ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ

Αριθμός απόφασης
1034/2020

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Λουκία Λάμπρου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ηρακλή Κυριακάκη, Πρωτοδίκη-Εισηγητή και Δήμητρα Αλαχούζου, Πρωτόδικη και τη Γραμματέα, Μαρία Αντωνοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 18Ί Απριλίου του έτους 2019, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Του ___________ __________ _____________, κατοίκου __________ ______________, οδός ______________ αρ. ____, με Α.Φ.Μ. ________________, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Ευαγγελίας Μελέτη (AM ΔΣΑ 017255).

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Του ___________ ______________ του ___________, κατοίκου ________ _________, οδός _________ ________ αρ. ___, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Αικατερίνης Μητρογιάννη (AM ΔΣΑ 034937), και

2) Της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ___________ ____________ ___________ (_________ _________ ___________), που εδρεύει στον _____ ________ _____________ ____________, οδός __________ __________ αρ. ___, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο, διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Θεμιστοκλή Στραβόλαιμου (AM ΔΣΑ 027122).

Ο καλών και ήδη ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 15.3.2013 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης _________________, και προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 3-12-2015 όπου ματαιώθηκε και επανέρχεται προς συζήτηση με την από 4.12.2015 κλήση του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ____________________, και προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 11-1-2018 όπου αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ προκύπτει ότι οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις της εν λόγω προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση περιουσιακού στοιχείου, 2)απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη του περιουσιακού στοιχείου, 3)πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξεώς του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μη αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη που είναι ένα από τα στοιχεία της βάσεως της περί διαρρήξεως αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά το χρόνο αυτό αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου, προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο, το οποίο τεκμήριο όμως δεν ισχύει αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της διαρρήξεως αγωγής, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 ΑΚ προκύπτει ότι ο δανειστής που με αγωγή του κατά του οφειλέτη επιδιώκει τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε από τον τελευταίο προς βλάβη του, κατά τους όρους των άρθρων 940επ, πρέπει, εκτός των άλλων, να επικαλεσθεί και αποδείξει την απαίτηση που έχει κατά του εναγομένου οφειλέτη, με ακριβή προσδιορισμό του ποσού αυτής, αλλά και της αιτίας από την οποία αυτή προήλθε (από το νόμο, από σύμβαση, αδικοπραξία κλπ), τούτο δε διότι η διάρρηξη των απαλλοτριώσεων που έγιναν προς βλάβη των δανειστών, επέρχεται κατά τόσο μέρος, καθόσον ζημιώνεται αυτός που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτρίωσης, δηλαδή κατά το μέρος της που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτησή του, η οποία διαφορετικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, η δε απαλλοτριωτική πράξη μένει απρόσβλητη για το επί πλέον ποσοστό, ως προς το οποίο ο δανειστής στερείται εννόμου συμφέροντος για τη διάρρηξή του. Η αφερρεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία είναι ένα από τα στοιχεία της βάσης της περί διαρρήξεως αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο έγερσης αυτής, ο δε ενάγων πρέπει να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά την ημέρα της απαλλοτριώσεως, ώστε να φέρει την ιδιότητα αυτή κατά την επιχείρησή της, δηλαδή εκείνος που ασκεί την αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης, πρέπει να έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη, τα δημιουργικά περιστατικά της οποίας αρκεί να έχουν συντελεσθεί κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και να είναι αυτή ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο δικαστήριο, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, μπορεί να ζητήσει τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης. Ακόμη, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ ως «υπόλοιπη περιουσία» του οφειλέτη θεωρείται η εμφανής περιουσία αυτού, της οποίας μπορούν να επιληφθούν οι δανειστές για ικανοποίησή τους, όχι δε η αφανής, η οποία είναι ανύπαρκτη γι’ αυτούς, αφού δεν μπορούν να επιληφθούν αυτής με αναγκαστική εκτέλεση, καθώς αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ματαίωση του με τη διάρρηξη επιδιωκόμενου από το νόμο σκοπού της προστασίας των δανειστών , από την καταδολίευση αυτών από τον οφειλέτη (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 573/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1815/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 278/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1946/2018 ΝΟΜΟΣ). Από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση συνάγεται ότι η διάρρηξη δύναται να ζητηθεί από τον δανειστή και να διαταχθεί από το δικαστήριο, κατ’ αρχάς, μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό το μέτρο. Έτσι, σε περίπτωση που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ενώ σε περίπτωση που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαιτήσεως του δανειστή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο, για να διατάξει τη μερική διάρρηξη, πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδα της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου. (ΑΠ 1963 / 2009). Περαιτέρω, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ απαιτείται γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφ’ όσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 38/2015). Τέλος έχει κριθεί νομολογιακά ότι ο τρίτος παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας στις κάτωθι ενδεικτικές περιπτώσεις: 1) γιατί ερμήνευσε το γεγονός, ότι η κατά την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου με τον πωλητή δέχθηκε να παραστεί ως δικηγόρος του, συνεργάτης του και όχι από άλλον της δικής του επιλογής, ως απόδειξη της καλοπιστίας του, 2) γιατί δεν αξιολόγησε το γεγονός ότι η υπό διάρρηξη πώληση συντελέστηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα σε σχέση με τα συνήθως συμβαίνοντα στις πωλήσεις ακινήτων, όπου ο μέσος χρόνος προετοιμασίας είναι τουλάχιστον ένας μήνας και 3) γιατί δεν εφάρμοσε τον “χρυσό κανόνα” ότι το ετήσιο ενοίκιο ενός ακινήτου ισούται με το 5% της αξίας του, προκειμένου να καταλήξει στον ορθό υπολογισμό της αξίας του τιμήματος πώλησης ενός ακινήτου, και δεν δέχθηκε ότι από τα προαναφερθέντα ότι συνάγεται αδίστακτα το στοιχείο της γνώσεως του πωλητή ότι ο τελευταίος ως οφειλέτης της δανείστριας, απαλλοτρίωνε περιουσιακά του στοιχεία προς βλάβην της δανείστριάς του (ΑΠ 233/2019 Α’δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) II) Ο κομιστής μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής – η οποία είναι πάντοτε πληρωτέα «εν όψει» (ΑΠ 193/1999, ΕλλΔ/νη 40,1054) – δικαιούται κατά τις προϋποθέσεις του άρθρου 939 ΑΚ σε διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, στην οποία προέβη ο εκδότης αυτής (οφειλέτης του) μετά την παράδοσή της σ’ αυτόν, ακόμη και αν δεν είχε παρέλθει κατά τον χρόνο απαλλοτριώσεως η φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής ή δεν είχε αυτή εμφανισθεί προς πληρωμή, καθόσον η απαίτηση από την (μεταχρονολογημένη) επιταγή έχει γεννηθεί ήδη την κατάρτιση έγκυρης, από άποψη πληρότητας των τυπικών στοιχείων του άρθρου 1 Ν. 5960/1933, επιταγής και την παράδοσή της στον λήπτη, σε διαταγή του οποίου αυτή εκδόθηκε, ή στον περαιτέρω εξ οπισθογραφήσεως κομιστή (Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, έκδ. 1998). Χρόνος εξάλλου της απαλλοτριώσεως είναι, επί μεταβιβάσεως ακινήτου, ο χρόνος καταρτίσεως της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας και όχι ο χρόνος μεταγραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου (ΕφΑΘ 6061/1995, ΕλλΔ/νη 37, 1133), ενώ το αίτημα της αγωγής διαρρήξεως είναι πλέον (μετά το Ν. 2298/1995) η απαγγελία της διαρρήξεως της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται αίτημα αναμεταβίβασης του απαλλοτριωθέντος πράγματος από τον τρίτο προς τον οφειλέτη ούτε σώρευση αιτήματος για καταδίκη του τρίτου κατ’ άρθρο 949 ΚΠολΔ σε δήλωση βουλήσεως για αναμεταβίβαση στον οφειλέτη του απαλλοτριωθέντος (ΕφΑΘ 518/2000, ΕλλΔ/νη 41, 1412, ΕφΑΘ 9585/1995, ΕλλΔ/νη 36, 1453), (ΕφΑΘ 1220/2009, ΕπισκΕμπΔ 2009/535). Έτσι, σε περίπτωση έκδοσης μεταχρονολογημένων επιταγών, η αξίωση του δανειστή, που στηρίζεται σε αυτές θεωρείται ότι έχει γεννηθεί από το χρόνο της πραγματικής έκδοσης αυτών, αφού αυτές είναι πάντοτε «πληρωτέες εν όψει» (ΕφΘεσ 964/2006, Αρμ 2007/708). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Επίσης, κατά την παρ. 1 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, η οποία θεσπίστηκε για την προστασία και του ιδιωτικού συμφέροντος, τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται σ’ αυτό όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα και γνωρίζει ότι δεν υπάρχει κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής διαθέσιμο αντίκρισμα για την πληρωμή της. Ενώ, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο εξ αναγωγής υπόχρεος που εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της δικαιούται να λάβει αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ για τις αδικοπραξίες. Από τις διατάξεις αυτές και τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όποιος εκδίδει ακάλυπτη επιταγή και ζημιώνει με αυτόν τον τρόπο παράνομα και υπαίτια άλλον έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Η αδικοπρακτική αξίωση συρρέει με την αξίωση από την επιταγή (άρθρα 40-47 Ν. 5960/1933) και απόκειται στο δικαιούχο να επιλέξει ποια από τις δύο αξιώσεις θα ασκήσει. Δικαιούχος της σχετικής αποζημίωσης είναι, όχι μόνο ο τελευταίος κομιστής, δηλαδή ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο εμφάνισής της για πληρωμή, αλλά και κάθε υπογραφέας που, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, πλήρωσε την επιταγή και έγινε ξανά νόμιμος κομιστής αυτής, αφού αυτός βαρύνεται τελικά με τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η οποία ζημία προκαλείται από την παράνομη πράξη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής και συνδέεται αιτιωδώς με αυτή (0λ. ΑΠ 24/2007, ΑΠ 1521/2014, ΧρΙΔ 2015/219). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλο λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν, όμως, η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος (ΑΠ 1843/2011). Εξάλλου, η αξίωση αυτή προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ συρρέει παράλληλα με την αξίωση από το νόμο περί επιταγών (άρθρο 40), διότι όπως γίνεται δεκτό, επί συρροής αξιώσεων από συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη, οι οποίες τείνουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ικανοποίηση της ίδιας παροχής, απόκειται στο δικαιούχο, να ασκήσει οποιαδήποτε από αυτές προτιμά, με τον περιορισμό ότι η ικανοποίηση της μιας επιφέρει αντίστοιχη απόσβεση και της άλλης. Η άσκηση της μιας από τις αξιώσεις αυτές δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία και δεν αποκλείει την άσκηση της άλλης. Εναπόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει οποιαδήποτε από αυτές προτιμά. Δεν εμποδίζεται η απόκτηση εκτελεστού τίτλου τόσο από την επιταγή όσο και από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Περαιτέρω η παραγραφή της μιας αξίωσης δεν επηρεάζει την ύπαρξη της άλλης. Μόνον απόσβεση της μιας εξ αυτών αποσβήνει και την άλλη, κατά το μέρος που την καλύπτει (I. Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, β’ έκδ., σελ. 328-329, ΕφΑΘ 3605/1990, ΕλλΔ/νη 31, 1539). Εφόσον η ένδικη αξίωση θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 52 του Ν 5960/1933 «περί Επιταγής» όπου προβλέπει εξάμηνη παραγραφή από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής (ΕφΑΘ 4521/2010, ΔΕΕ 2012/95, ΕφΛαρ 42/2002, Δικογρ 2003/37).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει ότι με τον πρώτο των εναγομένων είχε εμπορική συνεργασία και στα πλαίσια αυτής ο πρώτος εναγόμενος για εξόφληση των εμπορευμάτων που του παρέδωσε ως προμηθευτής υποδημάτων της επιχείρησης του τελευταίου, εξέδωσε και παρέδωσε τις αναφερόμενες λεπτομερώς στην αγωγή οκτώ (8) μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικής αξίας 93.500 ευρώ, πληρωτέες άπασες σε διαταγή του ενάγοντος, ο οποίος κατέστη νόμιμος κομιστής αυτών. Ότι ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε στη δεύτερη των εναγομένων, δυνάμει του υπ’ αριθμό ______________ συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοτέλας Κοροβήλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες σε ακίνητο που περιγράφεται λεπτομερώς στην αγωγή, εμπορικής αξίας 1.100.000 ευρώ, που αποτελούν τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά του στοιχεία. Ότι προέβη στη μεταβίβαση αυτή με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποίησης της ως άνω χρηματικής του αξίωσης και εντεύθεν προς βλάβη του, καθόσον η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση εμφανής περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή του ενάγοντος, η δε δεύτερη των εναγομένων τελούσε σε γνώση της ανωτέρω καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου των εναγομένων. Ότι το ως άνω χρέος του πρώτου εναγομένου προς αυτόν ήταν ήδη γεγενημένο, καθώς η απαίτηση από την (μεταχρονολογημένη) επιταγή, η οποία είναι πάντοτε πληρωτέα «εν όψει», έχει γεννηθεί ήδη από την κατάρτιση έγκυρης, από άποψη πληρότητας / των τυπικών στοιχείων του άρθρου 1 Ν. 5960/1933, επιταγής και την παράδοση της στον λήπτη, σε διαταγή του οποίου αυτή εκδόθηκε, η δε απαίτησή του έναντι του πρώτου εναγομένου ήταν ληξιπρόθεσμη, χωρίς να απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, να έχει βεβαιωθεί δικαστικά, ούτε να έχει εξοπλισθεί με δικαστικό τίτλο κατά το χρόνο της μεταβίβασης των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών του πρώτου εναγομένου, δυνάμει του υπ’ αριθμό ______________ συμβολαίου. Βάσει των ανωτέρω, ζητεί να διαρρηχθεί το ανωτέρω συμβόλαιο πώλησης ως καταδολιευτικό και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 18, 22, 37 παρ.1 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 939, 941,943 ΑΚ, 71, 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταχωριστεί εμπρόθεσμα στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στις 21.3.2013, (βλ. το προσκομιζόμενο αντίγραφο του υπ’ αριθμ. πρωτ. ______________ πιστοποιητικού καταχώρησης εγγραπτέας πράξης του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών).

Οι εναγόμενοι αρνούνται την αγωγή και, περαιτέρω προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η άσκηση της κρινόμενης αξίωσης της ενάγουσας αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι η συνολική αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων υπερβαίνει κατά πολύ την απαίτηση της ενάγουσας και ότι η δεύτερη των εναγομένων ήταν καλόπιστη τρίτη. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι συνιστά άρνηση της ένδικης αγωγής τόσο ως προς την επικαλούμενη από την ενάγουσα εμπορική αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων όσο και ως προς τη γνώση της δεύτερης των εναγομένων. Περαιτέρω η δεύτερη εναγόμενη προβάλλει την ένσταση της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της για το λόγο ότι ήταν καλόπιστη τρίτη στην υπό διάρρηξη δικαιοπραξία. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη δεδομένου ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη δεύτερη μείζονα πρότασης της παρούσας ο ενάγων ως νόμιμος κομιστής των επίδικων επιταγών εκδόσεως του πρώτου εναγομένου ενεργοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής και αφετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 939,941,942,943 ΑΚ προκύπτει ότι ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τη διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη του, στρεφόμενος και κατά του τρίτου που συμβλήθηκε στην υπό διάρρηξη δικαιοπραξία, ο δε ισχυρισμός του τρίτου (β’εναγομένης) ότι δεν γνώριζε πως ο οφειλέτης (α’εναγόμενος) απαλλοτριώνει προς βλάβη του ενάγοντος-δανειστή του είναι ερευνητέος κατ’ ουσία.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρος, __________ ___________, που εξετάστηκε επιμελεία του ενάγοντος και της μάρτυρος, _________ ___________, που εξετάστηκε επιμελεία των εναγομένων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, τόσο προς άμεση απόδειξη, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις αρχές του 2010 ο ενάγων ασκούσε επιχείρηση εμπορίας κατεργασμένων, βιομηχανοποιημένων δερμάτων, ειδών υποδηματοποιίας στην _________________ και στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του αυτής διατηρούσε εμπορική συνεργασία με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «___________ ____», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο πρώτος εναγόμενος. Ειδικότερα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης ο ενάγων προμήθευε την ανωτέρω ανώνυμη εταιρία με πρώτες ύλες (δέρματα) και είδη υποδηματοποιίας και τσαντών και η τελευταία χάριν καταβολής του τιμήματος της παρέδιδε επιταγές εκδόσεώς της. Έτσι, κατά το έτος 2010 η ενάγουσα πώλησε στην εταιρία «_________ _____» εμπορεύματα και ο πρώτος των εναγομένων, χάριν καταβολής του τιμήματος, της μεταβίβασε με οπισθογράφηση μεταχρονολογημένες επιταγές που η εταιρία «____________ ____» είχε εκδώσει εις διαταγήν της, συνολικού ποσού 93.500 ευρώ. Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ’ αυτόν καθηκόντων, ως καταστατικό όργανο (Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου) της άνω εταιρίας «_______ ____» εξέδωσε τις ακόλουθες μεταχρονολογημένες επιταγές: 1) Την υπ’ αριθμ. ___________ δίγραμμη μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως της εταιρίας «________ ____» με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30η-4-2010, ποσού 10.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος επί του με αριθμό ________________ λογαριασμού που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα ___________, την οποία και την εμφάνισε ο ενάγων προς πληρωμή στις 10-5-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε, κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης από την προαναφερόμενη πληρώτρια τράπεζα, επί του σώματος της επιταγής. 2) Την υπ’ αριθμ. ___________ μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως της εταιρίας «_________ ____», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31η-5-2010, ποσού 10.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος επί του με αριθμό ____________________ λογαριασμού που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα _____________ _____________ ______. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον ενάγοντα στην εταιρία «____________ _________ & _____ _____». Εκείνη με τη σειρά της την μεταβίβασε περαιτέρω ως αξία ληφθείσα σε ενέχυρο στην _____ __________ ___, η οποία έθεσε τη σφραγίδα της πριν από τη σφραγίδα και υπογραφή της ως άνω εταιρίας. Εν συνεχεία η ως άνω εταιρία «__________ _________ & ______ ____» κατέβαλε το ισόποσο και ανέλαβε εκ νέου το σώμα της επιταγής, την οποία στη συνέχεια κατέθεσε σε λογαριασμό που τηρεί στην ________ _________ _____, προκειμένου η Τράπεζα αυτή να την εμφανίσει κατ’ εντολή και για λογαριασμό της. Ωστόσο, η εν λόγω επιταγή, εμφανισθείσα νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή από την τελευταία ως άνω Τράπεζα στις 31/05/2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε αυθημερόν επί του σώματος της επιταγής. Εν συνεχεία με ανάστροφη κυκλοφορία, η επιταγή περιήλθε στον ενάγοντα, ο οποίος κλήθηκε και κατέβαλε στην εταιρία «__________ __________ & ______ ______» το ισόποσο της επιταγής και έτσι έγινε εκ νέου νόμιμος εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής αυτής. 3) Την υπ’ αριθμ. ____________ μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως της εταιρίας «____________ _____», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30η-6-2010, ποσού 10.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος επί του ως άνω λογαριασμού που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα ____________. Η επιταγή αυτή ληφθείσα σε ενέχυρο στην ______________ ________ της _________ ___. Πλην όμως, η ανωτέρω επιταγή αν και εμφανίστηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή από την τελευταία ως άνω νόμιμη κομίστρια τράπεζα στις 30/06/2010, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου, όπως εξακριβώθηκε έπειτα από έλεγχο του λογαριασμού της εκδότριας μέσω του μηχανογραφικού κέντρου της __________ _________, της μη πληρωμής αυτής βεβαιωθείσας επί του σώματος της επίδικης επιταγής με την από 08-07-2010 βεβαίωση της _____________ __________ της ___________ _____, κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης της Τράπεζας στην οποία τηρείται ο λογαριασμός της εκδότριας. Εν συνεχεία με ανάστροφη κυκλοφορία, η επιταγή περιήλθε στον ενάγοντα, ο οποίος κλήθηκε από την τελευταία κομίστρια Τράπεζα της επιταγής και αφού της κατέβαλε το ισόποσο της επιταγής, έγινε εκ νέου νόμιμος εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής αυτής. 4)Την υπ’ αριθμ. __________ μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως της εταιρίας «_________ ____», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31η-7-2010, ποσού 10.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος επί του ως άνω λογαριασμού που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα _____________, την οποία εμφάνισε ο ενάγων προς πληρωμή στις 8-6-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε στις 8-6-2010, κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης από την προαναφερόμενη πληρώτρια τράπεζα, επί του σώματος της επιταγής. 5) Την υπ’ αριθμ. _______________ μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως της εταιρίας «_________ _____», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31η-8-2010, ποσού 15.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος επί του ως άνω λογαριασμού που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα ___________. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον ενάγοντα στην εταιρία «__________ _____________ & _____ _____» και εκείνη με τη σειρά της την παρέδωσε με λευκή πληρεξουσιότητα στον νόμιμο εκπρόσωπό της __________ ____________, προκειμένου ο τελευταίος να την εμφανίσει κατ’ εντολή και για λογαριασμό της. Πλην όμως εμφανισθείσα νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 1-7-2010 στην πληρώτρια ______________ ____________, δεν πληρώθηκε λόγω μη επαρκούς υπολοίπου, της μη πληρωμής αυτής βεβαιωθείσας επί του σώματος της επίδικης επιταγής με την από 1-7-2010 βεβαίωσή της __________ ___________. Εν συνεχεία ο ενάγων κλήθηκε από την εταιρία «___________ ___________ & ______ ____» και της κατέβαλε το ισόποσο της εν λόγω επιταγής και εκείνη του επέστρεψε το πρωτότυπο σφραγισμένο σώμα αυτής, και έγινε έτσι εκ νέου νόμιμος κομιστής αυτής εξ αναγωγής. 6) Τις υπ’ αριθμ. ______________ (δίγραμμη) και ________________ μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως της εταιρίας «___________ _____», με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 31η-10-2010, 30η-11-2010 αντιστοίχως, ποσού 12.500 και 13.000 ευρώ η καθεμία αντίστοιχα, πληρωτέες σε διαταγή του ενάγοντος επί του ως άνω λογαριασμού που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα ___________ _____________ ____., εμφανίστηκαν δε προς πληρωμή στις 25/06/2010 και 04/06/2010 αντίστοιχα, πλην όμως, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε επί του σώματος των επιταγών αυτών. 7) Την υπ’ αριθμ. _____________, μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως της εταιρίας «____________ _____», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31 η- 12-2010, ποσού 13.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος επί του ως άνω λογαριασμού που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα ______________ _____________ ____. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον ενάγοντα στην εταιρία «_________ __________ & _____ _____» και εκείνη με τη σειρά της την παρέδωσε με λευκή πληρεξουσιότητα στον νόμιμο εκπρόσωπό της _________ _____________, προκειμένου ο τελευταίος να την εμφανίσει κατ’ εντολή και για λογαριασμό της. Πλην όμως εμφανισθείσα νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή από τον ενάγοντα την 20/07/2010 στην ως άνω πληρώτρια ___________, δεν πληρώθηκε λόγω μη επαρκούς υπολοίπου, της μη πληρωμής αυτής βεβαιωθείσας επί του σώματος της επίδικης επιταγής με την από 20-7-2010 βεβαίωσή της ____________ ___________ _____________ _____.. Εν συνεχεία ο ενάγων κλήθηκε από την εταιρία «____________ ____________ & _____ ___» και της κατέβαλε το ισόποσο της εν λόγω επιταγής και εκείνη του επέστρεψε το πρωτότυπο σφραγισμένο σώμα αυτής, και έγινε έτσι εκ νέου νόμιμος κομιστής αυτής εξ αναγωγής. Συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας «__________ ____», και στα πλαίσια των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων, εξέδωσε στην __________ τις με αριθμούς _____________, ____________, _______________, _____________, _______________, _______________, ____________ και ____________ οκτώ [8] τραπεζικές επιταγές, για την 30-04-2010, 31- 05-2010, 30-06-2010, 31-07-2010, 31-08-2010, 31-10-2010, 30-11-2010 και 31-12- 2010 αντίστοιχα, ποσού αντίστοιχα € 10.000,10.000,10.000,10.000, 15.000,12.500,13.000 και 13.000 και συνολικά ενενήντα τριών χιλιάδων και πεντακοσίων ευρώ {€ 93.500,00}, πληρωτέες όλες σε διαταγή του ενάγοντος, ο οποίος και κατέστη ως ανωτέρω νόμιμος κομιστής εξ αναγωγής των επιταγών αυτών. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος προέβη στην έκδοση των ανωτέρω επιταγών, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρίας «__________ _____.», μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, και στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στους λογαριασμούς της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας προς πληρωμή των επίδικων επιταγών, τόσο κατά τον πραγματικό χρόνο της έκδοσης αυτών, όσο και καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να εμφανίσει αυτές προς πληρωμή, εν όψει και της εις γνώση του δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της άνω εταιρίας «___________ ____.», όπως βεβαιώνει σχετικά και ο μάρτυρας του ενάγοντος. Το γεγονός δε ότι κάποιες από τις παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή πριν την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσής τους, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθώς ο κομιστής μεταχρονολογημένης επιταγής έχει δικαίωμα να την εμφανίσει οποτεδήποτε, δηλαδή και πριν από τον αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης, αφού αυτή είναι πάντοτε πληρωτέα εν όψει, καθόσον η απαίτηση από την (μεταχρονολογημένη) επιταγή έχει γεννηθεί ήδη από την κατάρτιση έγκυρης, από άποψη πληρότητας των τυπικών στοιχείων του άρθρου 1 Ν. 5960/1933, επιταγής και την παράδοσή της στον λήπτη, σε διαταγή του οποίου αυτή εκδόθηκε, ή στον περαιτέρω εξ οπισθογραφήσεως κομιστή, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού του πρώτου των εναγομένων. Αποτέλεσμα της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας πράξης του πρώτου εναγόμενου, ήταν να ζημιωθεί ο ενάγων κατά το αντίστοιχο ποσό των άνω οκτώ (8) επιταγών και δη κατά το ποσό των ενενήντα τριών χιλιάδων και πεντακοσίων ευρώ {93.500€}. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 31-3-2010, ήτοι μετά την πραγματική έκδοση των παραπάνω οκτώ (8) μεταχρονολογημένων επιταγών, ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει του ______________ συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοτέλας Κοροβήλα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 4932 και με αύξοντα αριθμό 200 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, προς τη δεύτερη εναγόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών με την επωνυμία «________________ ____________ ____________» (______________ _____________ _____________), που εδρεύει στη ____________ ___________, επί της οδού ______________ _________ αριθμ ____, την κυριότητα δύο αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών, κυριότητας του, που βρίσκονται στην επί της οδού __________ αριθμ. ____ πολυκατοικίας, στην ________. Συγκεκριμένα μεταβίβασε Α) Την υπό στοιχεία ________ ___________ ένα _________ μικρό (___-_____) οριζόντια ιδιοκτησία – κατάστημα του ισογείου ορόφου, που εμφαίνεται με τα στοιχεία αυτά στο από Ιουλίου 2009 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου (αριθμός σχεδίου ___) και στον από Ιουλίου 2009 πίνακα κατανομής ποσοστών και τα δύο του Αρχιτέκτονα Μηχανικού _______ _____________, τα οποία προσαρτώνται στο υπ’ αριθμόν ______________ συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αικατερίνης Ηλία Βρεττάκου, μετά του άνωθεν αυτού τμήματος του μεσορόφου (παταριού) επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών δέκα οκτώ και 0,75 (18,75) όπως εμφαίνεται στο από Ιουλίου 2009 σχεδιάγραμμα κάτοψης μεσοπατώματος (αριθμός σχεδίου A3) του αρχιτέκτονος μηχανικού ______________ ______________ το οποίο έχει προσαρτηθεί στο υπ’ αριθμόν  συμβόλαιο της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικατερίνης Ηλία Βρεττάκου, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά τριάντα επτά και 0,75 (37,75), όγκο ιδιόκτητο μέτρα κυβικά διακόσια τριάντα επτά και 0,08 (237,08), ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και τα κοινόκτητα μέρη, έργα και εγκαταστάσεις του μεγάρου εκατόν δώδεκα χιλιοστά (112/1000), που αναλογεί σε# μέτρα τετραγωνικά είκοσι ένα και 0,91 (21,91), συμμετοχή στις δαπάνες κοινοχρήστων πλην του ανελκυστήρα στις οποίες δεν συμμετέχει ως ακολούθως α) σαράντα και 0,50 χιλιοστά (40,50/1000) στις δαπάνες θυρωρού, β) είκοσι επτά χιλιοστά (27/1000), στις δαπάνες φωτισμού και καθαρισμού κοινοχρήστων χώρων, γ) σαράντα τρία και 0,50 χιλιοστά (43,50/1000) στις δαπάνες θερμάνσεως, δ) δέκα τέσσερα χιλιοστά (14/1000) στις δαπάνες ψήξεως, ε) εκατόν δώδεκα και 0,50 χιλιοστά (112,50/1000) στα λοιπά κοινά βάρη και έχει ψήφους στη διοίκηση της πολυκατοικίας ογδόντα (80) σε σύνολο χιλίων (1000) και συνορεύει Βόρεια με το βόρειο όριο του οικοπέδου και με το υπό στοιχεία _______ κατάστημα του ισογείου, Ανατολικά με ανατολικό όριο οικοπέδου και με το υπό στοιχεία _____ κατάστημα του ισογείου, Νότια με το υπό στοιχεία _____ κατάστημα και με την οδό Ερμού και Δυτικά με το υπό στοιχεία ________ κατάστημα του ισογείου και Β) την υπό στοιχεία ΥΠ Α-1 β οριζόντια ιδιοκτησία – αίθουσα του υπογείου μετά αποχωρητηρίου (W.C.), που εμφαίνεται με τα στοιχεία αυτά στο από Ιουλίου 2009 σχεδιάγραμμα κάτοψης υπογείου (αριθμός σχεδίου Α1) και στον από Ιουλίου 2009 πίνακα κατανομής ποσοστών και τα δύο του Αρχιτέκτονα Μηχανικού ___________ ___________, τα οποία προσαρτώνται στο υπ’ αριθμόν ______________ συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Αικατερίνης Ηλία Βρεττάκου, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά τριάντα εννέα και 0,80 (39,80), όγκο ιδιόκτητο μέτρα κυβικά εκατόν είκοσι επτά (127), ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.