επικουρικής βάσεως την αγωγών.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι οροί που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ’ αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα. Η νομική, λοιπόν, προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ’ αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του. Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται, όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 §2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας του. Ειδικότερα η εταιρεία ως  σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση, έτσι, της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενών από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ. άρθρ. 1 §3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 §2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδια της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες, με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Συνεπώς  δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας, για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητα τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτιση  τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ’ αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνιση τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν, αντίστοιχα, και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες, λοιπόν, τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί, όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας της χρησιμεύει, για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως, όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται, κυρίως, στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας, για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ’ άλλη έκφραση, η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως, η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ’ αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλεια τη με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές-.με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ’ αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι’ αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα, στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλισή) των συνεπειών από την εταιρεία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό εντάσσεται και αξιολογείται και η συνηθισμένη στη ναυτιλία επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την οποία ο επιχειρηματίας, που δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά μία ή περισσότερες εταιρείες στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό της Χώρας, οι οποίες αγοράζουν ένα ή περισσότερα πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε απευθείας οι ίδιες είτε με ανάθεση της διαχείρισης τους σε άλλη εταιρεία, η οποία προϋπάρχει ή ιδρύεται για το σκοπό αυτό και ενεργεί για λογαριασμό τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά συνήθως και της διαχειρίστριας εταιρείας, διατηρεί ο επιχειρηματίας, που συμμετέχει κατά κανόνα και στη διοίκηση τους και ως κύριος μέτοχος κερδοσκοπεί έμμεσα με την απόληψη των κερδών της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει από μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή στον επιχειρηματία, αφού λείπει από αυτόν η βούληση της εκμετάλλευσης του πλοίου για λογαριασμό του. Αντίθετα, ο επιχειρηματίας θα είναι και εφοπλιστής κατά την έννοια του άρθρ. 105 του ΚΙΝΑ, αν αποδειχθεί ότι οι παραπάνω εταιρείες είναι εικονικές ή δραστηριοποιούνται κυρίως για λογαριασμό του και ότι αυτός ασκεί συνεπώς στην πραγματικότητα για τον εαυτό του την εκμετάλλευση του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση, οπότε εκτός από την απολαβή των κερδών πρέπει να επωμίζεται ο ίδιος και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευση του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι οι ως άνω αγωγές είναι σαφείς και ορισμένες κατά την επικουρική τους βάση. Ειδικότερα επί του νομίμως προταθέντως πρωτοδίκως και επαναφερθέντος στο παρόν Δικαστήριο ισχυρισμού των εναγομένων περί αοριστίας της ως άνω βάσης της αγωγής θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2,118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει εκτός των άλλων στοιχείων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, που συντελείται με την ευκρινή έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, όσα κατά το νόμο είναι αναγκαία προς στήριξη του αξιουμένου δικαιώματος (ΑΠ 48/1987 ΕΕΝ 1987.868, ΑΠ 915/1980 ΝοΒ 29.296). Η έκθεση όλων των θεμελειούντων κατά νόμον την αγωγή πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν μπορούν να οριστούν γενικώς αλλά προσδιορίζονται ειδικώς και συγκεκριμένως κατά την εφαρμοζόμενη ουσιαστική διάταξη του νόμου, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 496/1990 ΕΕργΔ 50.235, ΑΠ 40/1989 ΕΕργΔ 48.1083). Η αναγραφή των περιστατικών αυτών είναι απαραίτητη( για να μπορέσει τόσο ο εναγόμενος να αμυνθείς όσο και το δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής (ΕφΑΘ 10604/1995 Αρμ 51.769 και τις εκεί παραπομπές στη θεωρία και νομολογία). Η έλλειψη σαφούς, επαρκούς, μη ενδοιαστικής και συγκεκριμένης εξειδίκευσης των περιστατικών, που είναι παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής επιφέρει την απόρριψη της ως απαράδεκτης, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης είτε και αυτεπαγγέλτως, εφόσον ανάγεται στην προδικασία που είναι δημόσιας τάξης (άρθρο 111 σε συνδυασμό με άρθρο 159 αρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 365/2000 ΕλλΔνη 41.1301). Σημειώνεται ότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 915/1980 ΝοΒ 29.296, ΑΠ 1296/1983 ΝοΒ 32.1028, ΑΠ 412/1986 ΕλλΔνη 28.440). Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της αμφοτεροβαρούς ενοχικής σύμβασης της μίσθωσης έργου. Η από σύμβαση έργου αγωγή του εργολάβου για καταβολή της, για το εκτελεσθέν έργο, συμφωνημένης αμοιβής του για να είναι ορισμένη πρέπει να αναφέρει: 1) το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως έργου και το έργο που με αυτή [σύμβαση] ανέλαβε να εκτελέσει ο εργολάβος, 2) ότι το αναληφθέν έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε από τον ενάγοντα – εργολάβο και 3) ποία η συμφωνηθείσα για το έργο αυτό αμοιβή του. Εάν δε η αμοιβή του έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελεστήκαν ΑΠ 382/2006 ΕλλΔνη 2006.830, ΑΠ 1187/2005 ΕλλΔνη 2006.517, ΑΠ 412/1993 ΕλλΔνη 36.376. Απ 483/1991 ΝοΒ 30.50, ΑΠ 739/1984 ΡλλΛνη 26.96, ΑΠ 438/1981 ΝοΒ 1982.50, ΑΠ 341/197 ΝοΒ 27.166, ΑΠ 256/1976 ΝοΒ 24.78, ΑΠ1 ΝοΒ Δικογραφία 2001.78, ΕφΚρητ 737/1997 ΑρχΝ 2000.520,  Εφ Κρητ 151/1990 ΕλλΔνη 33.1262 ΕφΠατρ 158/1989 ΑχΝ 6.151, ΕφΑΘ 4234/1986 ΝοΒ 35,40, ΠΠΘεσ 312/1990 Αρμ 1990.104).

Εν προκειμένω, στην αγωγή αναφέρονται με σαφήνεια όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, ήτοι: α) τι ο θανών _______  _______   έδωσε την εντολή του έργου της ένδικης απορρύπανσης στην ενάγουσα 1-9-2009 ο ίδιος ατομικά κατ’ ουσίαν, τοπικά δε με έγγραφο της πλοιοκτήτη «_______  S.A», 2) Ότι το αναληφθέν έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε από  ενάγουσα – εργολάβο με την ταυτόχρονη παράδοξη στους εργοδότες, Τις 18-10-2000 του σχετικού τιμολογίου βάσει των προσυμφωνηθείσων αντιστοίχων κοστολογήσεων και επιμέρους συμφωνηθείσας εργασίας και ) συμφωνηθείσα για το έργο αυτό αμοιβή της ενάγουσα ανέρχεται στο συνολικά αιτούμενο στην αγωγή ποσό. Πέρα αυτών στο αγωγικό δικόγραφο αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, κατάχρηση νομικής προσωπικότητας των εναγόμενων εταιριών λογω ανεπαρκούς χρηματοδότησης τους, λόγω σύγχησης ατομική και εταιρικών περιουσιών, λόγω του μεγέθους οικονομικής συμμετοχής του θανόντος εταίρου, λογω της εικονικότητας των νομικών προσώπων των εταιριών έλλειψης ουσιαστικής συναλλακτικής οργάνωσης και δράσης. Ακολούθως κρίνεται ότι οι αγωγές είναι ορισμένες και ως προς τα αξιούμενα κονδύλια, τα οποία εκφράστηκαν αρχικά σε δραχμές με την 1η αγωγή και ήδη ζητούνται σε ευρώ. Η κοστολόγηση των υπηρεσιών της ενάγουσας αναφέρεται ότι έγινε σε δολλάρια βάσει του αποσταλέντος στους ανωτέρω οφειλέτες τιμοκαταλόγου της ενάγουσας και ακολούθως το ποσό δραχμοποιήθηκε (1η αγωγή) και εν συνεχεία εκφράστηκε σε ευρώ. Σε κανένα σημείο της αγωγής δεν αναφέρεται ότι η αμοιβή και οι δαπάνες της ενάγουσας, που είναι αναλυτικά προσδιορισμένες απορριπτόμενων ως αβασίμων των αντιθέτων ισχυρισμών των εναγομένων, συνομολογήθηκαν σε ξένο νόμισμα. Συνεπώς ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής κρίνεται, όπως και πρωτοδίκως, απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Εν συνεχεία κρίνεται ότι οι ανωτέρω αγωγές είναι νόμιμες κατά την επικουρική τους βάση στηριζόμενες στις διατάξεις των αρθ. 281, 1710, 1885, 297, 298, 330 εδ. β, 345, 346, 481, 681, 343 παρ. 1 ΑΚ, 70 και 74 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων τοκοδοσίας από 6.10.2000 (επομένη της παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας που μνημονεύονται ειδικότερα στην αγωγή) και 18.10.2000 (ημερομηνία παραλαβής του σχετικού τιμολογίου), διότι δεν αποτελούν ορισμένη (δήλη) ημέρα για την εκπλήρωση της παροχής και δεν επικαλείται η ενάγουσα όχληση των εναγομένων κατά τους χρόνους εκείνους (άρθρα 340, 341, και 345 ΑΚ) και πρέπει να εξεταστούν – κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί για το ως άνω καταψηφιστικό αίτημα το  προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπερ τρίτων προσαυξήσεις ( βλ εκκαλούμενη απόφαση), η συνεκδίκασή τους για λόγους οικονομίας της δίκης, όπως και πρωτοδίκως.

Κατά το άρθρο 261 εδ. α’ ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και, τέλος κατά το άρθρο 263 ιδίου Κωδικός κάθε παραγραφή που διακόπηκε με η έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο εναγών παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορροή τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν όμως δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη πριν την τελεσιδικία της απόφασης, που απέρριψε την αγωγή για τυπικούς λόγους, όπως π.χ λόγω αοριστίας (ΑΠ 362/2009,1048/2009, ΝΟΜΟΣ). Όμως, για να έχει το διακοπτικό της παραγραφής αυτό αποτέλεσμα η προηγούμενη αγωγή πρέπει το αίτημα της να ταυτίζεται κατά την ιστορική       και     νομική        του    βάση  με        αυτό   της      νέας   αγωγής (ΑΠ 1117/2000, Δνη 42,1293, Τέλος, η αξίωση του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής  που υπόκειται στην 5ετή παραγραφή του αρθ 250 ΑΚ (ΑΠ 64/1992, ΕΕΝ 1993/2009, Κατράς ε.α., σελ 531). Οι εναγόμενοι εν προκειμένω παραδεκτώς, όπως και πρωτοδίκως (άρθ 269, 527 ΚΠολΔ βλ. Σαμουήλ, Η Εφεση, 2003,283), προτείνουν την ένσταση της 5ετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης, που γεννήθηκε στις 6-10-2000 και συνεπώς παρεγράφη στις 31-12-2005, αφού η επίδοση της από 8-8-2008 αγωγής έγινε στις 13-8-2008, ενώ η ενάγουσα παραδεκτά, όπως και πρωτοδίκως κατ’ αντένσταση ισχυρίζεται ότι διεκόπη η παραγραφή με την άσκηση της, όμοιας με τις προαναφερθείσες, από 17-1-2005 αγωγής. Οι ως άνω ένσταση και αντένσταση είναι νόμιμες. Η νομιμότητα τους στηρίζεται στις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και θα πρέπει να εξεταστούν κατ’ ουσίαν. Πράγματι, οι εναγόμενες εταιρίες «_______  SA» και «_______  INK» το πρώτον εμφανίζονται ως εναγόμενες στην από 8-8-2008 αγωγή, που επιδόθηκε σ’ αυτές στις 13-8-2008, σύμφωνα με την σχετική επιση μείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Π Γενναιόπουλου επί του δικογράφου της αγωγής, με αποτέλεσμα ως προς αυτές, να έχει παραγραφεί η ασκούμενη με την αγωγή, αξίωση λόγω της παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου της 5ετίας από την γέννηση της αξίωσης στις 6-10-2000. Ως προς τους λοιπούς, όμως, εναγόμενους των από 8-8-2008 και 10-3-2010 αγωγών έχει διακοπεί η παραγραφή. Ειδικότερα η ενάγουσα είχε ασκήσει αρχικά ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 17.1.2005 (αρ. κατάθ. 6132/3.8.2005) αγωγή, που επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 11-8-2008, σύμφωνα με την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Π. Γενναιόπουλου επί του δικογράφου της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε κατά την δικάσιμο της 19ης-2-2008 και σχετικά εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 2665/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία καταργήθηκε η δίκη. Δηλ., η 1η διακοπή της παραγραφής, που συμπληρωνόταν στις 31-12-2005, τοποθετείται χρονικά στις 11-8-2005 της από 17-1-2005 αγωγής. Από τη επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής αυτής αποδεικνύεται ότι αυτή       στρέφεται εκ μέρους της ενάγουσας και κατά των εναγομένων των από 8-8-2008 και 10-3-2010 αγωγών και έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με τις αγωγές αυτές, ήτοι α) Ότι ο θανών _____  _____ έδωσε την εντολή του έργου της απορρύπανσης στην ενάγουσα την 1-9-2009 ο ίδιος ατομικά κατ’ ουσίαν, τυπικά δε με έγγραφο  της πλοικτήτριας «______  ______  S.A», 2) Ότι το αναληφθέν έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε από την ενάγουσα –εργολάβο με την ταυτόχρονη παράδοσης στους εργοδότες στις 18-10-2000 του σχετικού τιμολογίου βάσει των προσυμφωνηθέντων αντιστοίχων κοστολογήσεων κάθε επιμέρους συμφωνηθείσας εργασίας και 3) Ότι η συμφωνηθείσα για το έργο αυτό αμοιβή της ενάγουσσας ανέρχεται στο συνολικά αιτούμενο στην αγωγή ποσό. Πλην αυτών, στο αγωγικό δικόγραφο της από 17-1-2005 αγωγής αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οπίων συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση κατάχρηση νομικής προσωπικότητας των εναγόμενων εταιριών λόγω ανεπαρκούς χρηματοδότησης τους, λόγω σύγχυσης ατομικής και εταιρικών περιουσιών, λόγω του μεγέθους της οικονομικής συμμετοχής του θανόντος εταίρου, λόγω της εικονικότητας των νομικών προσώπων των εταιριών και έλλειψης ουσιαστικής συναλλακτικής οργάνωσης και δράσης. Συνεπώς, πρόκειται περί ομοίας αγωγής με τις κρινόμενες, χωρίς αυτό να αναιρείται από το γεγονός ότι ο ______ _______   κατά την άσκηση της από17-1-2005 αγωγής στις 11-8-2005 ήταν ανήλικος, αφού είχε γεννηθεί στις 15-8-1987 και εκπροσωπήθηκε στην δίκη αυτή από την μητέρα του _______   _______  . Ακολούθως, κατά την άσκηση της από 8-8-2008 αγωγής στις 13-8-2008 είχε ήδη ενηλικιωθεί και παραστάθηκε ο ίδιος. Σημειώνεται ότι στην από 17-1-2005 αγωγή ουδόλως αναφέρεται ότι ο ως άνω ανήλικος ευθύνεται κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας επ’ ωφελεία απογραφής (αρθ 1527 ΑΚ), αφού δεν γίνεται αναφορά τέτοιας απογραφής και καθορισμός του ενεργητικού της. Ούτε στην από 8-8-2008 αγωγή γίνεται οποιαδήποτε αναφορά περί της ευθύνης του επ’ ωφελεία απογραφής, αφού από την σιωπή των διαδίκων επί του θέματος αυτού κρίνεται ότι ο ανήλικος, μη έχοντας συντάξει απογραφή επί ένα έτος από τότε που έγινε απεριόριστα ικανός με την ενηλικίωση του στις 15-8-2005, ήτοι μέχρι τις 15-8-2006, απώλεσε κατ’ αρθ 1912 ΑΚ το σχετικό ευεργέτημα. Συνεπώς πρόκειται περί του ιδίου προσώπου, ως εναγόμενου και στ^ τρεις αγωγές, ευθυνόμενου ας ολόκληρον με τους λοιπούς συγκληρονόμους, κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας. Επομένως, εντός διαστήματος μικρότερου των 6 μηνών από τις 19-2-2008, που εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 2665/2008 απόφαση του Πολ Πρωτ Πειρ επί της από 118 2005 αγωγής, ήτοι στις 13-8-2008 έχουμε 2′ διακοπή της παραγραφής μόνο ως προς τα φυσικά πρόσωπα και Κληρονόμους του αρχικού υπόχρεου _______ _______  . Πλην όμως η ένδικη αξίωση ως προς αυτούς διεκόπη μερικώς, μόνο ως προς το 1/4 της σχετικής αξίωσης , (κατά του καθενός) όπως δηλ η ενάγουσα την ζητούσε από τους εναγόμενους με την από 17-1-2005 αγωγή, πριν δηλ την προσαυξηση της μερίδας των ανηλίκων, μετά την αναφερόμενη στο δικόγραφο των από 8-8-2008 και 10-3-2010 αγωγών, νόμιμη και εμπρόθεσμη αποποίηση του μεριδίου της μητέρας τους στις 2-3-2004, σύμφωνα και με τον σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων, που πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ’ ουσίαν βάσιμος. Συνεπώς, η ως άνω ένσταση των εναγόμενων πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και η από 8­8-2008 αγωγή, που στρέφεται μόνο κατά των αναφερομενων εταιριών, πρέπει να απορριφθεί και η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων εξαιτίας των δυσχερείων προπαρατεθεισών διατάξεων (179, 183 ΚΠολΔ). Ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, όμως, θα πρέπει να γίνει δεκτή η αντένσταση της διακοπής της παραγραφής και να απορριφθεί ως προς  αυτούς η ένσταση παραγραφής. Επίσης θα πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής η εικοσαετής παραγραφή του αρθ 249 ΑΚ γιατί στην κρινόμενη περίπτωση η έννομη σχέση, που συνδέει τους διαδίκους είναι αυτή της σύμβασης έργου, που υπόκειται, κατά τα ανωτέρω σε 5ετή παραγραφή.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στις 24-3-2009, κατά την αρχική συζήτηση της από 8-8-2008 αγωγής, οι οποίες περιέχονται στα υπ’ αριθμ 8460/2008 πρακτικά, τις υπ αριθμ 5119, 5120/3-3-2009, 5515, 5516/5-5-2011 ένορκες βεβαιώσεις των _____  _______  και _______  _______  στη συμ/φο Πειραιώς Π. Βενίτη – Πολιτσοπούλου, οι οποίες έχουν ληφθεί νομότυπα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν πρωτοδίκως, (βλ τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την ενάγουσα υπ’ αριθμ.3995στ, 3997στ, 6398Γ, 3998στ, 6399Γ, 3999στ, 6400Γ/25-2-2009 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Α Αγγελοπούλου), την υπ’ αριθμ. 5221 / 22-5-2013 ένορκη βεβαίωση του Ν Δεφαράνα στον Ειρηνοδίκη Αθήνας, η οποία έχει ληφθεί Νομότυπα (βλ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εναγόμενους υπ’ αριθμ 7590 Γ /22-5-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ν Καλύνα), την υπ’ αριθμ. 910/28-5-2013 ένορκη βεβαίωση του _____ _______   στον Ειρηνοδίκη Πειραιά, η οποία έχει ληφθεί νομότυπα (βλ τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την ενάγουσα υπ’ αριθμ 5957 Δ, 5955 Δ, 5956 Δ/23-5-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ Βαλλιανάτου (οι δύο τελευταίες από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και παραδεκτά λαμβάνονται υπ’ όψιν, βλ. Σαμουήλ «Η έφεση», 203, 308) καθώς και απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτιμώμενων και όσων από αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ) και για ορισμένα των οποίων (εγγράφων) γίνεται μνεία παρακάτω, χωρίς όμως κανένα απ’ αυτά να παραλειφθει για ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες με επίκληση τους, από την ενάγουσα φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (αρθ 444 αριθ 3, 448 παρ 2 και 457 παρ 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία με αντικείμενο την εκτέλεση έργων και την παροχή υπηρεσιών προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και του χερσαίου και παρακτίου περιβάλλοντος. Είναι δε γνωστή στην αγορά με την συντομογραφία epe. Ειδικότερα, η ενάγουσα δραστηριοποιείται απο το 1977 στον τομέα της προσφοράς εξειδικευμένων υπηρεσιών προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος από πετρελαιοειδή και χημικά. Δεδομένου ότι η αμεσότητα της επέμβασης συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση ενός περιστατικού θαλάσσιας ρύπανσης, η ενάγουσα έχει οργανώσει ένα δίκτυο 14 εξοπλισμένων και επανδρωμένων ιδιόκτητων αντιρρυπαντικών σταθμών που καλύπτει γεωγραφικά το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος Προκειμένου μάλιστα να αντεπεξέλθει στις υψηλές προδιαγραφές, που απαιτούνται για να είναι επιτυχής η αντιμετώπιση ενός περιστατικού ρύπανσης, η ενάγουσα διαθέτει πολυάριθμο μόνιμο ειδικά εκπαιδευμένο και έμπειρο προσωπικό και εξοπλισμένα αντιρρυπαντικά συνεργεία υψηλής τεχνολογίας.

Την 01.09.2000 στη θαλάσσια περιοχή «_______  », Χαλκίδας, το υπό σημαία Καμπότζης φορτηγό πλοίο χύδην φορτίου «_______  » (Αρ. Νηολογίου Πνομ-Πενχ _______  , _______ ), το οποίο ανήκε τυπικά στην εταιρεία Λιβερίας _______  CORPORATION, ουσιαστικός, όμως, και πραγματικός κύριος αυτού ήταν ο αποβιώσας _______  _______  , προκάλεσε εκτεταμένη ρύπανση. Η εταιρεία Λιβερίας _______  INC. εφέρετο ως η διαχειρίστρια του πλοίου.

Aμφότερες  οι δύο προαναφερθείσες εταιρίες ήταν    το συμφερόντων ___________   _______  . Ειδικότερα την 01.09.2000 Φ/Γ πλοίο «_______  », φέρον επ’ αυτου περυτου 750 τόνους πετρελαίου ως καύσιμα (bunkers), προκάλεσε εκτεταμένη θαλάσσια ρύπανση στην θαλάσσια περιοχή «_______  », Χαλκίδας, αλλά και στην ευρυτερη περιοχή Ν Ευβοϊκού κόλπου και των παραλίων Βοιωτικης-Αττικής με την διαφυγή 480-500 κυβικών μέτρων μαύρων καυσίμων (μαζούτ) – συνεπεία κοπής/τσακίσματος στο μέσον του σκάφους με ταυτόχρονη βύθιση του μεσαίου τμήματος και υπερύψωσης με μεγάλη διαμήκη κλίση (20- 30°) των άκρων του, μετά το πέρας φόρτωσης σε αυτό χύμα τσιμέντου εκ της παραβεβλημένης δίπλα στο πλοίο πλώτης  αποθήκης  «_______  », Νηολ. Πειραια 66800)  πλοιοκτησίας της εταιρείας _______  Α.Ε, λόγω της αναξιοπλοΐας του πλοίου και κακής φορτωσεως από μέρους του Πλοιάρχου και του πληρώματος του πλοίου.

Από την ως άνω διαφυγή των καυσίμων και πετρελαιοειδών εκ του επιδίκου πλοίου, μεγάλα τμήματα ιδιαίτερα ευαίσθητων και τουριστικών περιοχών ρυπάνθηκαν, όπως της Ερέτριας (Ευβοϊκή ακτή) σε μήκος 2 χιλιομέτρων, του Λευκαντί σε μήκος 1.5 χλμ, καθώς και των παράλιων Αυλίδας, Δηλεσίου, Χαλκουτσίου, Σκάλας Ωροπού και Μαρκοπούλου σε ένα συνολικό μήκος περίπου 22 χιλιομετρων, ως επίσης της κοίτης του ποταμού Ασωπού σε μήκος 1.5 χλμ και της παραλίας Βαρνάβα Αττικής σε μήκος περί τα 2χλμ.

Την ίδια ημέρα με το ως άνω περιστατικό, ήτοι την 01.09.2000 ο αποβιώσας _______  _______  , ανέθεσε ουσιαστικά μεν ο ίδιος στην ενάγουσα, τυπικά δε μέσω της ως άνω πλοιοκτήτριας «_______  S.A.», με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (fax) που έστειλε στα γραφεία της ενάγουσας στον Πειραιά, το έργο της απορρύπανσης, περιορισμού ρύπανσης της θαλάσσης και προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος εν γένει, λόγω διαρροής πετρελαίου από τις δεξαμενές του πλοίου, την οποία ανάθεση η ενάγουσα απεδέχθηκε. Επί 36 ημέρες, ήτοι από την 1.9.2000 έως την 6.10.2000 τα συνεργεία της ασχολήθηκαν με την απάντληση πετρελαιοειδών από τις δεξαμενές του βυθισμένου πλοίου και την απορρύπανση και αποτροπή επέκτασης της ρύπανσης σε σχέση με το ως άνω περιστατικό και γεννήθηκε η αναλυτικά κατωτέρω αναφερόμενη απαίτηση της.

Τα αίτια βύθισης του ως άνω πλοίου, όπως προαναφέρθηκε ήσαν η αντικανονική φόρτωση – κατανομή του φορτίου 32.031 Μ.Τ. τσιμέντου, κατά την οποία ειδικότερα, αφέθηκαν κενά τα ακραία (#1 και #7) κύτη φορτίου (αμπάρια) και έγινε συγκέντρωση του βάρους του φορτίου προς το μέσον του σκάφους, που είχε σαν αποτέλεσμα την υπέρβαση κατά πολύ της μέγιστης επιτρεπόμενης καμπτικής ροπής και διατμητικής δύναμης στο μέσον του πλοίου, σε συνδυασμό με την μειωμένη αντοχή λόγω υπερβολικών κατά τόκους φθορών των κατασκευαστικών μελών του σκάφους καν ιδιαίτερα μέσο νομέα του, όπου εφαρμόζονται οι μεγίστες τάσεις φόρτισης των. Η καταστροφική φόρτωση αυτή έγινε, επειδή ο Πλοίαρχος, και υπεύθυνοι της διαχειρίστριας εταιρείας “_______  ” η _______ S.A.” δεν εξετέλεσαν, ως όφειλαν, προηγούμενα, αναλυτικό προϋπολογισμό της σχεδιαζόμενης φόρτωσης προς τον έλεγχο της αντοχής του πλοίου (ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΤΑΣΕΙΣ) με βάση το εγκεκριμένο εγχειρίδιο φορτώσεων. Πλην αυτό διαπιστώθηκε: (α) Μη εκτέλεση των αναγκαίων επισκευών σκάφους, (β) Μειωμένος στο ελάχιστο αριθμός πληρώματος, Μ διαδοχικές αλλαγές Νηογνώμονα (ΠΟΛΟΝΙΚΟΥ κ.α)  επειδή δεν είχαν συμμορφώσει το πλοίο, ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των διεθνών συμβάσεων SOLAS/MARPOL  κλπ. και γενικά των Κανονισμών Ασφαλείας Ναυσιπλοΐας. (δ) Δεν είχε εγκατασταθεί στο πλοίο «_______  ” όργανο για τον αποτελεσματικό έλεγχο των φορτώσεων, (ε) Χρησιμοποίηση εν γνώσει τους νεοσύστατου, ουσιαστικά ανύπαρκτου κύρους Νηογνώμονα προκειμένου να τους χορηγούνται από της 04/8/99 προσωρινά πιστοποιητικά αξιοπλοιας, χωρίς ουσιαστική συμμόρφωση και τήρηση των Διεθνών Συμβάσεων και Κανονισμών ΙΜΟ για το “_______  ” με αλλεπάλληλες αντικανονικές παρατάσεις (στ) Αδιαφορία περί την ασφάλιση του πλοίου που έμμεσα αποδεικνύει την μηδαμινή λόγω της φθοράς αξίας του. Τα ανωτέρω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η διαχείριση και λειτουργία του “_______  ” υπήρξε πλημμελέστατη και επικίνδυνη με κίνητρο την επίτευξη του μεγίστου δυνατού κέρδους από την εκμετάλλευση του^με όσο το δυνατόν λιγότερες δαπάνες συντήρησης και ενώ οι υπεύθυνοι διαχείρισης – εκμετάλλευσης του έπρεπε να γνώριζαν το ενδεχόμενο να συμβεί κάποιο ατύχημα, με άγνωστες για το πλήρωμα και το περιβάλλον συνέπειες. Τα παραπάνω, που αποτελούν διαπιστώσεις της από 14-12-2001 διαταχθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης των ναυπηγών μηχανολόγων ______ _______  και _____ ____, που διορίστηκαν στις 2-9­2010 από τον διενεργήσαντα την προανάκριση _____ ______, Ανθ/στη Λ.Σ, του κεντρικού λιμεναρχείου Χαλκίδας, επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας στο ακροατήριο Β _______  . Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι με την υπ’ αριθμ 4276/ 31-10-2006 απόφαση του Τριμ Πλημ Χαλκίδας, που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα, ο πλοίαρχος του ανωτέρω πλοίου _______  καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 5 ετών, για ανθρωποκτονία από αμέλεια ενός μέλους του πληρώματος του βυθισθέντος πλοίου και συγκεκριμένα του ναύτη _______  , για πρόκληση ναυαγίου και για σοβαρή ρύπανση θαλάσσιου περιβάλλοντος ( ο συγκατηγορούμενος του _______  _______   είχε ήδη πεθάνει στις 5-12-2003 όταν απηγγέλθη η ως άνω απόφαση).

Για την σωστή και έγκαιρη αντιμετώπιση του επίδικου περιστατικού (δηλαδή για τον περιορισμό και την αντιμετώπιση της προκληθείσας ρύπανσης και για απάντληση των πετρελαιοειδών από τις δεξαμενές βυθισμένου πλοίου), η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της στο ως άνω πλοίο υπό τη διαρκή εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγός της «Ρόδιας Λιμενικής Αρχής · Η ενάγουσα καθημερινώς καθιστούσε γνωστές τις εργασίες που πραγματοποιούσε τόσο στο ΥΕΝ/ΔΠΘΠ/Κεντρικό Λιμεναρχείο Χαλκίδας, όσο και στον αποβιώσαντα ουσιαστικό πλοιοκτήτη _____  _____ και στην τύποις πλοιοκτήτρια εταιρία του, καθώς και στον αντιπρόσωπο της ασφαλιστικής της εταιρίας (_______  ) (_______  ), η οποία μετά από το περιστατικό δεν κάλυψε την ζημία και η ενάγουσα εργάστηκε εντατικώς και με όλο το ανθρώπινο, υλικό και τεχνικό δυναμικό, που είχε στην διάθεση της επί 36 μέρες, δηλαδή από 01 09.2000 (ημέρα του περιστατικού) εως και 06.20.2000.

Ειδικότερα, η ενάγουσα ενεργοποίησε άμεσα τα αντιρρυπαντικά της σκάφη _______  , _______  » κα _______  7 καθώς και βοηθητικά σκάφη, για να πλεύσουν στον  τόπο του επίδικου περιστατικού και γερανοφόρα φορτηγό και τεχνικοί μετέβησαν στον προβλήτα ______ στο _______  . Χρησιμοποιώντας τα σκάφη αυτά καθώς κα ναυλωμένες λάντζες τοποθετήθηκαν πλωτά φράγματα γύρω από το επίδικο πλοίο και απορροφητικές ουσίες στη περιοχή εντός του φράγματος. Τα πλωτά φράγματα της ενάγουσας συνδέθηκαν με αυτά του Κ.Α. Χαλκίδας και τεχνικοί της ενάγουσας πόντισαν πρόσθετα αγκυροβόλια για την καλύτερη στερέωση των πλωτών φραγμάτων λόγω των ισχυρών παλιρροϊκών ρευμάτων που επικρατούσαν στην περιοχή.

Η ενάγουσα εταιρεία απέστειλε στις 18.10.2000 στην πλοιοκτήτρια εταιρεία _______  το αντίστοιχο χρεωστικό σημείωμα με λεπτομερή περιγραφή του όγκου των εργασιών που παρασχέθηκαν και την για κάθε εργασία τιμολόγηση της, το οποίο η πλοιοκτήτρια παρέλαβε χωρίς καμία άρνηση ή επιφύλαξη, δεδομένου ότι αυτή αποδεχόταν ανεπιφύλακτα τις ως άνω υπηρεσίες κατά τη διάρκεια παροχής τους και ουδέποτε πρόβαλε αντίρρηση αναφορικά με τις εργασίες ή το ύψος των χρεώσεων, οι οποίες έγιναν με βάση τον πάγιο και γνωστό στην ίδια, αλλά και στην ναυτιλιακή αγορά τιμοκατάλογο της, ο οποίος ισχύει απαράλλαχτα από το έτος 1999, οι δε τιμές είναι ειθισμένες αντικειμενικές, εύλογες και ανάλογες των παροχών της ενάγουσας. Για τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κατέθεσε αναλυτικά ο μάρτυρας της ενάγουσας _____ _______  στην ως άνω ένορκη βεβαίωση του. Πέραν αυτού, για το θέμα του συντονισμού των εργασιών απορρύπανσης/και της αποτίμησης τους σαφής είναι και η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της ενάγουσας  _______ ______  , Αρχιπλοίαρχου του Λιμενικού Σώματος ΕΑ, που έχει εργασθεί επί 26ετία στο Λιμενικό Σώμα και ήταν στα αρχικά στάδια ο συντονιστής της επιχείρησης απορρύπανσης. Αυτός κατέθεσε μεταξύ άλλων τα κάτωθι: «…Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας, έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με θέματα προστασίας θαλασσίου περιβάλλοντος πλέον των δέκα (10) ετών. Έχω παραβρεθεί, επιβλέψει και συντονίσει περισσότερα από εκατό (100) από τα ναυτικά ατυχή ματα.. .Όταν συνέβη το περιστατικό της βύθισης του Φ/Γ πλοίου “_______  ” την 1.9.2000, δέχθηκα τηλεφώνημα από τον τότε Α’ Υπαρχηγό Λ.Σ. _______  _______  , ο οποίος με διέταζε να φύγω άμεσα από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά και να μεταβώ πάραυτα στον τόπο του συμβάντος στο _______   Χαλκίδας. Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης στο _______   και δεδομένης της ως άνω δικής μου εμπειρίας και μετεκπαίδευσης μου ανέθεσε τον επιχειρησιακό έλεγχο της θαλάσσιας ρύπανσης που “_______  “. Όταν μετέβην στην περιοχή του συμβάντος, όπου και παρέμεινα για περίπου δέκα (10) ημέρες, διαπίστωσα και ο ίδιος πως επρόκειτο για μία από τις μεγαλύτερες ρυπάνσεις που έχουν ποτέ γίνει στην Ελλάδα, δεδομένου ότι επεκτάθηκε σχεδόν σε ολόκληρο τον Νότιο Ευβοϊκό Κόλπο προσβάλλοντας θάλασσα και ακτές ένα μεγάλο μέρος των εργασιών αντιμετώπισης της ρύπανσης εκτελέστηκε από την εταιρεία «_______  Ν.Ε. Η κινητοποίηση της εν λόγω εταιρείας ήταν άμεση… όπως σε κάθε περιστατικό θαλάσσιας ρύπανσης, έτσι και στη συγκεκριμένη, οι αρμόδιοι αξιωματικοί παρακολουθούσαμε διαρκώς τις εργασίες, δίναμε τις απαραίτητες οδηγίες, εποπτεύαμε τα κατά τόπους συνεργεία και πλωτά μέσα, κάναμε συσκέψεις περί τούτου – στην αρχή μάλιστα καθημερινά – και δίναμε συγκεκριμένες εντολές στους εμπλεκόμενους για τον εξοπλισμό, τα μέσα και τα υλικά που έπρεπε να παρασχεθούν και σε ποιες από τις πληγείσες περιοχές έπρεπε να χρησιμοποιηθούν. Η δε εταιρεία «_______  Ν.Ε.» έστελνε καθημερινές -κατά κανόνα- αναφορές σε όλους τους εμπλεκόμενους όπου κατέγραφε, εν συντομία, τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της, τα μέσα και τον εξοπλισμό που χρησιμοποίησε, επομένως εάν μνημόνευε κάτι που δεν είχε πραγματοποιηθεί θα διατυπώνεται άμεσα, σχετική ένσταση από το Λιμεναρχείο. Επομένως, εφόσον δεν υπήρξε έγγραφη αντίρρηση από μέρους του, είναι βέβαιο πως όλα τα αναφερόμενα στις καθημερινές αναφορές της εταιρείας έλαβαν χώρα. Επιπροσθέτως, τις εργασίες αντιμετώπισης ενός περιστατικού θαλάσσιας ρύπανσης παρακολουθεί κατά κανόνα και πραγματογνώμονας του Αλληλασφαλιστικού Οργανισμού του πλοίου, ο οποίος επίσης ελέγχει τις εργασίες και εάν διαφωνεί με κάτι, διατυπώνει τις ενστάσεις ή επιφυλάξεις του. Εν προκειμένω, δεν θυμάμαι να συνέβη κάτι τέτοιο. Τέλος, γνωρίζω πως η εταιρεία «_______  Ν.Ε.» διαθέτει σταθερό τιμοκατάλογο, ο οποίος είναι γνωστός στη ναυτιλιακή αγορά και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς που καλύπτουν θέματα ρυπάνσεως (_______  ) και θεωρείται δίκαιος, αντικειμενικός και εύλογος δεδομένης της τεχνογνωσίας, εξειδίκευσης, εμπειρίας και εξοπλισμού της εταιρείας… οι χρεώσεις της εν λόγω εταιρείας είναι συγκρίσιμες και με τις δαπάνες που χρεώνει το Λιμενικό Σώμα στους υπαιτίους ρυπάνσεων, στις περιπτώσεις που το ίδιο κάνει χρήση των δικών του αντιρρυπαντικών μέσων, θα πρέπει βεβαίως να επισημάνω ότι οι τιμές του Λ.Σ. -οι οποίες έχουν καθορισθεί με την υπ’ αριθμ. 3221.2/4/99 Απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας – αποσκοπούν αποκλειστικά και μόνο στην κάλυψη των εξόδων του Κράτους …χωρίς να επιδιώκεται κέρδος…»

Γενικά

  • Οι ως άνω τιμές, οι οποίες ισχύουν από 1/1/99 είναι δυνατόν να αλλάξουν χωρίς προειδοποίηση.
  • Ο εξοπλισμός χρεώνεται με το 50% της κανονικής χρέωσης όταν παραμένει σε ετοιμότητα χωρίς να χρησιμοποιείται.
  • Ημερήσιες χρεώσεις εφαρμόζονται σε προκαθορισμένα είδη μετά την 5η ημέρα των αντιρρυπαντικών εργασιών, άσχετα από τις ώρες εργασίας.

Κάθε εργασία που εκτελείται σε συνθήκες άμεσης επέμβασης τιμολογείται με προσαύξηση 10% επί των τιμών του τιμοκαταλόγου.

Τα έξοδα που αφορούν στη διακίνηση και τελική διάθεση των αποβλήτων βαρύνουν τον πελάτη. Επιβάρυνση ύψους 15% για την ασφαλιστική κάλυψη, την αμοιβή υπεργολάβων την ενοικίαση εξοπλισμού και έξοδα που αφορούν στην συγκεκριμένη εργασία.

Η πληρωμή των τιμολογίων γίνεται μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσής τους.

Το συνολικό ύψος της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας ανήλθε σε 2701299 δολ ΗΠΑ. Το σύνολο Δολ. ΗΠΑ 2.701.299 ισούται κατά την ημερομηνία αποπεράτωσης των εργασιών την 06.10.2000 (με ισοτιμία 388,35) με δρχ. 1.049.049.466,65 και με Ευρώ (: 340,75) 3.078.648, ήτοι η απαίτηση ως προς κάθε έναν από τους εναγόμενους, μόνους κληρονόμους του θανόντος στις 5-12-2003 πατέρα τους, μετά την νόμιμη αποποίηση της επαχθείσας στην μητέρα τους _______  _______  στις 2-3-2004, κληρονομικής της μερίδας είναι 769662 ευρώ (3078648 : 4), αφού, όπως προαναφέρθηκε, μόνο κατά το 1/4 δεν παρεγράφη η ένδικη αξίωση ως προς τα τρία εναγόμενα τέκνα του θανόντος και αρχικού υπόχρεου _______  _______  .

Στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται ότι η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιριών στις κατωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και η ένδικη περίπτωση, έγινε για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή οι πράξεις των εταιριών ήσαν στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της _______  _______  , που σκόπιμα παραλλάχτηκαν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώθηκε στις κατωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις προκειμένου ο κυρίαρχος μέτοχος ______ _______   να χρησιμοποιήσει τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του. Οι κατωτέρω δε αναφερόμενες πράξεις του _______  _______  συγκεντρώνουν τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη κριτήρια, ήτοι αυτά της ανεπαρκούς χρηματοδότησης της εταιρείας, της συμπεριφοράς του βασικού μετόχου _______  _______  , που συναλλάσσονταν με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, η οποία δεν είχε εταιρική οργάνωση ή δεν είχε αναπτύξει επιχειρηματική δράση και  ήταν ο _______  _______   στην ουσία που συναλλάχτηκε υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Ειδικότερα αποδείχτηκαν σχετικά με την κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας των εναγόμενων εταιριών τα κάτωθι:

Α) Με το προσκομιζόμενο με επίκληση από την ενάγουσα υπ’ αριθμ 15/2002 βούλευμα του Συμβ. Πλημ. Πειραιώς παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά οι: α) _______ _______ του _______ , πλωτάρχης του Λιμενικού Σώματος, κάτοικος Πειραιά, για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στον κατωτέρω τόπο και χρόνο υπηρετώντας στο Τμήμα ναυτολογίας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, έχοντας μεταξύ άλλων, το καθήκον να εκδίδει και συντάσσει δημόσια έγγραφα, βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες σε δημόσιο έγγραφο, σκοπεύοντας με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στον _______  _______ (θανόντα) και την εκπροσωπούμενη από αυτόν Εταιρεία με την επωνυμία «_______  Inc» καθώς και στην διευθύντρια της εν λόγω εταιρείας _______ _______ παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. Ειδικότερα στον Πειραιά στις 5-9-2000, ενώ αυτός εκτελούσε υπηρεσία, όταν προσήλθε στο γραφείο του στο τμήμα ναυτολογίας, η _______ _______ προσκομίζοντας επιστολή που έφερε ημερομηνία δήθεν την 21-8-2000, την οποία υπέγραφε ο _______   _______ , αυτός (_______ _______ ) την προτροπή της, προέβη εν γνώσει του ψευδώς στη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του _______  _______   στην ως άνω επιστολή, χωρίς να παρευρίσκεται και να υπογράψει ο ίδιος ο συντάξας αυτή, και έθεσε ψευδώς (σβήνοντας την ημερομηνία 5-9-2000 που είχε αρχικώς θέσει) ως ημερομηνία θεωρήσεως του γνησίου της υπογραφής προγενέστερη της πραγματικής και συγκεκριμένα την 21-8­2000. Με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στους συγκατηγορούμενους του _______ _______ και _______  _______ και την ως άνω εκπροσωπούμενη από τον τελευταίο εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, ενόψει του ότι με την προαναφερόμενη επιστολή, η οποία κατατέθηκε στις 5-9-2000 (εντός δεκαπενθημέρου από την δήθεν έκδοση και θεώρηση της όπως η Εταιρεία ήταν υποχρεωμένη) στην αρμοδία διεύθυνση Ναυτιλιακής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, ο _______   _______  με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας «_______  Inc» γνωστοποιούσε ότι η ανωτέρω Εταιρεία δήθεν έπαυσε από 21-8-2000 (δηλ. ψευδώς πριν το ρυπογόνο ένδικο συμβάν) να διαχειρίζεται το υπό σημαία Καμπότζης Φ/Γ πλοίο «_______ » ολικής χωρητικότητας 19.473 κόρων, το οποίο είχε βυθιστεί στις 1-9-2000, ανοιχτά στον όρμο _______   της Εύβοιας κατά την φόρτωση φορτίου τσιμέντου, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να βεβαιωθεί ψευδώς, το γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, δηλαδή, το ότι η διαχείριση του ως άνω πλοίου από την προαναφερόμενη Εταιρεία, είχε παύσει σε χρόνο προγενέστερο της βυθίσεως του, με αποτέλεσμα να προκύπτει ωφέλεια της εν λόγω Εταιρείας και των ως άνω συγκατηγορουμένων του, το ύψος του οποίου είναι οπωσδήποτε μεγαλύτερο των 25.000.000 δρχ, αφού με τον τρόπο αυτό η ως άνω εταιρεία σκόπευε να αποφύγει την καταβολή των οποιονδήποτε χρηματικών ποσών που θα αναγκαζόταν να καταβαλει ως αποζημίωση σε τρίτους, εξαιτίας της βυθίσεως του, λόγω της ιδιότητας της ως διαχειρίστριας αυτού, και β) τους _______ _______ του _______ και _______ _______ του _______ , κατοίκους Πειραιά, για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι στον ως άνω τόπο και χρόνο ενεργώντας από κοινού προκάλεσαν την απόφαση στον _______ _______ να τελέσει το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως και συγκεκριμένα με παραινέσεις και προτροπές που έδωσαν, από κοινού, με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισαν να πράξει την ως άνω υπό στοιχεία α’ πράξη (άρθρ. 1, 14, 16, 18, 26 παρ. Γ , 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1α, 242 παρ. 1-3 του Π.Κ.). Η παραπάνω μεθόδευση έγινε προκειμένου να εμφανιστεί με βεβαιότητα από το παραπάνω έγγραφο ότι η διαχείριση του ως άνω πλοίου από την προαναφερόμενη Εταιρεία, είχε παύσει σε χρόνο προγενέστερο της βυθίσεως του και, έτσι, να αποφευχθεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους σχετικά με την ανωτέρω ρύπανση. Το γεγονός ότι ο _______   _______   ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας δεν ανατρέπεται από το προσκομιζόμενο με επίκληση απ’ όλους τους διαδίκους ως από 08.06.2000 πρακτικό του ΔΣ της πλοιοκτήτριας _______  με το οποίο φέρεται να εκλέγεται Πρόεδρος του ΔΣ και εκπρόσωπος της εταιρείας η διευθύντρια των γραφείων του θανόντος _______ _______ και τούτο διότι είναι ένα ιδιωτικό έγγραφο χωρίς βέβαια χρονολογία και χωρίς να έχει κατατεθεί σε κάποια αρχή. Σημειώνεται, επίσης, ότι το περιεχόμενο του κειμένου φέρεται να βεβαιώνεται ως αντίγραφο των πρακτικών του Δ. Σ από την _______ _______ στις 5-9-2000, ημερομηνία δηλ κατά την οποία επιχειρήθηκε από αυτή και τον θανόντα η ως άνω ψευδής βεβαίωση.

Το γεγονός ότι ο θανών _______  _______   ασκούσε ουσιαστικά τον έλεγχο της ανωτέρω διαχειρίστριας εταιρίας αποδεικύεται από τα κάτωθι προσκομιζόμενα με επίκληση από την ενάγουσα έγγραφα: 1)εταιρικά έγγραφα της _______  Inc. από τα οποία προκύπτει ότι ο αποβιώσας ήταν ο μοναδικός μέτοχος, ο Πρόεδρος του Δ. Σ. και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής, καθώς και σχετικές βεβαιώσεις από τα Μητρώα των εταιρειών Α.Ν. 89/67. 2) Αγωγή με ημερομηνία 10-6-21006 και αριθμ. καταθ. 5428/2006 ενώπιον του Πολ. Πρωτ. Πειρ. εταιρειών συμφερόντων του αποβιώσαντος _______   _______  , μεταξύ των οποίων και της διαχειρίστριας _______  και της πλοιοκτήτριας _______  για υπεξαίρεση ναύλων, στην οποία αναφέρεται ότι όλες (μεταξύ των οποίων και η Arrow και η Silverline) εντάσσονται στον κύκλο εργασιών της οικογένειας του αποβιώσαντος _______   _______  και ότι οι εταιρείες αυτές εντάσσονται «στον κύκλο εργασιών της δραστηριοποιούμενης στο χώρο ναυτιλίας οικογένειας του αποθανόντος … _______   _______ _______  » . 3) Ένορκη Βεβαίωση της _______ _______ (υπαλλήλου του _______   _______  ), που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, στην οποία αναφέρεται ότι «Όλη την επιχειρηματική δραστηριότητα ασκούσε αποτελεσματικά ο _______  _______  ». 4 Την από 23-2-2009 Βεβαίωση του YEN , σύμφωνα με την οποία μέλη του Δ.Σ. της διαχειρίστριας (Arrow) κατά τη βύθιση του πλοίου ήταν ο _______   _______   ως πρόεδρος Δ.Σ., η αδερφή του _______ _______ ως αντιπρόεδρος Δ. Σ. και η _______ _______ , η οποία σύμφωνα με την ως άνω ένορκη βεβαίωση της ήταν υπάλληλος (λογίστρια) του _______   _______  . Σημειωτέον δε ότι σύμφωνα με τις από 24-2-2009 προτάσεις της _______ _______ , διευθύντριας των γραφείων του _______  _______  , που αυτή κατέθεσε ως εναγομένη στα πλαίσια της εκδίκασης της από 8-8-2008 ως άνω αγωγής, ο _______   _______   απλώς υπαγόρευε τα πρακτικά ΔΣ τα οποία υπέγραφαν τα μέλη του ΔΣ χωρίς καν να τα διαβάσουν. Συνεπώς η σύνθεση του ΔΣ της διαχειρίστριας ήταν τυπική και μόνος του ο _______   _______   διοικούσε την διαχειρίστρια Arrow και κατ’ αποτέλεσμα μόνος του διαχειριζόταν το πλοίο. 5) Τον Ελληνικό Ναυτικό Οδηγό σύμφωνα με τονοποίο ο _______   _______   ήταν ο διαχειριστής (manager) του βυθισθέντός και ρυπογόνου _______   (πρώην _______ ) καθώς και όλων των πλοίων που τελούσαν υπό την διαχείριση της _______ . 6) Την ένορκη κατάθεση της _______ _______ , στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «…η _______  Inc., η οποία συνεστήθη κατ’ έτος 1987 και εγκαταστάθηκε μόλις το έτος 1997 ως εταιρεία Α.Ν. 89/67, ήτοι αμέσως μετά την ανάκληση (της κατωτέρω αναφερόμενης _______  (προς τον σκοπό να αποκτήσουν νέα διαχειρίστρια εταιρεία τα πλοία του αποβιώσαντος), φέρεται ιδιοκτήτρια διαφόρων ακινήτων στον Πειραιά κατά τα έτη 1991-1995, ήτοι προ της νομίμου εγκαταστάσεώς της και είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόκτηση τους δια της καταβολής κατά τα έτη αποκτήσεως τους μεγάλων ποσών, την στιγμή που ελάμβανε μόνον διαχειριστική αμοιβή, που αποτελεί άλλωστε και την μοναδική περιουσία της, από την οποία εννοείται ότι κάλυπτε πέραν της κτήσεως των ακινήτων και τα τρέχοντα έξοδα του γραφείου (μισθούς, εισφορές, ενοίκια κλπ). Επίσης, αξιοσημείωτο είναι ότι επί όλων των ως άνω ακινήτων ενεγράφη μετά την βύθιση του m/v _______   προσημείωση ύψους Δρχ. 200.000.000 υπέρ _______ Α.Ε. (που ανήκε επίσης στον αποβιώσαντα _______   _______  ) για επισκευές του πλοίου (από 24-5-2000 μέχρι 08.08.2000) με βάση απόφαση ΜΠΠ 1970/2001 (ήτοι ένα έτος περίπου μετά τις επισκευές και την βύθιση), σε περίοδο, που και ο ίδιος ο αποβιώσας διατυμπάνιζε στα μέσα ενημέρωσης ότι του ανήκουν τα Ναυπηγεία Χαλκίδας και εμφανιζόταν και ως νόμιμος εκπρόσωπος τους και μεγαλομέτοχος τους, ενώ, παράλληλα και ως προανέφερα, ήταν και νόμιμος εκπρόσωπος, μονός μέτοχος και Πρόεδρος του Λ. Σ. της _______  Inc. Αποτέλεσμα των ανωτέρω, ήταν η επιβάρυνση πλοίων ή (ως ανωτέρω) ακινήτων δια υποθηκών ή προσημειώσεων με υπέρογκα ποσά υπέρ εταιρειών αποκλειστικών συμφερόντων του αποβιώσαντος, γεγονός το οποίο εάν μη τι άλλο καταδεικνύει κατά την γνώμη μου την πρόθεση του να καταδολιευσει στην πραγματικότητα τους πιστωτές του.» Τούτο ενισχύεται και απο τις κατωτέρω αγορές ακινήτων, που έγιναν επ’ ονόματι της διαχειριστριας, πριν την εγκατάσταση της στην Ελλάδα, δυνάμει α) του υπ’ αριθμ 36813/18-7-1991 συμ/κού εγγράφου του συμ/φου Μ. Βενιέρη, β) της υπ αριθμ 169/16-6-1994 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμ/φου Φ Παπακώστα και γ) της υπ’ αριθμ 154/26-5-1994 δήλωση αποδοχής πλειοδοσίας τρίτου της συμ/φου Φ Παπακώστα και δ) της υπ’ αριθμ 1929/8-2-1995 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων της συμ/φου Φ Τριγάζη και, που σύμφωνα με τον κατωτέρω πίνακα, είναι τα εξής: (α) επί οδού Λεωσθένους αρ. 14 Πειραιάς, οικόπεδο τ.μ. 115,55 μετά της επ’ αυτού ισόγειας πεπαλαιωμένης και κατεδαφιστέας οικίας αποτελουμενης από ισόγειο τ.μ. 78,55, υπόγειο τ.μ. 72,40 και αποθήκη, τ.μ. 5,94 αντί ποσού δρχ. 17.601.845 (651.656,18), (β) επί της οδού Σαχτούρη αρ. 12, Πειραιάς, οικόπεδο τ.μ. 169,80 τι κάτωθι οριζόντιες ιδιοκτησίες αντί ποσού δρχ. 15.118.000 (€ 44.366,83) ήτοι: (i) Β-1 γραφείο Β’ ορόφου, τ.μ. 12,95, ποσοστό συν/σίας 16,5/000. (Η) Β-2γραφείο Β’ ορόφου, τ.μ. 26, ποσοστό συν/σίας 30,5/000. (Hi) Β-3 γραφείο Β’ ορόφου, τ.μ. 19-2-2008 ποσοστό συν/σίας 21,5/000. (iv) Β-4 γραφείο Β’ ορόφου, τ.μ. 26, ποσοστό συν/σιας 30,5/000. (ν) Β-5 γραφείο Β’ ορόφου, τ.μ. 14,9, ποσοστό συν/σιας 16,5/000.

Η απόκτηση των αμέσως ανωτέρω ακινήτων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί δια της καταβολής κατά τα έτη αποκτήσεως τους των αναφερόμενων στα ως άνω συμ/κά έγγραφα ποσών, την στιγμή που η διαχειρίστρια, σύμφωνα με την κατάθεση της ως άνω μάρτυρος ελάμβανε μόνον διαχειριστική αμοιβή, που αποτελεί, άλλωστε, και την μοναδική περιουσία της, από την οποία κάλυπτε πέραν της κτήσεως των ακινήτων και τα τρέχοντα έξοδα του γραφείου (μισθούς, εισφορές, ενοίκια κλπ). Άλλωστε αποτελούσε πάγια τακτική του θανόντος η ανάμειξη της ατομικής του περιουσίας και αυτής των εταιριών του. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση από την ενάγουσα από 17-1­2001 τραπεζικό έμβασμα κατέβαλε ο ίδιος από τον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό 14335 δολ ΗΠΑ για αμοιβές πληρώματος πλοίου της εταιρίας του. Ειδικά δε για την χρησιμοποιηθείσα από τον θανόντα ως προκάλυμμα διαχειρίστρια εταιρία πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Στην προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα ως άνω αγωγή _______ , _______ , _______  και άλλων (σελ.5) ρητά γίνεται μνεία για την ανάμειξη των περιουσιών των υπό την διαχείριση της πλοίων «προεχούσης εκμεταλλεύσεως του _______   _______  ».

(β) Η εταιρεία αυτή (καίτοι εμφανιζότανε ως διαχειρίστρια πλοίων) δεν είχε ούτε εταιρική οργάνωση ούτε καν το απαραίτητο προσωπικό, δηλ. δεν είχε καν ως συνηθιζόταν στη ναυτιλιακή πρακτική επί ομοίων εταιρειών Αρχιπλοίαρχο (βλ. και ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη σελ. 88 και σελ. 107) παρά μόνο 2-3 γραμματείς, (γ) Η εταιρεία χρησιμοποιούνταν για να αποφεύγονται οι ευθύνες στους πιστωτές (βλ ανωτέρω βούλευμα), δ) Ακολούθως ο _______   _______   προχώρησε σε αίτηση ανακλήσεως της άδειας εγκαταστάσεως της, ώστε να μην έχει γραφείο στην Ελλάδα και να είναι δυσχερής η ικανοποίηση των αξιώσεων των πιστωτών του, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας.

Ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων οι λοιποί, πλην της ως άνω ένστασης παραγραφής παραδεκτώς προβληθέντες πρωτοδίκως και περιεχόμενοι στην από 1-1-2012 έφεση και στους από 15-4-2013 πρόσθετους λόγους αυτής ισχυρισμοί των εναγομένων θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ακολούθως και κατά τα προαναφερθέντα, όσον αφορά την εν μέρει αποδοχή της ένστασης της παραγραφής θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η από 10/3/2010 αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι κληρονόμοι του θανόντος _______  _______  να καταβάλουν στην ενάγουσα κατά το 1/3 ο καθένας από τριακόσιες τριάντα τρία (333333) ευρώ (σύνολο ένα εκατομμύριο ευρώ — 1.000.000) και να αναγνωριστεί ακολούθως ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, από πεντακόσιες εξήντα επτά χιλ εκατό (567100) ευρώ (σύνολο ένα εκατομμύριο εφτακόσιες μία χιλ διακόσια εννενήντα εννέα — 1.701.299 ευρώ), νομιμοτόκως από 11-8­2005, ημερομηνία επίδοσης της από 17-1-2005 ομοίας αγωγής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν εν μέρει σε βάρος των εναγομένων – εκκαλούντων λόγω της μερικής ήττας και νίκης τους (αρθ. 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 11-1-2012 (αριθ καταθ 29/2012) και 12-1-2012 (αριθ καταθ 35/2012) αντίθετες εφέσεις και τους από 15-4-2013 ( αριθ καταθ 39/2013) προσθέτους λόγους των εκκαλούντων της από 11-1-2012 έφεσης.

Δέχεται τυπικά την από 12-1-2012 έφεση.

Απορρίπτει αυτήν στην ουσία της.

Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει σε εξακόσια (600)  ευρώ για τους αυτοτελώς παρασταθέντες 1η και 2η από τους εναγόμενους και σε εξακόσια (600) ευρώ για τους αυτοτελώς παρασταθέντες λοιπούς εναγόμενους.

Δέχεται τυπικά την από 12-1-2012 έφεση και τους από 15-4-2013 προσθέτους λόγους.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη 5329/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Διακρατεί την υπόθεση και συνεκδικάζει τις από 8-8-2008 και 10-3­2010 αγωγές.

Δικάζει στην ουσία της την από 8-8-2008 αγωγή.

Απορρίπτει αυτή.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Δικάζει στην ουσία της την από 10-3-2010 αγωγή.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται αυτή εν μέρει.

Υποχρεώνει τους εναγόμενους _______  _______  , _______  _______  και _______  _______  να καταβάλουν ο καθένας στην ενάγουσα από τριακόσιες τριάντα τρεις χιλ τριακόσια τριάντα τρία (333. 333) ευρώ (σύνολο ένα εκατομμύριο ευρώ – 1.000.000) και να αναγνωριστεί ακολούθως ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν /στην ενάγουσα, από πεντακόσιες εξήντα επτά χιλ εκατό (567.100) ευρώ (σύνολο ένα εκατομμύριο εφτακόσιες μία χιλ διακόσια εννενήντα εννέα -1.701.299- ευρώ), νομιμοτόκως από 11-8-2005.

Καταδικάζει τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει σε εκατό χιλ. (100.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 28 Αυγούστου 2013.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε δε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στις 11 Οκτωβρίου 2013, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και μεταθέσεως του Εφέτη Κυριάκου Οικονόμου, αποτελούμενη από τους Δικαστές Παρέσσα Τσαντεκίδου,

Πρόεδρο Εφετών, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Δημάκη, Εφέτες και με

Γραμματέα τη Καλλιόπη Δερμάτη, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ