fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

4″ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Αριθμός αποφάσεως
5222/2019

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές. Εριέττα Χαλεβίδου, Πρόεδρο Εφετών, Μελπομένη Χιώτου, και Παύλο Μαυρομάτη – Εισηγητή, Εφέτες, και τη γραμματέα Ελισσάβετ Τσιτσικάου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Στην υπ’ αριθ. κατ. 7791/26-9-07 έφεση:

Των καθ’ ων η κοινοποιούμενη κλήση – εκκαλούντων – εφεσιβλήτων – ε­ν αγόντων: 1) ______________ _______________ του ______________ με Α.Φ.Μ. _______________, κατοίκου _________________ _____________ (οδ. ____________, αριθ. ____), 2) __________ συζ. __________ __________________ το γένος _______________ ____________ με Α.Φ.Μ. ______________, κατοίκου ομοί­ως, 3) _______________ _____________ του ___________ με Α.Φ.Μ. _____________, κατοίκου ομοί­ως, 4) ___________ ____. _________________, ο οποίος αποβίωσε στις 11/12/17 και τον διαδέχθη­καν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) ________ συζ. _________ ____________ με Α.Φ.Μ. ____________, κατοίκου ομοίως, β) ___________ χήρα ____________ _____________ με Α.Φ.Μ. ______________. κατοίκου ομοίως, και γ) ____________ _____________ του ____________ με Α.Φ.Μ. ________________. κατοίκου ομοίως, 5) _______________ συζ. _____________ _____________ με Α.Φ.Μ. _____________. κατοίκου ομοίως. 6) _________ _________________ του ______________ με Α.Φ.Μ. ______________, κατοίκου ομοίως και 7) ________ συζ. ____ __________. θυγ. _________ ________ με Α.Φ.Μ. __________, κατοίκου ομοίως, εκ των οποίων ο τρίτος (___________ ___________ του ____________) εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με την πληρεξούσια δικη­γόρο του Ασημίνα Γ. Σκιντζόγλου – Λάλα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 008298 και Α.Φ.Μ. 043951991), και τους λοιπούς εκπροσώπησε στο Δικαστήριο, η ίδια πληρεξούσια δι­κηγόρος, η οποία κατέθεσε το υπ’ αριθ. ______________ γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Των καθ’ ων η κοινοποιούμενη η κλήση, και της 4ης καλούσας – εφεσι- βλήτων – εκκαλούντων – εναγόμενων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “______ _____________ ______. ____________ ______________”, η οποία εδρεύει στην __________ ___________ (οδ. ____________, αριθ. ____) και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) _____________ ______________ του ____________ με Α.Φ.Μ. _____________, κατοίκου __________ _____________ (οδ. ____________, αριθ. __), ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώ­που της ως άνω εταιρείας, 3) ____________ ______________ του _______________ με Α.Φ.Μ. _______________, κατοίκου ____________ _______________ (οδ. ____________, αριθ. ___), ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, 4) ανώνυμης εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “____________ __________ _________.” με Α.Φ.Μ. __________, η οποία εδρεύει στην __________ (λεωφ. ___________ αριθ. _____ ____________ αρ. ____) και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) _________ __________ του ___________ με Α.Φ.Μ. ___________, κατοίκου ____________ ___________ (οδ. ____________, αριθ. ____’) και 6) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία “_________ _______.” με Α.Φ.Μ. ____________, η οποία εδρεύει στο ___________ ___________ (οδ. _______________, αριθ. _ ___) και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων τους πρώτη, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο εκπρο­σώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος τους Ζωή Δημ. Παπαγεωργίου (Α.Μ. Α.Σ.Α. 025780 και Α.Φ.Μ. 997200033), με δήλωση κατ’ άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις και κατέθεσε το υπ’ αριθ. ___________ γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθη­νών, την τέταρτη εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της Ανα­στασία Ευαγ. Νταραντάνη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 010249 και Α.Φ.Μ. 042259600), η οποία κατέθεσε το υπ: αριθ. _____________ γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και εν­σήμων του Δ.Σ. Αθηνών, και στο ακροατήριο ανακάλεσε την κατ’ άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ δήλωση περί παραστάσεώς της, και την έκτη εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Σωτ. Παγώνας (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 032022 και ΑΦΜ 1 19743 163). ο οποίος κατέθεσε το υπ” αριθ. ____________ γραμμάτιο προκατα­βολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Β. Στην υπ’ αριθ. κατ. 7872/28-9-07 έφεση:

Της καθ’ ης η κοινοποιούμενη κλήση – εκκαλούσας- εφεσίβλητης – εναγό­μενης: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία “_________ _______.” με Α.Φ.Μ. ____________, η οποία εδρεύει στο ___________ __________ (οδ. Φιλελλήνων, αριθ. 1SA) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δι­κηγόρος της Ιωάννης Σωτ. Παγώνας (Α.Μ. Δ,Σ.Α. 032022 και Α.Φ.Μ. 119743161), ο οποίος κατέθεσε το υπ3 αριθ. _____________ γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Των καθ’ ων η κοινοποιούμενη κλήση – εφεσιβλήτων – εκκαλούντων – ε- ναγόντων: 1) _______________ ______________ του _____________ με Α.Φ.Μ. ____________, κατοίκου ______________ ___________ (οδ. __________, αριθ. ___), 2) _________ συζ. _________ __________ το γένος ___________ _________ με Α.Φ.Μ. _____________, κατοίκου ομοί­ως, 3) ______________ ______________ του _____________ με Α.Φ.Μ. _____________, κατοίκου ομοίως, 4) ____________ ______. _____________, ο οποίος αποβίωσε στις 11/12/17 και τον διαδέχθη­καν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) ________ συζ. _________ _________________ με Α.Φ.Μ. _____________, κατοίκου ομοίως, β) ___________ χήρα ___________ _______________ με Α.Φ.Μ. ________________, κατοίκου ομοίως, και γ) ____________ ____________ του ______________ με Α.Φ.Μ. ______________, κατοίκου ομοίως, 5) ____________ συζ. ___________ ____________ με Α.Φ.Μ. __________________, κατοίκου ομοίως, 6) __________ _____________ του _____________ με Α.Φ.Μ. _____________, κατοίκου ομοίως και 7) __________ συζ. _____. _______, θυγ. _________ ________ με Α.Φ.Μ. ____________, κατοίκου ομοίως, εκ των οποίων ο τρίτος (__________ ______________ του __________) εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με την πληρεξούσια δικη­γόρο του Ασημίνα Γ. Σκιντζόγλου – Λάλα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 008298 και ΑΦΜ _____________), και τους λοιπούς εκπροσώπησε στο Δικαστήριο, η ίδια πληρεξούσια δι­κηγόρος, η οποία κατέθεσε το υπ’ αριθ. ____________________ γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Γ. Στην υπ’ αριθ. κατ. 7308/7-9-07 έφεση:

Της καλούσας – εκκαλούσας- εφεσίβλητης – εναγόμενης: Ανώνυμης εται­ρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “___________ __________ __________.” με Α.Φ.Μ. _______________, η οποία εδρεύει στην ________ (λεωφ. __________ αριθ. _____ και _______ αριθ. ____) και εκπροσιοπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της Αναστασία Ευαγ. Νταραντάνη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 010249 και ΑΦΜ 042259600). η οποία κατέθεσε το υπ’ αριθ. ___________ γραμμάτιο προ- καταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Των καθ’ ων η κλήση – εφεσιβλήτων – εκκαλούντων – εναγόντων: 1) ______________ ___________ του ___________ με Λ.Φ.Μ. _____________, κατοίκου ___________ _____________ (οδ. ___________, αριθ. ___). 2) ________ συζ. _______ _____________ το γέ­νος __________ __________ με Α.Φ.Μ. ____________, κατοίκου ομοίως, 3) __________ _____________ του __________ με Α.Φ.Μ. _____________, κατοίκου ομοίως, 4) __________ _____. ______________, ο οποίος αποβίωσε στις 11/12/17 και τον διαδέχθηκαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) ________ συζ. ________ _________________ με Α.Φ.Μ. __________, κα­τοίκου ομοίως, β) ____________ χήρα ___________ ____________ με Α.Φ.Μ. ___________, κα­τοίκου ομοίως, και γ) _____________ _____________ του ____________ με Α.Φ.Μ. ______________, κατοίκου ομοίως, και 5) ___________ συζ. ___________ __________ με Α.Φ.Μ. __________, κατοίκου ομοίως, εκ των οποίων ο τρίτος (_____________ ______________ του __________) εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασημίνα Γ. Σκιντζόγλου – Λάλα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 008298 και Α.ΦΜ 043951991), και τους λοιπούς εκπροσώπησε στο Δικαστήριο, η ίδια πληρεξούσια δικηγόρος, η οποία κατέθεσε το υπ’ αριθ. _____________ γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Α. Στην υπ’ αριθ. κατ. 7012/8-8-07 έφεση:

Των καθ’ ων η κοινοποιούμενη κλήση – εκκαλούντων – εψεσιβλήτων – ε­ναγόμενων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “______ ______________ _____. ________________ ________________”, η οποία εδρεύει στην __________ _____________ (οδ. __________, αριθ. ____) και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) _____________ ­­­­­­­­­­­­­___________________ του _____________ με Α.Φ.Μ. _____________, κατοίκου _____________ _________, (οδ. __________, αριθ. ____), ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, 3) _____________ ______________ του ____________ με Α.Φ.Μ. ____________, κατοίκου ____________ ______________ (οδ. _____________, αριθ. ___), ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, και 4) ___________ ____________ του ______________ με Α.Φ,Μ. _____________, κατοίκου ____________ _____________ (οδ. _____________, αριθ. _____’), τους οποίους εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος τους Ζωή Δημ. Παπαγεωργίου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 025780 και ΑΦΜ 997200033). με δήλωση κατ’ άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις, η οποία κατέθεσε το υπ’ αριθ. _______________ γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθη­νών.

Των καθ’ ων η κοινοποιούμενη κλήση – εφεσιβλήτων – εκκαλούντων – εναγόντιον: 1) _________ ____________ του ____________ με Α.Φ.Μ. ____________, κατοίκου ___________ ____________ (οδ. _________, αριθ. _____), 2) ________ συζ. _________ _______________ το γένος ___________ _____________ με Α.Φ.Μ. _______________, κατοίκου ομοί­ως, 3) _______________ ______________ του ____________ με Α.Φ.Μ. _______________, κατοίκου ομοί­ως, 4) ____________ _____ ____________, ο οποίος αποβίωσε στις 11/12/17 και τον διαδέχθη­καν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) _________ συζ. ______ ________________ με Α.Φ.Μ. _______________, κατοίκου ομοίως, β) ____________ χήρα __________ ______________ με Α.Φ.Μ. ______________, κατοίκου ομοίως, και γ) ____________ __________ του _______________ με Α.Φ.Μ. ______________, κατοίκου ομοίως, και 5) _______________ συζ. _________ _____________ με Α.Φ.Μ. _____________, κατοίκου ομοίως, εκ των οποίων ο τρίτος (______________ _____________ του _____________) εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασημίνα Γ. Σκιντζόγλου – Λάλα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 008298 και ΑΦΜ 043951991), και τους λοιπούς εκπροσώπησε στο Δικαστήριο, η ίδια πληρεξούσια δικηγόρος, η οποία κατέθεσε το υπ’ αριθ. __________________ γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και εν­σήμων του Δ.Σ. Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2005 και με αριθ. κατ. _________________ αγωγή καταβολής αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης εκ του θανά­του του ______________ ____________________ του ______________ σε εργατικό ατύχημα, την οποία άσκησαν οι ενάγοντες κατά των εναγομένων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επω­νυμία “______ ___________ ___. ______________ ___________”, 2) ________________ ___________________ του ______________, 3) ______________ ________________ του ________________, 4) ανώνυμης εταιρείας ____________ ____________ με την επωνυμία “_____________ _____________ ________________.”, 5) ____________ ____________ του __________________ και 6) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία “____________ __________.”. με την οποία ζήτησαν να γίνει αυτή  δεκτή. Η συζήτηση της αγωγής ορίσθηκε να γίνει στις 29/9/06 με αριθ. πιν. ______ και κατόπιν αναβολής στις 29/1/07. Η εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία “___________ _________.” άσκησε την από 13/9/06 και αριθ. κατ. ________________ προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της προσεπικαλούμενης – παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “__________ ___________ _____________ __________” με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει ό.τι αυτή θα κατέβαλε στους ενάγοντες της από 20/12/2005 αγωγής. Η συζήτηση αυτής ορίσθηκε να γίνει στις 29/1/07. Επίσης η εναγόμενη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία “_________ _____.” άσκησε την από 17/12/06 και αριθ. κατάθ. ________________________ παρεμπίπτουσα αγωγή κατά των παρεμπιπτόντως εναγόμενων 1) Ομόρρυθμης ε­ταιρείας με την επωνυμία “_____ ______________ ______. ______________ _____________”, 2) ______________ ________________ του _______________ και 3) ____________ _______________ του ________________, κοινοποιούμενη και στους ως άνω επτά (7) ενάγοντες, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί εις ολόκληρον να της καταβάλουν ό,τι αυτή θα κατέβαλε στους ενάγοντες της από 20/12/2005 αγωγής. Η συζήτηση αυτής ορίσθηκε να γίνει στις 29/1/07.

Συνεκδικασθέντων των ως άνω ενδίκων βοηθημάτων κατά την ως άνω τελευ­ταία ημερομηνία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, α­ντιμωλία των διαδίκων μερών, η υπ’ αριθ. ____________ οριστική απόφαση του ανω­τέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς τους έκτο και την έ­βδομη των εναγόντων, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, διέ­ταξε το χωρισμό της δίκης ως προς την από 20/12/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή απο­ζημίωσης (αριθ. καταθ. _________________) και παρέπεμψε αυτήν στο καθ’ ύλην αρ­μόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 17/12/06 (αριθ. κατ. _________________) παρεμπίπτουσα αγωγή.

Οι εκκαλούντες – ενάγοντες – εφεσίβλητοι, με την από 8/9/07 έφεσή τους (α- ριθ. έκθ. κατάθ. 7791/26-9-07), η οποία έ?ατβε αριθ. κατ. πράξεως προσδιορισμού δι­κασίμου 1779/27-9-07 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί στις 8/1/08, με αριθ. πιν. 46, ζήτησαν την εξαφάνιση της προσβαλλόμε­νης, έτσι ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή.

Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την ε­πωνυμία “Άκτωρ Α.Τ.Ε.”, με την από 27/9/07 έφεσή της (αριθ. έκθ. κατάθ. _________________), την οποία απηύθηνε εναντίον των εναγόντων -εφεσιβλήτων – εκκαλούντων. και έλαβε αριθ. κατ. πράξεως προσδιορισμού δικασίμου _______________ στο δευτερο­βάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί στις 8/1/08, με αριθ. πιν. 64, ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλομένης. έτσι ώστε να απορρυρθεί στο σύνολό της η αγωγή.

Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία Γενικών Ασφα­λειών με την επωνυμία “_____________ _______________ _________________.” με την από 6/9/07 έφεσή της (αριθ. έκθ. κατάθ. _____________), την οποία απηύθηνε εναντίον των πέντε (5) πρώτων εναγόντων – εφεσιβλήτων – εκκαλούντων, και έλαβε αριθ. κατ. πράξεως προσδιορι­σμού δικασίμου 1780/2007 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί στις 8/1/08, με αριθ. πιν. 47, ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλομένης, έτσι ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή, άλλως να μεταρρυθμισθεί.

Οι εκκαλούντες – εφεσίβλητοι – εναγόμενοι 1) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία “_______ ______________ ____ ____________ ______________”, 2) ______________ ______________ του ______________, 3) ___________ ________________ του ____________, και 4) ___________ _______________ του ____________________, με την από 6/8/07 έφεσή τους (αριθ. έκθ. κατάθ. __________________), την οποία απηύθηναν εναντίον των πέντε (5) πρώτων εναγόντων – εφεσιβλήτων – εκκαλούντων, και έλαβε αριθ. κατ. πράξεως προσδιορισμού δικασίμου _________________ στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί αρχικά στις 18/3/08, με αριθ. πιν. ­­­­___, και με εκ νέου προσδιορισμό στις 8/1/08 με αριθ. πιν. ___, ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης, έτσι ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή, άλλως να μεταρρυθμισθεί.

Συνεκδικασθέντων των ως άνω ενδίκων μέσων στις 8/1/08, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ερήμην του τετάρτου εκκαλούντος _______________ ______ ______________ στην πρώτη έφεση και του ιδίου πάλι ως τετάρτου εφεσιβλήτου στις λοιπές εφέσεις, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η υπ’ αριθ. ________________ τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε τις από 27/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ______________), 6/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. _______________), 6/8/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ________________) εφέσεις και δέχθηκε στην ουσία της την από 8/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ________________) έφεση των εκκαλούντων – εναγόντων, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη, δίκασε επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως προς τους τον έκτο και την εβδόμη των εναγόντων __________________ ______________ και __________ ______________, και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τους λοιπούς ενάγοντες.

Την αναίρεση της προαναφερόμενης εφετειακής απόφασης ζήτησαν οι εκ­καλούντες – εφεσίβλητοι – εναγόμενοι 1) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία “__________ _______________ ___ ______________ ______________”. 2) ________________ _______________ του  _____________, 3) ___________ _____________ του _______________, και 4) ____________ ______________ του _____________. με την από 31/12/08 αίτηση αναιρέσεωο ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, το οποίο εξέδωσε την υπ’ αριθ. ______________ απόφασή του, με την οποία αναίρεσε την υπ’ αριθ. ______________ ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Επίσης την αναίρεση της ιδίας ως άνω εφετειακής απόφασης ζήτησε και η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “________________ __________ _________.”, με την από 12/12/08 αίτηση αναιρέσεως ε­νώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, το οποίο εξέδωσε την υπ’ αριθ. _______________ απόφασή του, με την οποία αναίρεσε αυτήν, και παρέπεμψε την υπόθεση για πε­ραιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Τέλος την αναίρεση της ιδίας ως άνω εφετειακής απόφασης ζήτησε και η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία “______________ _______.”, με την από 7/1/09 αίτηση αναιρέσεως και τους από 19/1/11 προσθέ­τους λόγους, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, το οποίο εξέδωσε την υπ αριθ.. ___________ απόφασή του, με την οποία αναίρεσε αυτήν, και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικα­στές.

Οι εκκαλούντες ενάγοντες – εφεσίβλητοι, με την από 20/6/15 κλήση τους επανέφεραν προς συζήτηση την από 8/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. _______________) έφεσή τους προς περαιτέρω συζήτηση, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 8/11/16 και μετ’ αναβολή για εκείνη της 25/9/18.

Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγομένη ανώνυμη εταιρεία Γενικών Ασφα­λειών με την επωνυμία “___________ ___________ __________.”, με την από 17/3/15 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση την από 6/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ____________) έφεσή της προς περαιτέρω συζήτηση, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 8/11/16 και μετ’ αναβολή για εκείνη της 25/9/18.

Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία “Άκτωρ Α.Τ.Ε.”, με την από 25/3/18 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση την από 27/9/07 (αριθ. έκθ, κατάθ. _____________) έφεσή της προς περαιτέρω συζήτη­ση, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 25/9/18.

Οι εκκαλούντες – εφεσίβλητοι – εναγόμενοι 1) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία “________ ___________ _______ ______________ ___________”, 2) _______________ ______________ του ________________, 3) ________________ ______________________ του ______________, και 4) _____- __________ ______________ του _______________, με την από 14/11/11 και αριθ. κατ. 1822/11 κλή­ση τους επανέφεραν προς συζήτηση την από 6/8/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ____________) έφεσή τους προς περαιτέρω συζήτηση, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 29/1/13 και μετ’ αναβολή για εκείνη της 27/1/15. οπότε και ματαιώθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών στις 25/1/15, χωρίς περαιτέρω νέα κλήση προς συζήτηση.

Συνεκδικασθεισών μετ’ αναίρεση των από 8/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. _____________), 6/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ______________) και 27/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ______________) εφέσεων που επαναφέρθηκαν προς συζήτηση κατά τα ανωτέρω στη δικάσιμο της 25/9/18, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ______________ απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση όλων των εφέσεων, λόγω μη επαναφοράς προς συζήτηση δια κλήσεως της από 6/8/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ____________) έφεσης των εκκαλούντων – εφεσιβλήτων – εναγόμενων 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “______ _______________ _____. ______________ _____________”, 2) ____________ ______________ του _____________, 3) ___________ _____________ του ____________, και 4) ____________ ______________ του ______________.

Εί εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία Γενικών Ασφα­λειών με την επωνυμία “____________ __________ ____________”, με την από 25/2/19 και αριθ. κατ. _________________ κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση το σύνολο (4) των ως άνω εφέσεων προς περαιτέρω μετ’ αναίρεση συζήτηση, κοινοποιώντας αυτήν προς όλους τις διαδίκους της έκκλητης δίκης εν σχέσει με την εκκαλουμένη, η οποία προσδιορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία με μια μόνο εγγραφή στο πινάκιο με αριθ. 1.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι διάδικοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο μετά και δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, ως και δια δηλώσεων κατ’ άρθρο 242 §2 ΚΓΙολΔ, ως ανωτέρω εκτί­θεται.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

  1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΓΙολΔ, “Αν αναιρεθεί η απόφα­ση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης ανα- φέρονται και σ’ αυτήν”. Κατά δε τη διάταξη του άρθ. 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ως ίσχυε πριν την αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ A 87/23-7- 2015) “Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική α­πόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237”. Εξάλλου, κατά τη διά­ταξη του άρθ. 580 παρ. 3 ΚΓΙολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο που ενδια­φέρει (χρόνος εκδόσεως των κατωτέρω αναφερομένων αναιρετικών αποφάσεων) σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 31 του Ν. 2172/1993 (ΦΕΚ A 207) “3. Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές”. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί, από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυ­τής (ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 493/2011 ΝοΒ 2011.2181, ΑΠ 1220/2007 ΕλλΔνη 2008.1625, ΑΠ 975/2000 ΕλλΔνη 2000.81). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέ­σεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατι­σχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρι­σμού από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 308/2004 ΕλλΔνη 2005.84, ΑΠ 1833/2001). Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητειται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (ΕφΘεσ 2518/2000 Αρμ 2001.46). Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δί­κης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 659/1988 ΕλλΔνη 1988.310, ΑΠ 1279/1983 Δ 1984.421. ΕφΓΙειρ 68/1994 ΕλλΔνη 1 994.1385). εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα. οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 479/2009 ΝοΒ 2009.1701. AlΠ 707/2008 ΝοΒ 2008.2190. ΑΠ 553/2008 ΝοΒ 2008.2177, ΑΠ 1717/2002 ΕλλΔνη 2002.1563). Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επα­νέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση, όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους (ΑΓ1 43/2005 ΕλλΔνη 2005.1401, ΑΠ 380/1999 ΝοΒ 2000.949, ΑΠ 674/1998 ΕλλΔνη 1999.1707). Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην προηγούμενη της αναιρεθείσης απόφασης κατάσταση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγώγι) κ.λ.π. και η διαδικασία ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, με την έννοια ότι, εφόσον η απόφαση αναιρέθηκε εν όλω αποβάλει κάθε ισχύ και θεωρείται ως εντελώς άκυρη και η συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε, καταργείται, με συνέπεια και οι προτάσεις που κατατέθηκαν σ3 αυτήν να μη λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της παραπομπής. Κατά δε την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής εφαρμόζονται οι κανόνες, που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, αναλόγως αν τούτο δίκασε ως πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την τακτική ή ειδική διαδικασία και η ερημοδικία των διαδίκων υπόκειται στη ρύθμιση των κανόνων, οι οποίοι αναφέρονται στη διεξα­γωγή της δίκης στο δευτεροβάθμιο ή πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανάλογα αν η απόφα­ση που αναιρέθηκε είναι του δευτεροβαθμίου ή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αν πρόκειται για πρώτη ή μεταγενέστερη συζήτηση (ΑΠ 25/1983 ΕΕργΔ 42.380, ΑΠ 675/1980 ΝοΒ 28.2012, ΕφΑΘ 5441/2002 ΕπΔικΙΙολ 2003.1 16. ΕφΑΘ 5472/2007 Αρμ 2008.445, ΕφΑΘ 3116/2006 ΕλλΔνη 2007.1477, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση κατ’ άρθρο, 1995, άρθ. 581. αριθ. 6, Μ. Μαρ­γαρίτης σε Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, ΚΠολΔικ, 2000. τόμ.Ί, άρθ. 581. αριθ. 2). Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθ. 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστή­ριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3. 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμένος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 137/2004 Δ 2004.1171) και όχι από τις διαπιστόοσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, από ό,τι η αναιρε- θείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ακόμα και αν αυτί] στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικα­στηρίου (Α1Ί 963/1999 ΕλλΔνη 1999.51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικα­στήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την α­πόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ 2003.145). Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της εφέσεως ως προϋποθέσεως του παραδεκτού της, θα (επαν)εξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση (ΕφΠειρ 85/2014, ΕφΠειρ 658/1989 ΝοΒ 38.662). Κατά δε τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 581 § 1 του ΚΓίολΔ, ως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου ένα του Ν. 4335/2015 (άρ­θρο 9° παρ. 2 Ν. 4335/2015), στο οποίο ορίζεται ότι “Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση”, για την εισαγωγή της υποθέσεως προς συζήτηση στο δικαστή­ριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, απαιτείται κλήση, που πρέ­πει να επιδοθεί στον αντίδικο του επισπεύδοντος, χωρίς να είναι υποχρεωτική και η επίδοση της αποφάσεως (ΑΠ 141/2005 Δ 2005.1033. ΑΠ 134/2000 ΕλλΔνη 2000.994). Όταν έχουν ασκηθεί πλείονο. του ενός ένδικα μέσα της ίδιας φύσης (λ.χ. εφέσεις) κατά της ίδιας απόφασης, τίποτα δεν αποκλείει να έλθουν προς συζήτηση όλα αυτά με την ίδια κλήση, οπότε και γίνεται μια μόνο εγγραφή στο πινάκιο (ΑΠ 1407/1987 ΕΕΝ 1988.755, ΕφΑΘ 1998/2001 ΕλλΔνη 2001.1420. Μ. Μαργαρίτη/Άντα Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, 2018, τομ. ϊ, σσ. 768). Εν προκειμένω. φέρονται προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι κρινύμενες εφέσεις, ήτοι: α) η από 8/9/07 (αριθ. εκθ. καταθ. ______________) έφεση τιον εκκαλούντων – εναγόντων, β) η από 27/9/07 (αριθ. εκθ. κατάθ. ______________) έφεση της εκκαλούσας – εφεσίβλητης – εναγομένης ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία “________ _______.”, γ) η από 6/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ____________) έφεση της εκκαλούσας – ε­φεσίβλητης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “__________ __________ __________.” και δ) η από 6/8/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. _____________) έ­φεση των εκκαλούντων – εφεσιβλήτων – εναγόμενων 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “______ _____________ _____. ____________ _____________”, 2) ___________ _______________ του ______________, 3) __________ _____________ του _____________, και 4) ___________ _______________ του _______________, κατά των εφεσιβλήτων – εναγόντων και της υπ” αριθ. ______________ οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 – 676 ΚΠολΔ, ως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 – ΦΕΚ A 87/23-7-15, ενώ ήδη ως προς τις διαφορές αυτές ισχύουν οι διατάξεις των άρθ. 614 αριθ. 3, και 621 επ. ΚΠολΔ), κατόπιν παρα­πομπής των υποθέσεων με τις υπ: αριθ. 600/14-4-11, 598/14-4-11, 599/14-4-11 απο­φάσεις του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), με τις οποίες αναιρέθηκε η υπ’ αριθ. 6118/31-10-08 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για το λόγο ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Οι υποθέσεις εισάγονται με την από 25/2/19 και αριθ. κατ. 2097/1668/26-2-19 κλήση που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγομένη ανώνυμη εταιρεία Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “____________ _________ _____________.” (άρθ. 581 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η κλήση αυτή παραδεκτά, σύμφωνα με τα προ·· εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, κατατέθηκε στις 26/2/2019, από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία και με αυτήν επαναφέρονται προς περαιτέρω μετ’ αναίρεση συ­ζήτηση όλες οι ως άνω εφέσεις με αριθ. πιν. 1, απορριπτομένου του ισχυρισμού των εναγόντων – εκκαλούντων – εφεσιβλήτων περί του αντιθέτου. Αποτελεί δε κατάληξη της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής. Οι ενάγοντες άσκησαν κατά των εναγόμενων 1}Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “_______ ________________ _____ ________________ ___________”, 2) ___________ ________________ του ________________, 3) ____________ _______________ του ______________, 4) ανώνυμης εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “_________ __________ ____________.”. 5) __________ ______________ του ____________ και 6) ανώ­νυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία “__________ ______.”, την από 20/12/2005 και με αριθ. κατ. _______________ αγωγή καταβολής αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης εκ του θανάτου του _______________ ______________ του _______________ σε εργατικό ατύχη­μα, με την οποία ζήτησαν να γίνει αυτή δεκτή. Η συζήτηση της αγωγής ορίσθηκε να γίνει στις 29/9/06 με αριθ. πιν. ΚΒ/34 και κατόπιν αναβολής στις 29/1/07. Η εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία “__________ ______.” άσκησε την από 13/9/06 και αριθ. κατ. _____________ προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή κα­τά της προσεπικαλούμενης – παρεμπιπτόντως εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “________ ___________ _____________ ___________” με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί αυτί] να της καταβάλει ό,τι αυτή θα κατέβαλε στους ενάγοντες της από 20/12/2005 ως άνω αγωγής. Η συζήτηση αυτής ορίσθηκε να γίνει στις 29/1/07. Η εναγόμενη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία “__________ __________.” άσκησε την από 17/12/06 και αριθ. κατ. _________________ παρεμπίπτουσα αγω­γή κατά των παρεμπιπτόντως εναγόμενων 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “______ _____________ _______ ______________ ______________”, 2) _____________ _______________ του __________________  και 3) _____________ Παπαδόπουλου του Δημητρίου, κοινοποιούμενη και στους ως άνω επτά (7) ενάγοντες, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί εις ο­λόκληρον να της καταβάλουν ό,τι αυτή θα κατέβαλε στους ενάγοντες της από 20/12/2005 αγωγής. Η συζήτηση αυτής ορίσθηκε να γίνει στις 29/1/07. Συνεκδικασθέντων των ως άνω ενδίκων βοηθημάτων κατά την ως άνω τελευταία ημερομηνία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφοροόν, αντιμωλία των διαδί- κων μερών, η υπ’ αριθ. ______________ οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την κύρια αγώγι’] ως προς τους έκτο και την έβδομη των εναγόντων, ως μη νόμιμη, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, υποχρέωσε τους κυρίως εναγόμενους να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθένας από αυτούς, σε καθέναν από τους πρώτο, δεύτερη και τρίτο κυρίως ενάγοντες το πο­σό των 50.000 €. και στον τέταρτο και την πέμπτη κυρίως ενάγοντες το ποσό των 15.000 €, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, αναγνώρισε ότι οι ως άνω κυρίως εναγόμενοι (η τέταρτη μέχρι του ποσού συνολικά των 500.000 €) οφείλουν να καταβάλουν στον πρώτο και τη δεύτερη κυρί­ως ενάγοντες από 100000 € σε καθέναν, στον τρίτο 50.000 € και στον τέταρτο και την πέμπτη από 85.000 € σε καθέναν, όλα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδο­σης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, διέταξε το χωρισμό της δίκης ως προς την από 20/12/2005 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης (αριθ. καταθ. _______________) και παρέπεμψε αυτήν στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτο­δικείο Αθηνών για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε την από 17/12/06 (αριθ. κατ. ______________________) παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρέωσε τους παρεμπιπτόντως εναγόμενους να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα “_________ _______.”, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ό,τι αυτή  ήθελε υποχρεωθεί να κα­ταβάλει στους ως άνω κυρίως ενάγοντες, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της η­μερομηνίας καταβολής και μέχρι την εξόφληση. Οι εκκαλούντες – ενάγοντες – εφεσί- βλητοι, με την από 8/9/07 έφεσή τους (αριθ. έκθ. κατάθ. _________________), η οποία έλα­βε αριθ. κατ. πράξεως προσδιορισμού δικασίμου 1779/27-9-07 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί στις 8/1/08, με αριθ. πιν. 46, ζή­τησε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης, έτσι ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή. Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγόμενη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την ε­πωνυμία “___________ ________.”, με την από 27/9/07 έφεσή της (αριθ. έκθ. κατάθ. ___________________), την οποία απηύθηνε εναντίον των εναγόντων – εφεσιβλήτων – εκκαλούντων, και έλαβε αριθ. κατ. πράξεως προσδιορισμού δικασίμου _____________ στο δευτερο­βάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί στις 8/1/08, με αριθ. πιν. 64, ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης, έτσι ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή. Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “___________ ___________ ____________.” με την από 6/9/07 έφεσή της (αριθ. έκθ. κατάθ. _____________), την οποία απηύθηνε εναντίον των πέντε (5) πρώ­των εναγόντων – εφεσιβλήτων – εκκαλούντων, και έλαβε αριθ. κατ. πράξεως προσδι­ορισμού δικασίμου 1780/2007 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί στις 8/1/08, με αριθ. πιν. 47, ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλομένης, έτσι ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή, άλλως να μεταρρυθμισθεί. Οι εκκαλούντες – εφεσίβλητοι – εναγόμενοι .1) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επω­νυμία “________ ______________ _____ _______________ __________”, 2) ________________ ________________ του _____________, 3) _____________ _____________ του ______________. και 4) __________ _____________ του _________________, με την από 6/8/07 έφεσή τους (αριθ. έκθ. κατάθ. __________________), την οποία απηύθηναν εναντίον των πέντε (5) πρώτων εναγόντων – εφεσιβλήτων – εκκαλούντων, και έλαβε αριθ. κατ. πράξεως προσδιορισμού δικασίμου 2493/27-12-07 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και προσδιορίσθηκε για να εκδικασθεί αρχικά στις 18/3/08, με αριθ. πιν. 39, και με εκ νέου προσδιορισμό στις 8/1/08 με αριθ. πιν. 70, ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλομένης, έτσι ώστε να απορριφΟεί στο σύνολό της η αγωγή, άλλως να μεταρρυθμισθεί. Συνεκδικασθέντων των ως άνω ενδίκων μέσων στις 8/1/08, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών δια­φορών, ερήμην του τετάρτου εκκαλούντος ____________ ___ ______________ στην πρώτη έ­φεση και του ιδίου πάλι ως τετάρτου εφεσιβλήτου στις λοιπές εφέσεις, ο οποίος απεβίωσε στις 11/12/07 και τη δίκη συνέχισαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του σύζυγος και τέκνα, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η υπ’ αριθ. ___________ οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε τις από 27/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. __________), 6/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ______________). 6/8/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. __________) εφέσεις και δέχθηκε στην ουσία της την από 8/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ____________) έφεση των εκκαλούντων – εναγόντων, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη, δίκασε επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως προς τους τον έκτο και την έ­βδομη των εναγόντων ___________ ______________ και _______ ________, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, υποχρέωσε τους εναγόμενους, εις ολόκληρον έκα­στο, να καταβάλουν α) στον πρώτο ενάγοντα _____________ ______________ 50.000 €, β) στην δεύτερη ενάγουσα ______________ ____________ 68.750 €, γ) στον τρίτο ενάγοντα ___________ ______________ 50.000 €, δ) στην πέμπτη ενάγουσα ___________ ______________ 27.500 €, ε) στον __________ ______________, υπό την ιδιότητα αυτού ως κληρονόμου του θανόντος ενάγοντος ___________ ________________ 18.750 € και όλα τα ποσά με το νόμιμο τό­κο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες της ασφαλιστικής εταιρίας “___________ _____________ ____________.”, ευθυνόμενης μέχρι του ποσού των 500.000 €, α) στον πρώτο ενάγοντα _______________ _________________ 130.000 6, β) στην δεύτερη ενάγουσα ________ ______________ 152.500 €, γ) στον τρίτο ενάγοντα _____________ _______________ 90.000 €, δ) στην πέμπτη ενάγουσα ___________ ______________ 110.000 €. ε) στον _____________ ______________, υπό την ιδιότητα αυτού ως κληρονόμου του θανόντος ενάγοντος __________ ______________ 22.500 € και όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση και τέλος καταδίκασε τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των πέντε πρώτων εναγόντων. Την αναίρεση της προαναφερόμενης εφετειακής απόφασης ζήτησαν οι εκκαλούντες εφεσίβλητοι – εναγόμενοι 1) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία “________ _____________ ___. ______________ ___________”, 2) _____________ _______________ του _____________, 3) ______________ ______________ του ____________, και 4) ________ ___________ του ___________, με την από 31/12/08 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, το οποίο εξέδωσε την υπ’ αριθ. 600/14-4-11 απόφασή του, με την ο­ποία αναίρεσε την υπ3 αριθ. ______________ ως άνω απόφαση κατ’ αρθ. 559 αριθ. 19 λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Επίσης την αναίρεση της ι­δίας ως άνω εφετειακής απόφασης ζήτησε και η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “_____________ _________ ____________.”, με την από 12/12/08 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, το οποίο εξέδωσε την υπ3 αριθ. 598/14-4-11 απόφασή του, με την ο­ποία αναίρεσε αυτήν για τον ίδιο ως άνω λόγο, και παρέπεμψε την υπόθεση για πε­ραιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Τέλος την αναίρεση της ιδίας ως άνω εφετειακής απόφασης ζήτησε και η εκκαλούσα – εφεσί­βλητη – εναγομένη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία “_________ _______.”, με την από 7/1/09 αίτηση αναιρέσεως και τους από 19/1/11 προσθέτους λόγους, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, το οποίο εξέδωσε την υπ3 αριθ. 599/14-4-11 α­πόφασή του, με την οποία αναίρεσε αυτήν για τον ίδιο ως άνω λόγο, και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Οι εκκαλούντες – ενάγοντες – εφεσίβλητοι, με την από 20/6/15 κλήση τους επανέφεραν προς μετ’ αναίρεση συζήτηση την από 8/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ________________) έφεσή τους, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 8/11/16 και μετ’ ανα­βολή για εκείνη της 25/9/18. Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγομένη ανώνυμη εται­ρεία Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “______________ __________ __________.”, με την από 17/3/15 κλήση της επανέφερε προς μετ’ αναίρεση συζήτηση την από 6/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ______________) έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 8/11/16 και μετ’ αναβολή για εκείνη της 25/9/1 8. Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγό­μενη ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία “________ ______.”, με την από 25/3/18 κλήση της επανέφερε προς μετ’ αναίρεση συζήτηση την από 27/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ___________) έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο τηε 25/9/18. Οι εκκαλούντες. – εφεσίβλητοι – εναγόμενοι 1) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία “_____ ________________ ___. _____________ “. 2) ___________ _______________ του _______________, 3) ___________ ____________ του _____________, και 4) _________ _____________ του _____________, με την από 14/11/11 και αριθ. κατ. 1822/11 κλή­ση τους επανέφεραν προς συζήτηση την από 6/8/07 (αριθ. έκθ. κατάΘ- _______________) έφεσή τους προς περαιτέρω συζήτηση, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 29/1/13 και μετ’ αναβολή για εκείνη της 27/1/15, οπότε και ματαιώθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών στις 25/1/15, χωρίς περαιτέρω νέα κλήση προς συζήτηση. Συ- νεκδικασθεισών μετ’ αναίρεση των από 8/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ______________), 6/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ________________) και 27/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ______________) εφέσεων που επαναφέρθηκαν προς συζήτηση κατά τα ανωτέρω στη δικάσιμο της 25/9/18, εκδόθηκε η υπΓ αριθ. ______________ απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το ο­ποίο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση όλων των εφέσεων, λόγω μη επαναφοράς προς συζήτηση δια κλήσεως της από 6/8/07 (α- ριθ. έκθ. κατάθ. ____________) έφεσης των εκκαλούντων – εφεσιβλήτων – εναγομένων 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “____ ______________ ____. ___________ _________”, 2) ______________ _______________ του ______________, 3) ____________ ________________ του _________________, και 4) ________ ____________ του ______________. Ακολούθως, η εκκαλούσα – εφεσίβλητη – εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “__________ __________ ________.”, με την από 25/2/19 και αριθ. κατ. __________________ κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση το σύνολο (4) των ως άνω εφέσεων προς περαιτέρω μετ’ αναίρεση συζήτηση, κοινοποιώντας αυτήν, τόσο στους αντιδίκους της δικής της εφέσεως, όσο και στους διαδίκους των λοιπών εφέσεων, η οποία προσδιορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία με μια μόνο εγγραφή στο πινάκιο με αριθ. 1. Περαιτέρω οι ως άνω εφέσεις αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον εκ των στοιχείων του φακέλου της δι­κογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης και εντός τριετίας από την δη­μοσίευση αυτής (η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε στις 19/7/07 και οι εφέσεις ασκήθη­καν με κατάθεση του πρωτοτύπου των δικογράφων τους στη Γραμματεία του πρωτο­βάθμιου Δικαστηρίου στις 26/9/07. 28/9/07. 7/9/07 και 8/8/07 αντίστοιχα) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρΟ. 19 ΚΠολΔ. όπως ίσχυε πριν την αντικ. με το άρθ. 4 §2 Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Λ 165/25-7-2011), 495 §1. ως ίσχυε πριν την τροποποίηση με το άρθρο τρίτο του άρθ. 1 Ν. 4335/2015 499, 5Π. 513 §1 β’, 516, 517, 51 8 §2 ΚΠολΔ, (ος ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ A 87/23-7-2015). Πρέπει επομένως αφενός να συνεκδικασθούν γιατί αφορούν την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθ. 246, 591 §1 ΚΠολΔ). και αφετέρου να γίνουν τυπικά δεκτές (άρθ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδε­κτό και το βάσιμο των λόγιαν τους κατά την ίδια ως άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και εντός των ορίων των λόγων τους (άρθ. 522 §1 και 533 ΚΠολΔ), από το αρμόδιο προς αυτό καθ: ύλην και κατά τόπο Δικαστήριο τούτο (άρθ. 19 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό τους αφενός δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου, λόγω του ότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθ. 495 §4 εδ. τελ. ΚΠολΔ. ως αυτό ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015), αφετέρου έ­χουν κατατεθεί από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων τα παράβολα προ­καταβολής εισφορών και ενσήμων (άρθ. 61 παρ. 1 και 4 Ν. 4139/2013), ως αυτά α- ναφέρονται παραπάνω στα εισαγωγικά της παρούσας, με την επισήμανση ότι, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και ειδικότερα, από την αναιρεθεί- σα απόφαση (σελ. 8 της υπ1 αριθ. 6118/2008 αυτής), από τις από 11/1/08 προτάσεις των εκκαλούντων – εναγόντων στα πλαίσια της έκκλητης δίκης που εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, και τα έγγραφα, υπ’ αριθ. πρωτ. 150/26-3-18 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί μη αποποιήσεως δι­καιώματος κληρονομιάς, το υπ’ αριθ. πρωτ. 1124/9-1-08 πιστοποιητικό του Γραμμα­τέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης, το υπ’ αριθ. πρωτ. 559/26-3-18 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί μη δη­μοσίευσης διαθήκης, και το υπ’ αριθ. πρωτ. 65147/18-12-07 πιστοποιητικό π?ησιε- στέρων συγγενών του ως άνω κληρονομούμενου του Δήμου Κορυδαλλού Αθηνών, τα οποία παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη κατ’ άρθ. 524 §1 ΚΠολΔ. οι α) __________ συζ. __________ __________, β) _____________ χήρα ____________ ____________, και γ) _________ __________ του _____________, παρίστανται με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρο­νόμοι (τέκνο, σύζυγος και τέκνο αντίστοιχα) του 4ου αρχικώς εκκαλούντα, __________ __________ του _____________ (παππού του __________ _______________). που απεβίωσε στις 11/12/2007, ήτοι μετά την κατάθεση της εφέσεως των εναγόντων – εκκαλούντων. και πριν από τη συζήτησή της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Συνεπώς, η δίκη που δια­κόπηκε στο πρόσωπο του αρχικού 4ου ενάγοντος – εκκαλούντος λόγω του θανάτου αυτού συνεχίστηκε εκουσίως από τους ανώτερα) εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Οι οποίοι επομένως, παραδεκτά παρίστανται ως διάδικοι, με τις ανωτέρω ιδιότητές τους και συνεχίζουν τις ως άνω δίκες στις οποίες είναι διάδικοι είτε ως εκκαλούντες- είτε ως εφεσίβλητοι, γεγονός για το οποίο δεν προβάλλεται ουδεμία αντίρρηση από κά­ποιον διάδικο.

Π. Με την από 20/12/05 αγωγή τους προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες – εφεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι ο ___________ _______________, τέκνο των δύο πρώτων, αδελφός του τρίτου, εγγονός του τετάρτου και της πέμπτης, είχε προσληφθεί στις 7/4/2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως βοηθός χειριστή μηχανημάτων, από την πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη ε­ταιρία “_______ _____________ ___.”, της οποίας ο δεύτερος και τρίτος τυγχάνουν ο- μόρρυθμα μέλη και νόμιμοι εκπρόσωποι. Ότι στις 16/1/04, ο _________ _________________ καθ’ον χρόνο εργαζόταν στο εργοτάξιο της έκτης εναγομένης κατασκευαστικής τε­χνικής εταιρίας “________ ______.”, στο οποίο η πρώτη εναγόμενη είχε αναλάβει την ε­κτέλεση χωματουργικών εργασιών, από υπαιτιότητα του πέμπτου εναγόμενου ____________ _______________. οδηγού του υπ αριθ. κυκλοφορίας _______  _________ _________. αυτοκινήτου, ιδι­οκτησίας της πρώτης εναγομένης και ασφαλισμένο για ζημιές προς τρίτους στην τέ­ταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία “________________ ___________ ___________, υπέστη θανατη­φόρο εργατικό ατύχημα, υπό τις συνθήκες που αναφέρουν. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό εν μέρει περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό (άρθ. 294, 295 §1, 297, 70, 223 ΚΠολΔ) και μετά την επιφύ­λαξη ως προς το ποσό των 30 € για κάθε ένα από τους πέντε πρώτους ενάγοντες, για την παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, να υποχρεω­θούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν στον πρώτο, δεύτερη και τρίτο εξ αυτών από 50.000 €, στον τέταρτο και την πέμπτη από 15.000 €, να αναγνω- ρισθεί δε ότι οφείλουν να καταβάλουν στον πρώτο 449.970 €, στην δεύτερη 949.970 €, στον τρίτο 249.970 €, στο τέταρτο 284.970 €, στην πέμπτη 284.970 €, στον έκτο και την έβδομη από 30.000 € και όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Η εναγομένη “Ακτωρ Α.Τ.Ε.” με την από 13/9/06 προσε­πίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή ισχυρίσθηκε ότι έχει συνάψει με την προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρία “_________ _________” σύμβαση ασφαλιστικής ευθύνης, δυνά­μει της οποίας ζήτησε να παρέμβει αυτή στην κυρία δίκη, σε περίπτωση δε ήττας της. να υποχρεωθεί να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες. μέχρι του ποσού των 200.000 €. Η ίδια εναγομένη “­­­­­­­­_________ __________” με την από Τ 7/12/06 παρεμπιπτουσα αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη ενα­γόμενη ομόρρυθμη εταιρία ________ _____________ ______.”, εις ολόκληρον με τα ομόρ- ρυθμα μέλη της βΓ και γ’ εκ των εναγόμενων, να της καταβάλει σε περίπτωση ήττας της στην κυρία δίκη, οποίο δήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, ως ευθυνόμενη δυνάμει συμβατικού όρου της μεταξύ τους υφιστάμενης από 13/1/04 σύμβασης υπεργολαβίας. Επί των άνω συνεκδικασθεισών ενδίκων βοη­θημάτων, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία διατάχθηκε ο χωρισμός της .δίκης ως προς την παρεμπιπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας ’________ ____________”, η οποία παρεπέμφη προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτο­δικείο Αθηνών, απερρΐφθη η κυρία αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς τον έκτο και την εβδόμη των εναγόντων, κατά τα λοιπά δε, αφού κρίθηκε νόμιμη ως ευρίσκουσα έρει­σμα στις διατάξεις των άρθ. 297, 298, 299, 346, 481, 914, 926, 928, 932 ΑΚ, 70, 74,176, 907, 908 περ. δ[ & ε1, 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, 22 ΕμπΝ, 8 § 5 του Ν. 1846/1951 και 6 § 1, 10 § 1 Ν. 489/1976, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων έγινε εν μέρει ουσιαστι­κά δεκτή αυτή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 50.000 € σε καθένα από τους πρώ­το, δεύτερη και τρίτο, το ποσό των 15.000 € σε καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη, αναγνωρίσθηκε δε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους άνω ενάγοντες, στον πρώτο και την δεύτερη από 100.000 €, στον τρίτο 50.000 €, στον τέταρτο και την πέμπτη από 85.000 €, και όλα τα πιο πάνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επο- μένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση. Περαιτέρω, έγινε δεκτή η παρεμπί- πτουσα αγωγή της έκτης εναγομένης ________ ________.” και υποχρεώθηκαν οι παρεμπι­πτόντως εναγόμενοι, ομόρρυθμη εταιρία “_______ ___________ ________.”, ____________ ___________________ και ____________ ________________ να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ___________ _________.”, εις ολόκληρον έκαστος, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής μέχρι την εξόφληση. Ήδη κατά της αποφάσεως αυτής, παραπονούνται τό­σο οι ενάγοντες όσο και οι εναγόμενοι, με τις κρινόμενες εφέσεις τους, για εσφαλμέ­νη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξειον (και δη έ­καστος λόγος των εφέσεων πλήττει αυτήν ως προς κατ’ ιδίαν παραδοχές της), ζητούν δε, οι μεν ενάγοντες να μεταρρυθμιστεί η άνω απόφαση για τις ως άνω παραδοχές της κατά τα ως άνω κεφάλαια, τα οποία μεταβιβάζουν στο Δικαστήριο αυτό με την έφεσή τους, πλην εκείνων τα οποία δεν αναιρέθηκαν με τις ως άνω αναιρετικές αποφάσεις. ώστε να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή τους, οι δε εναγόμενοι να εξαφανισθεί η εν λόγιο απόφαση και να απορριφΟεί η αγωγή κατά τα κεφάλαια, τα οποία αυτοί με­ταβιβάζουν με την έφεσή τους στο Δικαστήριο αυτό, ήτοι αυτά για τα οποία έγινε δε­κτή η αγωγή και καταδικάσθηκαν αυτοί, πλην εκείνων τα οποία δεν αναιρέθηκαν με τις ως άνω αναιρετικές αποφάσεις.

III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 914 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την αντι­κατάστασή του με το άρθρο I άρθρο όγδοο §2 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ A 87/23-7-2015), “αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ’ ου­σίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρες την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμ­βαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται”. Από την ίδια διάταξη προκύπτει, περαιτέρω, ότι η εξουσία του δικάζοντος την έφεση Δικαστηρίου ν’ ασχοληθεί με το αίτημα επαναφοράς των πραγ­μάτων στην πρότερα κατάσταση, οπωσδήποτε και εάν έχει αυτό υποβληθεί, ήτοι είτε με το εφετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Εφετείου ως την παραμονή της συζητήσεως, συνδέεται άρρηκτα με το ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έχει ακόμη εξαντλήσει την εξουσία του επί της έφεσης. Η αίτηση όμως αυτί) είναι ανάγκη, κατά τα άρθ. 216 και 217 ΚΠολΔ, να προσδιορίζει το συνολικό ποσό και τις αιτίες για τις οποίες καταβλτ]θηκαν τα επι- μέρους χρηματικά ποσά που συνθέτουν αυτό, ώστε να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί (ΑΠ 51/2005 ΕΕργΔ 2005.644, ΕφΘεσ 1491/2010 ΤρΝομΙΙλ “Νόμος”), ενώ δεν αρκεί η επανάληψη της φράσεως του νόμου και η κατα­δίκη απλώς “στην επαναφορά της προ της εκτελέσεως κατάσταση” (I. Μπρίνιας, Α­ναγκαστική Εκτέλεσις, τόμ. I, 1985, άρθ. 914 ΚΠολΔ, σσ. 186, Μ. Μαργαρίτης/Άντα Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. Π, 2018, άρθ. 914, σσ. 482). Περαιτέρω, η απόφαση που δέχεται την επαναφορά είναι καταψηφιστική (ΑΠ 732/1993 ΕλλΔνη 1995.105). Αν η έφεση γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και απορριφθεί εν όλω ή εν μέρει η αγωγή, προα- ποδεικνύεται δε εγγράφως ή διά δικαστικής ομολογίας ότι η προσβληθείσα. απόφαση έχει εν όλω ή εν μέρει αναγκαστικά ή εκουσίως εκτελεσθεί. το δικαστήριο, διατάσσει  την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της εξαφανισθείσης ή με- ταρρυθμισθείσης αποφάσεως κατάσταση, εάν δε η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση συλάσταται στην απόδοση χρημάτων και υφίσταται σχετικό αίτημα, η επιστροφή των καταβληθέντων διατάσσεται εντόκως βάσει των διατάξεων των άρθ. 340, 345, 346 ΑΚ από της επιδόσεως της διατασσούσης την επαναφορά α­ποφάσεως και τούτο διότι, κατά την κρατούσα γνώμη, από τότε γίνεται υπερήμερος ο οφειλέτης (ΟλΑΠ 5/2001 ΕλλΔνη 2001.379, ΑΠ 318/2017 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΓΙ 1690/2011 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 39/2006 ΧρΙΔ 2006.451= ΕλλΔνη 2006.794, ΕφΘεσ 219/2016 ΤρΝομΠλ “Νόμος”, ΕφΑΘ 7688/2005 ΕλλΔνη 2006.849). Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενες – εκκαλούσες – εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες με την ε­πωνυμία “___________ __________.” και “____________ _________ ________”, υπέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου αιτήματα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η μεν πρώτη με τις νόμιμα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες από 7/5/19 προτάσεις της, η δε δεύτερη δια των από 6/5/2019 ομοίων. Εκ των ως άνω αιτημάτων εκείνο της πρώτης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύεται το ποσό το οποίο έχει καταβληθεί στους ενάγοντες σε εκτέλεση της προσωρινής εκτελε- στότητας της εκκαλουμένης και της αναιρεθείσας απόφασης του παρόντος Δικαστη­ρίου. Ειδικότερα η εναγόμενη – εκκαλούσα – εφεσίβλητη ως προς το ανωτέρω αίτημα διατυπώνει μόνο το εξής κατά λέξη στο κτίριο σώμα των ανωτέρω προτάσεων της “Δια των παρουσών προτάσεων μας υποβάλλουμε νομίμως κατ’ αρθ. 581 παρ. 3, 579 παρ. 2 και 914 ΚΠολΔ αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στη κατάσταση που βρί­σκονταν προτού εκτελεστεί η αναιρεσιβληθείσα υπ’ αριθ. 6118/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εξαφανισθείσα με την υπ’ αρ. 599/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου”, στο δε αιτητικό αυτών μόνο ” Να επαναφερθούν τα πράγματα στην προη­γούμενη κατάσταση προ της εκτελέσεως των εξαφανισθέντων αποφάσεων”. Ως προς το έτερο όμοιο αίτημα της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “Ατλαντική Ένωση Α.Ε.Γ.ΑΛ αυτό είναι ορισμένο, εφόσον αναφέρεται το συνολικό ποσό, καθώς και τα επιμέρους ποσά που έκαστος των εναγόντων έχει λάβει για τις ί­διες ως άνω αναφερόμενες αιτίες. Περαιτέρω, το ίδιο αίτημα είναι νόμιμο στηρίζομε- νο στη διάταξη του άρθ. 914 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της τοκοδοσΐας από την ε­πίδοση της εφέσεώς της, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Πρέπει επομένιος, κατά το μέρος που έχει κριθεί νόμιμο να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη.

  1. Κατά το άρθ. 1 του Ν. 551/1915 “περί ευθύνης προς αποζημίωσιν tow εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων”, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διαττιρήΘηκε σε ισχύ με το άρθ. 38 εδ. α’ ΕισΝΑΚ. ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της ερ­γασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθ. 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχε­του μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παΟόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ’ αυτή λόγω της εμφάνι­σής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή θα πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χω­ρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986 ΝοΒ 1987.1605). Σε περίπτωση τέτοιου ατυχήματος οφείλεται, κατ’ αρχήν, η προβλεπόμε- νη από το άρθ. 3 του ως άνω νόμου αποζημίωση, για την οποία η ευθύνη του εργοδό­τη είναι αντικειμενική, δηλαδή αυτός ευθύνεται σε καταβολή της αποζημίωσης, ανε­ξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματός του ή πταίσματος των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, μπορεί δε, κατ’ εφαρμογή του άρθ. 16 § 4 εδ. (α), (β) και (γ) του Ν. 551/1915, να μειωθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η αποζημίωση μέχρι το μισό της μόνον όταν ο παθών επέδειξε την ειδική αμέλεια που συνίσταται στην από μέρους του αδικαιολόγητη παράβαση των διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή συναφών κανο­νισμών, που θέτουν τους όρους ασφάλειας στην εργασία και έχουν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή ή τον κύριο της επιχείρησης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση κυρώ­θηκαν από την αρχή. Πλήρη αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο έχουν το δικαίωμα κατά το άρθ. 16 § 1 του Ν. 551/1915 να ζητήσουν ο παθών από εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου του οι προσδιοριζόμενοι στο άρθ. 6 του Ν. 551/1915 συγγε­νείς του μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση στην ο­ποία δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις για τους όρους ασφάλειας και σε αιτιώδη μ1 αυτές συνάφεια. Τέτοιες διατάξεις είναι ειδικότερα μόνον εκείνες που προβλέπουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομέ­νων και όχι τρίτων, δηλαδή δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την παράβαση ό­ρων. οι οποίοι επιβάλλονται μόνον από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιαο και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς κατά τα λοιπά να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995 ΕλλΔνη 1996.38 = ΕΕργΔ 1996.459). Σε όλες τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος ή όχι στο ΪΚΑ, και αναλόγως τα μέλη της οικογένειας του, διατηρούν κατά του εργοδότη ή των προσττ]Οέντων από αυτόν προσώπων τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, που συνιστά εν προκειμένω και η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπό- μενων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι μό­νον η ως άνω ειδική αμέλεια, αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης τους, κατά τα άρθ. 299 και 932 ΑΚ, είναι διαφορετικής φύ­σης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση ή από την ειδική αποζημίωση κατά το Ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα (ΟλΑΠ 1117/1986 ΝοΒ 1987.891). Η υποχρέωση αποζη­μίωσης, κατά το κοινό δίκαιο, ρυθμίζεται κυρίως από το άρθ. 914 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον απο­ζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθ. 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι παράνομη είναι κάθε προσβολή στα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου που προστατεύονται από το νόμο. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδι­κοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευ­ταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κα­τά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας, όπως όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύ­νου. Τέτοια υποχρέωση προστασίας υπάρχει και για τον εργοδότη τόσο από τη γενική διάταξη του άρθ. 662 ΑΚ, όσο και κυρίως από τις διατάξεις της ειδικής εργατικής νο­μοθεσίας. στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διατάξεις του Ν. 1396/1983, που ρυθμί­ζουν τις υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφάλειας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα, παραπέμποντας μεταξύ άλλων και στα προβλεπόμενα με το π.δ. 1073/3 981 μέτρα ασφάλειας. Έτσι κατά μεν το άρθ. 4 §1 τουΝ. 1396/1983. σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυ­τού. όλα τα μέτρα ασφάλειας, που του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργο- λάβοι, κατά δε το άρθ. 5 §1 του ίδιου νόμου, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος τμήμα­τος του έργου είναι συνυπεύΟυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφάλειας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτκλείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε αντίθεση με τον κύριο του έργου, που δεν ευθύνεται ως προ- στήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου και ανέθεσε την εκτέλε­ση τμήματος τούτου σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτόν του το δι­καίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει τη διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού. Και τούτο, διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1396/1983, για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου σε υπεργολάβο, με οποιαδήποτε συμφω­νία, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολά­βου, ειδικά για τη λήψη και τήρηση των παραπάνω μέτρων. Περαιτέρω, κατά το άρ­θρο 7 παρ. 1 και 8β του π.δ. 17/1996, ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, ενώ ο ίδιος, επιφυλασσόμενων των λοιπών διατάξεων του αυτού διατάγματος, οφείλει, έχοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησής του. να λαμβάνει υπό­ψη, όταν αναθέτει καθήκοντα σε έναν εργαζόμενο, τις ικανότητες αυτού σε θέματα ασφάλειας και υγείας. Επίσης, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, 2 και 3 του π.δ. 17/1996, ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών. Η εκπαίδευση αυτί’] πρέπει να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των κινδύνων και στην εμ­φάνιση νέων κινδύνων και να επαναλαμβάνεται, αν χρειάζεται, σε τακτά χρονικά δι­αστήματα. Ο εργοδότης εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι σε εξωτερικές επιχειρήσεις, που εκτελούν εργασίες στην επιχείρησή του, έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες, όσον αφορά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία κατά τις δραστηριότητες τους στην επιχείρησή του. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθ. 32 του Ν. 1568/1985. ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξα­σφαλίζονται οι εργαζόμενοι από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, κατά δε τη διάταξη του άρθ. 7 παρ. 1 του π.δ. 17/18.01.1995, η οποία προβλέπει μέτρα για την βελτίωση της ασφάλειας και της υ­γείας των εργαζομένων κατά την εργασία, σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφά­λεια και την υγεία τσιν εργαζομένων, ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων. Επί­σης, κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 2, 3 και 4 παρ. Ια του π.δ. 395/1994, ο εργοδότης λαμ­βάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ού­τως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησι­μοποίησή του. Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας, που πρόκειται να χρησι­μοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν, λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξο­πλισμού εργασίας, καθώς και την έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφαλείας. Όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλισθεί πλήρως κατά τον τρόπο αυτό η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο. Οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να είναι σύμφωνοι προς τις εκάστοτε ισχύ- ουσες διατάξεις, σχετικά με το σχεδίασμά και την κατασκευή τους, από πλευράς α­σφάλειας και υγείας, κατάλληλοι για τους κινδύνους-, που πρέπει να προλαμβάνονται και η χρήση τους να μη συνεπάγεται νέους κινδύνους (ΑΠ 139/2014 Ε7 2014.853). Περαιτέρω, στο άρθ. 111 του π.δ/τος 1073/1981 (Εργασίες αρμοδιότητος Πολ. Μη­χανικού. Μέτρα ασφαλείας), προβλέπεται ότι: “Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέ­λειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π. Δ/τος 778/80 “περί των μέτρων α­σφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών” εις τας οικοδομικός και εν γέ- να εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται. ανελλιπώς καθ’ όλην την διάρκειαν της ημεrησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή oι εκπρόσωποι τούτων. Το προσωπι­κόν έκαστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπας της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ όσον έχει ειδικάς γνώσεις, ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φά- σιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας”, στο άρθ. 112 ότι: “Οι απασχολούμε­νοι, ειδικώς δε οι νεοπροσλαμβανόμενοι, πρέπει να διαφωτίζωνται μερίμνη. των αμέ­σως προϊσταμένων των σχετικώς με τους κινδύνους τους συνυφασμένους με την ερ­γασίαν των και γενικώτερον να ενημερώνωνται επί των διατάξεων του παρόντος”, στο άρθ. 37 §§1, 3 & 5 ότι:” Οι χώροι και τα δάπεδα εργασίας, αι οδοί κυκλοφορίας και αι προσβάσεις των εργοταξίων πρέπει να κατασκευάζονται και να διατηρώνται ασφαλείς”, 3. Ανωμαλίαι ή κοιλώματα των δαπέδων, όπως π.χ. οπαί ή αύλακες, πρέ­πει να καλύπτονται ισοπέδως και κατά τρόπον ασφαλή εις το βάδισμα”, “Αι ολισθηραί ή λείαι επιφάνειαι πρέπει να καθίστανται τραχείαι”. Εξάλλου κατά το άρθ. 8 §1 στοιχ. δ’ του π.δ/τος 305/1996 “Προδιαγραφές ασφάλειας προσωρινών-κινητών εργοταξίων (ΟδΕΟΚ – ΦΕΚ Α1 212/1996) 1. “Κατά την εκτέλεση του έργου, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 7 του Π.Δ. 17/96 γενικές αρχές πρόληψης, βάσει των ο­ποίων οι εργοδότες στα πλαίσια των ευθυνών τους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων συμπεριλαμβανομέ­νων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων, εφαρμόζονται κυρίως όσον αφορά: δ. Την τακτική συντήρη­ση, τον έλεγχο πριν από την έναρξη της λειτουργίας και τον περιοδικό έλεγχο των ε­γκαταστάσεων και των μηχανικών διατάξεων, ώστε να αποφεύγονται οι ατέλειες που θα μπορούσαν να βλάψουν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων”. Και κατά την § 2 στοιχ. α’ του ιδίου ως άνω άρθρου: 2. “Για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του παρόντος διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι. α. Λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ε­λάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος, ιδίως κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου” και κατά το παράρτημα 1 του ιδίου ως άνω π.δ/τος “ενδεικτικός κατάλογος των οικοδομικών ερ­γασιών και των εργασιών πολιτικού μηχανικού που αναφέρεται στο άρθρο 2 παρά­γραφος 1 του παρόντος διατάγματος” 2. Χωματουργικές εργασίες”. Τέλος, κατά το άρθ. 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασΟεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διά­ταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου “οικογένεια του θύματος”, προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θε­σμού, ο οποίος, ως εκ της (ρύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή τοτ> χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οι­κογένεια του θύματος ως αόριστης νομικής έννοιας περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και ατενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και για τιγν ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίατν στοχεύει η διάτα­ξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Τίθενται επομένως δύο κριτήρια που θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) ο δικαιούχος να είναι συγ­γενής του θύματος – τυπική προϋπόθεση και β) να δοκίμασε πόνο και θλίψη από την απώλειά του – ουσιαστική προϋπόθεση. Το πρώτο κριτήριο πληρούται με τη σχέση συγγένειας, που συνδέει το θανόντα με τον δικαιούχο, ενώ το δεύτερο αποτελεί ζήτη­μα πραγματικό, που κρίνεται κυριαρχικά από το Δικαστήριο της ουσίας. Στο πλαίσιο της παραδοχής αυτής γίνεται δεκτό ότι δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω \|/υχικής οδύνης οι γονείς, τα γνήσια τέκνα, ο σύζυγος, το εξώγαμο τέκνο που έχει α- ναγνωρισθεί εκουσίως ή δικαστικά, οι θετοί γονείς και τα θετά τέκνα, τα αδέλφια του αμφιθαλή και ετεροθαλή, οι ανιόντες, ο πεθερός, η πεθερά, η νύφη και ο γαμβρός από υιό, οι απώτεροι, ήτοι τα εγγόνια και δισέγγονα αυτού, η μητριά και ο πατριός, η εν διαστάσει σύζυγος του θανόντος, ενώ δεν δικαιούνται ψυχικής οδύνης: η νύφη και ο γαμβρός από αδερφό (κουνιάδα-κουνιάδος), τα ανίψια, οι θείοι, οι πρώτοι εξάδελφοι, οι ανιψιοί, καθώς και τα πρόσωπα που τελούν σε ελεύθερη ένωση (ΟλΑΓΙ 21/2000 ΝοΒ 2001.599, ΑΠ 51/2018 ΝοΒ 2018.1010, ΑΓΙ 69/2017 ΝοΒ 2017.1874, ΑΠ 976/2014 ΝοΒ 2014,2329). Ακόμη, η διάταξη του άρΟ. 933 ΑΚ, κηρύσσει κατ’ αρχήν το αμεταβίβαστο εν ζωή και ακληρονύμητο της απαιτήσεοος του άρθ. 932 ΑΚ, περί ψυχικής οδύνης. Η απαίτηση θεωρείται ως αυστηρά προσωπική. Εξαιρετικά εκχωρεί­ται και κληρονομείται, εφόσον αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε σχετική α­γωγή. Η αναγνώριση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το κληρονομητό της αξιώσεως και σε περίπτωση εμφανίσεως μεταγενέστερα περαιτέρω συνεπειών που δεν μπορού­σαν να προβλεφθούν από την αρχή. H δικαιολάγηση της νομοθετικής ρυθμίσεως πρέ­πει να αναζητηθεί στο ότι το θύμα με την επίδοση της αγωγής εκφράζει πλέον, κατά τρόπο πανηγυρικά σαφή, τη βούλησή του για επιδίωξη της απαιτήσεώς του. Εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, η αγωγή μπορεί να είναι καταψηφιστική ή αναγνωριστική. Αν όμως προσδιορίζεται στην αγωγή το ζητούμενο ποσό, η αξίωση γίνεται εκκρεμής μό­νο αναφορικά με το ποσό αυτό. Οι παραπάνω συνέπειες συνδέονται με την επίδοση της αγωγής. Αν κληρονομήθηκε η αξίωση λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του αρθ. 933 ΑΚ δεν επιτρέπεται να επιδικασθεί μικρότερο ποσό για το λόγο ότι ωφελεί­ται πλέον άλλο πρόσωπο (κληρονόμος) και όχι ο αρχικά παθών. Η θανάτωση του ε- νάγοντος που ζητεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επάγεται τη μεταβί­βασή της στους κληρονόμους του, ενώ επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης ενόσω ο θάνατος συμβεί μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως (άρθ. 286 επ. ΚΓΙολΔ). Η δί­κη θα συνεχιστεί από τους κληρονόμους του ενάγοντος. Αν αυτοί είναι πλείονες απο­κτούν από την χρηματική ικανοποίηση ποσό ανάλογο με την κληρονομιαία τους με­ρίδα. Αν το κονδύλιο γίνει δεκτό, τότε ανάλογη θα είναι και η επιδίκαση στους κλη­ρονόμους. Είναι αυτονόητο ότι τροποποιείται έτσι αναγκαστικά το αίτημα της αγω­γής. Αν ο Θάνατος του αρχικού δικαιούχου επέλθει μετά την έκδοση πρωτόδικης δι­καστικής αποφάσεως νομιμοποιούνται πλέον ενεργητικώς και παθητικώς σε άσκηση εφέσεως οι κληρονόμοι (ΑΠ 1878/2006 ΝοΒ 2008.1172, ΕφΑΘ 2758/2008 ΕλλΔνη 2009.1747). Περαιτέρω, κατά το άρθ. 300 ΑΚ (που εφαρμόζεται και ως προς την α­ξίωση για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, άρθ. 932 ΑΚ), αν εκείνος που ζημιώ­θηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την διάταξη αυτί) προκύπτει, ότι προϋπόθεση εφαρμογής της είναι πρωτίστως η καταρχήν ύπαρξη υποχρέωσης του προτείνοντος την σχετική ένσταση προς (αποζημίωση και) χρηματι­κή ικανοποίηση (ΑΠ 518/2017 ΤρΝομΠλ “Νόμος”, ΑΓΙ 188/2015 ΤρΝομΠλ “Νόμος”, ΑΤΙ 1812/2012 ΝοΒ 2013.1005).
  2. Από την εκτίμηση των με θρησκευτικό όρκο δοθεισών καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρω­τοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμενη πρα­κτικά, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου, αλλά και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, έστω και για πρώτη φορά (αρθ. 529 παρ. Ια’ ΚΠολΔ), ακόμη και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου (άρθ. 671 παρ. 1 εδ. αλ 674 παρ. 2 ΚΠολΑ, ως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τον Ν. 4335/2015), ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα και οι αποφάσεις των πολιτικών (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙδΔ 2004.245 = ΕλλΔνη 2005.406) και ποινικών σχετικών δικών (ΑΓΙ 500/2004 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ) μεταξύ των διαδίκων [στοιχεία ποινικής προανάκρισης, αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων (έγγραφα, εκθέ­σεις. μαρτυρικές καταθέσεις) – ΑΠ 1503/2009 ΔΕΕ 2010.202 =ΧρΙΔ 2010.474], τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθ. 395, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέ­ση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1045/2017 ΤρΝομΠλ Δ.Σ.Α.. ΑΠ 471/2016 ΤρΝομΠλ Δ.Σ.Α.), καθώς και από την υπ1 αριθ. 7857/16-10-14 ένορκη βεβαίωση του ____________ _________ φίλου του _____________ ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Καλλιόπης Μαντζώρου, η οποία συντά­χθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόμενων (σχ. υπ’ αριθ. 7540, 7545, 7546, 7538, 7533/13-10-14 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ. Αεράκιή και τις υπ’ αριθ. 1232, 1229, 1230, 1231/19-1-07 όμοιες των _______________ _____________ του _________, __________ ___________ του ______________, ____________ _________, ___________ ____________ του ______________, αντίστοιχα ενώπιον της Ει­ρηνοδίκη Αθηνών (σχ. υπ1 αριθ. 689Γ, 690Γ, 681Γ, 655Γ, 691175-1-07 εκθέσεις επί­δοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ. Λεράκη), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 17/12/03 σύμβασης εργολαβίας μεταξύ της μη διαδίκου εν προκειμένω ανώνυμης εταιρείας αυτοκίνησης με την επωνυμία “___________ ____.” και της έκτης εναγόμενης κατασκευαστικής εταιρείας με την επωνυ­μία “_________ _______.”, η πρώτη ανέθεσε στην δεύτερη την κατασκευή πολυωρόφου κτιρίου καταστημάτων και γραφείων επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της (πρώτης) στην οδό ___________ ______ και ____________ στην περιοχή “________” της _________. Η έκτη ενα­γόμενη, ανέθεσε την επιστημονική εργασία και επίβλεψη του έργου στον μη διάδικο εν προκειμένω πολιτικό μηχανικό ___________ __________ του _____________. Μετά την κα­τάρτιση της ως άνω συμβάσεως, η παραπάνω κατασκευαστική εναγόμενη εταιρεία με το από 13/1/04 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας ανέθεσε την εκτέλεση των χω- ματουργικών εργασιών του ως άνω κατασκευαστικού έργου προϋπολογισμού 420000 € στην σχετική με αυτά πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία “_____ ___________ ___ ___________ ___________”, ομόρρυθμοι εταίροι και νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας τυγχάνουν ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόμενων. _____________ __________ και ____________ _______________. Η τελευταία ομόρρυθμη εται­ρεία στις 7/4/03 είχε προσλάβει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον _________ ____________. τέκνο των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφό του τρίτου και εγγονό του τετάρτου και της πέμπτης αυτών, προκειμένου να εργασθεί στο εργοτάξιό της ως βοηθός χειριστής μηχανημάτων. Στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης εργασίας η εργοδότρια εταιρεία “_______ ____________ _____. _____________ _____________”, στις 16/1/04. ήτοι ημερομηνία κατά την οποία ήδη είχαν αρχίσει να εκτελούνται χωμα­τουργικές εργασίες στο παραπάνω οικόπεδο, είχε αναθέσει σε αυτόν την εκτέλεση καθηκόντων ξένιον προς την ως άνω ειδικότητα εργασίας του στην οποία αυτός είχε συναινέσει. Ειδικότερα του ανατέθηκε η τήρηση κατάστασης κίνησης των φορτηγών στο χώρο του εργοταξίου, ήτοι η καταγραφή της ώρας εξόδου και εισόδου τους, των στοιχείων των αυτοκινήτων, του οδηγού και των δρομολογίων που πραγματο­ποιούνταν, ο έλεγχος της σταθμεύσεως οχημάτων έξω από το εργοτάξιο ώστε να εί­ναι ακώλυτη η λειτουργία του εργοταξίου, αλλά και κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζε­ται η ασφαλής κίνηση των οχημάτων (για οχήματα και πεζούς) κατά την είσοδο και έξοδό τους από το εργοτάξιο, φροντίζοντας για την καθοδήγηση των οδηγών των φορτηγών και την απομάκρυνση των πεζών κατά την κίνηση των φορτηγών με σκοπό την είσοδο και την έξοδό τους από το εργοτάξιο. Ο χώρος εκτέλεσης εργασιών του εργοταξίου είχε περιφραχθεί με σιδηρό πλέγμα στηριγμένου επί σιδηρών πασσάλων εμπεπηγμένων επί των ορίων του αξιοπο ιού μενού οικοπέδου, καθώς και με ερυθρού χρώματος πλαστικού με μεγάλες οπές πλέγματος προσδεδεμένου επί του σιδηρού ανωτέρω πλέγματος (σχ. φωτογραφία συνημμένη στην από 16/1/04 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Τροχαίας Καλλιθέας). Η είσοδος του εργοταξίου, πλάτους 6.50 μ., για τα φορτηγά οχήματα και τους πεζούς που εκτελούσαν σχετικές εργασίες βρισκόταν επί της οδού______________ και επί της πλευράς της ως άνω εισόδου υπήρχε πεζοδρόμιο πλάτους 1,10 μ. επιστρωμένο με πλακίδια (πλάκες πεζοδρομίου). Περί ώρα 10.00′ π.μ. ο ανωτέρω εργαζόμενος εκτελώντας τα παραπάνω καθήκοντα ίστατο επί του πεζοδρομίου της οδού Αλκίφρονος έμπροσθεν της εισόδου του εργοταξίου της πρώτης εναγόμενης. Λίγα λεπτά πριν την παραπάνω ώρα ο πέμπτος εναγόμενος ______________ ____________________, εργαζόμενος και αυτός στην ως άνω πρώτη εναγόμενη, οδη­γώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας _____ _______ _______. ανατρεπόμενο τετραξονικό (8×4) αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ___________-_________, μοντέλου ________ ___. που είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα για πρώτη φορά στις 12/6/01 (σχ. άδεια κυκλοφορί­ας οχήματος), ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης και ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για κάθε ζημία προς τρίτους από την κυκλοφορία του στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία “____________ __________ _________.”, έβαινε επί της οδού ______________ στο ρεύμα πορείας προς ____________ και επί της πορείας του στο ύψος της οδού ____________ υπήρχε η πινακίδα _____, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν ο ελιγμός προς την τελευταία οδό (_______________). Πρόθεσή του ήταν να διέλθει αντί­θετα στην οδό ______________. προκειμένου να μεταβεί στο ως άνω εργοτάξιο του οποί­ου η είσοδος βρισκόταν απέναντι του αριθμού ____ της ιδίας οδού και σε μικρή από­σταση από την οδό ____________. Το οδόστρωμα της οδού ____________, που ήταν μονό­δρομος, είχε εύρος 7,00 μ., ήταν ξηρό (πλην του επί του έμπροσθεν της εισόδου του εργοταξίου ως κατωτέρω εκτίθεται) και είχε επικάλυψη ασφάλτου, εκτεινόταν δε σε μεγάλη ευθεία οριζόντια (χωρίς κλήση ανωφέρειας -κατωφέρειας). Κατά τη χρονική εκείνη στιγμή η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή και οι καιρικές συνθήκες καλές (αίθριος καιρός – σχ. ανωτ. εκθ. Τροχαίας). Ο ως άνω οδηγός, που επέστρεφε οδηγώντας το ως άνω φορτηγό μετά την πραγματοποίηση του πρώτου δρομολογίου απομακρύνσεως μπαζών από το εργοτάξιο για να πραγματοποιήσει το δεύτερο, μη έμφορτος, πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του επί της οδού _____________ παραβιάζοντας την ως άνω οδική σήμανση και εισήλθε στο μονόδρομο της οδού _______________. Λίγο πριν να φθάσει στο ύψος της εισόδου του εργοταξίου, αφού μείωσε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματος του, η οποία ήταν φυσιολογική για τις περιστάσεις, πραγματοποίησε “ανοικτό” ελιγμό προς τα αριστερά εξαιτίας του μήκους του οχήματος (περί τα 12-14 μ.), του πλάτους της οδού (7,00 μ.) και της διάστασης της εισόδου (6,50 μ.), προκειμένου να προσεγγίσει την είσοδο και να εισέλθει δια αυτής μετά το σχετικό “έλεγχο” του ___________ _______________ εντός του εργοταξίου, όπου τον ανέμενε ο οδηγός του εκσκαπτικού μηχανήματος (τσάπας) ___________ _______________ για να τον “φορτώσει” προϊόντα εκσκαφής (μπάζα). Για να δι­ευκολύνεται η ανάβαση των οχημάτων από το οδόστρωμα (άσφαλτο) της οδού ________________ επί του πεζοδρομίου αυτής, λόγω της μικρής υψομετρικής διαφοράς (ενός σκαλοπατιού – περίπου 20 εκ.), είχε ριφθεί χώμα, ώστε να δημιουργείται κεκλιμένο ανωφερές για την είσοδο επίπεδο επί των σημείων που διερχόταν οι ρόδες των εισερ­χομένων – εξερχομένων φορτηγών (είδος μικρής ράμπας – σχ. φωτογραφία συνημμέ­νη στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας). Κατά την χρονική δε εκείνη στιγμή από μη αποδειχθείσα αιτία προσέγγισης ύδατος, αυτό είχε αναμιχθεί με το τελευταίο και είχε γίνει πολτώδες ομοιογενές μείγμα – λάσπη – (σχ. φιοτογραφία συνημμένη επί του σχε­διαγράμματος της Τροχαίας όπου εμφαίνεται το αποτυπωμένο υδαρές ανάγλυφο της λάσπης από τους οπίσθιους τροχούς των ελαστικών των φορτηγών που διέρχονταν), το οποίο λόγω διέλευσης των οχημάτων είχε διασκορπισθεί και επί της επιφάνειας των πλακιδίων του πεζοδρομίου, όπου ίστατο ο __________ ______________ καθιστώ­ντας το χώρο αυτόν ολισθηρό- Ο οδηγός του φορτηγού μόλις έφθασε στην είσοδο του αναφερθέντος εργοταξίου, και έχοντας ανέλθει οι ρόδες του πρώτου άξονα λοξώς προς τα αριστερά επί του πεζοδρομίου και πριν την είσοδο, ακινητοποίησε προσωρι- νά το όχημά του δια πεδήσεως και ο εντεταλμένος για την καταγραφή των εισερχο­μένων και εξερχόμενων φορτηγών ___________ _____________, πλησίασε πεζός από το αριστερό μέρος του οδηγού στο ύψος λίγο πριν τη νοητή γραμμή του διαχωρισιικού της εισόδου, συνομίλησε ταχέως μαζί του και του εγχείρισε σχετικό σημείωμα καταγραφής εισόδου. Μετά την παράδοση του σημειώματος ο____________ ______________ στην προσπάθειά του να απομακρυνθεί πλάγια αριστερά του φορτηγού και να ε­πιστρέφει στην αρχική του θέση ασφαλείας, ολίσθησε λόγω της ολισθηρότητας του πεζοδρομίου εξαιτίας της λάσπης και έπεσε ύπτια ελαφρώς λοξώς προς τα αριστερά εν σχέσει με την κατεύθυνση των εμπρόσθιων τροχών των δυο αξόνων, ως ανωτέρω περιγράφηκε. Ήδη όμως ο οδηγός του φορτηγού πέμπτος εναγόμενος _________ ______________ είχε θέσει σε κίνηση το όχημά του έχοντας την εσφαλμένη πεποίθηση ότι ο ανωτέρω εργαζόμενος είχε απομακρυνθεί από το όχημά του και ουδείς κίνδυνος ατυχήματος υπήρχε. Ο 22ετής ___________ ________________ αντιλαμβανόμενος να κινεί­ται προς το μέρος του το ως άνω όχημα, με κατάλληλη έγκαιρη κίνηση, η οποία επι­τεύχθηκε λόγω του νεαρού της ηλικίας και της άρτιας σωματικής του διάπλασης (σχ. έκθεση νεκροψίας), απέφυγε την αριστερή εμπρόσθια ρόδα του πρώτου άξονα, το σώμα του όμως βρέθηκε στην εμβέλεια τρώσης της αριστερής ρόδας του δευτέρου άξονα, η οποία κινείτο λοξώς προς το σώμα του με πρώτο σημείο επαφής την δεξιά του κνήμη, όπως αταδεικνύουν τα πληγέντα σημεία του σώματός του. Οι ως άνω δυο ρόδες, λόγαι της αριστερής κλίσης τους για να εισέλθει το φορτηγό αυτοκίνητο εντός του εργοταξίου, είχαν δημιουργήσει μεταξύ τους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κενό χώρου περίπου 90 εκ. ανάμεσα από το τέλος του αριστερού εμπρόσθιου ελαστικού του πρώτου άξονα και την αρχή του αριστερού εμπρόσθιου ελαστικού του δεύτερου άξονα, στο μήκος του οποίου (χώρου) εκτέθηκε το σώμα του σε ύπτια θέση.

Την δεύτερη δε ρόδα ο _____________ _______________ δεν κατόρθωσε να την αποφύγει, με αποτέλεσμα να διέλθει το ως άνω κενό όχημα, βάρους περίπου 13 τόνων δια της αρι­στερής εμπρόσθιας ρόδας του δευτέρου άξονα, πλάτους πέλματος ελαστικού περίπου 20 εκ., πάνω από το σώμα του και ειδικότερα λοξίας κατά σειρά: αρχικά πάνω από την δεξιά κνήμη, μετά από το δεξιό γόνατο, μετά από τον αριστερό μηρό, μετά από μέρος της λεκάνης και μετά από μέρος της κοιλίας και της αριστερός πηχεοκαρπικής, η οποία ήταν προτεταμένη πλησίον της κοιλίας. Εξαιτίας δε της ανωτέρω διέλευσης πάνω από το σώμα του, ο άτυχος εργαζόμενος υπέστη κάταγμα αριστερού μηρού, διάσχιση δεξιάς κνήμης μήκους 20 εκ. (όσης και του πλάτους πέλματος του ελαστι­κού) και πλάτους 3 εκ., διάσχιση δεξιού γόνατος οπίσθιας χώρας μήκους 5 εκ., κά­ταγμα αριστεράς πηχεοκαρπικής, ρήξη θωρακικού διαφράγματος, είσοδο σπλάχνων στη θωρακική κοιλότητα, είσοδο αίματος στο ημιθωράκιο άμφω, ρήξη ήπατος, ρήξη σπληνός και περινεφρικό αιμάτωμα (σχ. υπ’ αριθ. __________ ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής του ιατροδικαστή _________ _____________, η οποία έγινε στις 17/1/04), εξαιτίας των οποίων, ως μόνων γενεσιουργών αιτίων, επήλθε λίγο αργότερα ο θάνατος και ειδικότερα κατά τη διάρκεια της αξονικής του τομογραφίας στο Γ.Ν. ______________. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ευθέως από την από 16/1/04 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ___________ ____________, ο ο­ποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν στην πρώτη εναγόμενη ως βοηθός χειριστή χωματουργικού μηχανήματος (τσάπας) και ανέμενε το φορτηγό όχημα του πέμπτου εναγόμενου οδηγού για να το φορτώσει με προκύπτοντα προϊόντα εκσκαφής του ανοικοδομητέου ακινήτου, κατά την οποία: Όταν οι μπροστινοί άξονες του φορ­τηγού είχαν ανέβει στο πεζοδρόμιο είδα τον ανωτέρω εργάτη να σκουντουφλάει στο πεζοδρόμιο και εν συνεχεία να γλιστράει και να πέφτει ανάμεσα στον πρώτο και τον δεύτερο άξονα του φορτηγού. Ο δεύτερος άξονας πέρασε πάνω από τον εργάτη, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει         Από το πρωί ήταν στενοχωρημένος, και πιστεύω ότι η πτώση του οφείλεται στο ότι ήταν πολύ αφηρημένος. Με το σκουντούφλημα πήρε φόρα και κατέληξε στις ρόδες”. Στο ίδιο πνεύμα και με τη διαφοροποίηση από την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς το υλικό επί του οποίου ολίσθησε ο θα- νών, κινήθηκε και η κατάθεση του ίδιου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμε­λημάτων Αθηνών, όταν εκδικαζόταν η ως άνω υπόθεση κατά το ποινικό της μέρος (ανθρωποκτονία από αμέλεια) καταθέτοντας ότι “είδα που μίλησαν, ήμουν σε από­σταση 2-3 μ. … γλίστρησε στο ψιλό χαλικάκι, αυτό είναι σαν πούδρα σε μεγάλη ποσότητα …. Τον είδα να πέφτει πίσω με την πλάτη. Είδα τα πόδια του κάτω από το φορτηγό ενώ ήταν εν κινήσει… Τον είδα να κάνει μια κίνηση για να σηκωθεί, αλλά γλίστρησε, δεν προλάβαινε…. Θα φόρτωνε από μένα … (σχ. υπ’ αριθ. 10859/10 από­φαση του ως άνω Εφετείου και ταυτάριθμα πρακτικά του). Ενισχύονται δε και από την από .1/11/05 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα __________ _______________ (”… Το παλλικάρι ήταν πεσμένο πίσω από την πρώτη ρόδα του φορτηγού από το μέ­ρος του οδηγού. Ήταν ανάσκελα. Μίλησα μαζί του και μου είπε “πονάω” …) και την από 27/10/05 ομοία του ____________ ___________ (“… Είδα το φορτηγό που είχε επιστρέψει και ετοιμαζόταν να μπει μέσα στο εργοτάξιο. Ήταν ακριβώς απέξω από το εργοτάξιο στο πεζοδρόμιο … Ξαφνικά ακόυσα μια φωνή από το παιδί που χειριζόταν την τσά­πα, …. Γύρισα και είδα τον ___ _____________ πεσμένο ανάσκελα ακριβώς δίπλα από τις ρόδες του φορτηγού…. Ο ____________ που χειριζόταν την τσάπα μου είπε ότι είδε ότι ο ____. _______________ πηγαίνοντας να φύγει, γλίστρησε και έπεσε στις ρόδες του φορτηγού, καθώς το φορτηγό πήγαινε να στρίψει για να μπεί μέσα στο εργοτάξιο …

Το φορτηγό πρέπει να πήγαινε με πολλή μικρή ταχύτητα, γύρω στα 5 χλμ……. και στα 30 μ. θα φόρτωνε”. Όμως και τα σημεία του σώματος του θανόντος που επλήγησαν από το φορτηγό, κατατείνουν στα ανωτέρω, καθώς αν ο θανών ήταν όρθιος και πα­ρασυρόταν από αυτό, θα έφερε τραύματα και στο υπόλοιπο σώμα του (πρόσωπο, χέ­ρια κλπ), από την βίαιη πρόσκρουσή του με το φορτηγό και κατόπιν με το έδαφος. Όμως, ο θανών δεν έφερε κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, ούτε οιδήματα στο πρόσωπο, ούτε έστω εκδορές στα χέρια και τους ώμους, ήτοι βλάβες που θα ήταν αναμενόμενη συνέπεια παράσυρσής του από όχημα και βίαιης πρόσκρουσής του με το έδαφος, αλ­λά μόνον τα ανωτέρω περιγραφέντα, τα οποία επήλθαν επειδή το φορτηγό αυτοκίνη­το διήλθε από πάνω του, ευρισκόμενος αυτός ήδη στο έδαφος. Ως προς το πραγματι­κό γεγονός δε ότι το φορτηγό όχημα του πέμπτου εναγόμενου δεν είχε εισέλθει εντός του εργοταξίου και ίστατο επί του πεζοδρομίου έμπροσθεν της εισόδου του με τις ρό­δες του πρώτου εμπρόσθιου άξονα, η από 21/10/05 προανακριτική κατάθεση του __________ ______________ ενώπιον του Γίταισματοδίκη Αθηνών κρίνεται αναξιόπιστη, αφού αυτός καταθέτει ότι “το φορτηγό είχε μπει με το εμπρόσθιο μέρος στο εργοτάξιο”. Και ναι μεν φέρεται ως αυτόπτης μάρτυρας, πλην όμως όπως ο ίδιος κατέθεσε πρσα- νακριτικά δεν είδε πως ακριβώς έγινε το συμβάν, αλλά από το στύλο της ΔΕΗ επί του οποίου εργαζόταν κατά τη χρονική στιγμή του συμβάντος αντιλήφθηκε ότι ξαφνικά “είχε μαζευτεί κόσμος” και με την παρέλευση ολίγων λεπτών κατήλθε του στύλου και πλησίασε στο περιστατικό μη δυνάμενος να το περιγράψει. Περαιτέρω, μόλις αντι- λήφθηκε το ατύχημα ο αυτόπτης μάρτυς _______________ _______________ άρχισε να φωνάζει και να κάνει νεύματα δια των χειρών του προς τον οδηγό του φορτηγού να ακινητο- ποιήσει αμέσως το όχημά του. Ο οδηγός του φορτηγού τότε το ακινητοποίησε. ήδη όμως, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, είχε διέλθει ρόδα του οχήματύς του πάνω από το σώ­μα του θανόντος. Με τη συνδρομή του ανωτέρω εργαζομένου και άλλων που βρίσκο­νταν εκείνη τη στιγμή στο εργοτάξιο της πρώτης εναγόμενης ο θανάσιμα τραυματι- σθείς ανασύρθηκε από τις ρόδες του ως άνω φορτηγού και μεταφέρθηκε εντός του εργοταξίου, σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων από την είσοδο του εργοταξίου, α­μέσως δε κλήθηκε το Ε.Κ.Α.Β. Σύμφωνα με την κατάθεση του μέλους του πληρώμα­τος του Ε.Κ.Α.Β. ______________ _______________. που κατέψθασε στον τόπο του ατυχήμα­τος ώρα 10.16′, ο θανάσιμα τραυματισθείς κατά τον χρόνο αυτό ήταν ζων, “δεν αιμοραγούσε, όμως είχε εσωτερική αιμορραγία λόγω των μαλακών μορίων που είχαν πάθει ρήξη στην κοιλιακή χώρα” και βρισκόταν περίπου πέντε μέτρα εντός του εργοτα­ξίου από την είσοδο αυτού, το δε αυτοκίνητο του πέμπτου εναγόμενου είχε και αυτό μετακινηθεί άλλα πέντε μέτρα από τον τραυματία. Ο ανωτέρω θανάσιμα τραυματισθείς μετεφέρθηκε με το Ε.Κ.Α.Β., στο Γ.Ν. ___________, όπου και εξέπνευσε, συνεπεία πολλαπλών κακώσεων θώρακος, κοιλίας και λεκάνης, ως ανωτέρω εκτέθηκε. Το ως άνω ατύχημα, το οποίο φέρει συνάμα το χαρακτήρα του εργατικού τοιούτου κατά την έννοια του άρθ. 1 Ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24ης-7/25-8- 1920 “περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων”, και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ. 28 ΕισΝΑΚ, αφού έλαβε χώρα κατά την παροχή εργασίας του θανόντος στην επιχείρηση της πρώτης εναγόμε­νης ως άμεση συνέπεια αυτής, τελούσας σε σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα (Ελ. Σχί­ζα, Ζητήματα που ανακύπτουν από το εργατικό ατύχημα υπό την έποψη τού Δημοσί­ου και Ιδιωτικού Δικαίου, ΔΕΝ 2017.257), αλλά και του αυτοκινητικού, διότι η θα­νάτωση του προσώπου προκλήθηκε με αυτοκίνητο, όπως η έννοια αυτού δίδεται με τη διάταξη του άρθ. 2 §1 Ν. Γ7)Ν/1911 (Λθ. Κρητικό, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 2008, σσ. 186, Ανδρ. Φλούδα, Αστική ευθύνη εξ αυτό κινητι­κών ατυχημάτων, 1985, σσ. 10), οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια των πρώτης, δευ­τέρου, τρίτου, πέμπτου και έκτης των εναγόμενων, αλλά και του ιδίου του θανόντος. Ειδικότερα η έκτη εναγόμενη κατασκευαστική εταιρεία, η πρώτη εναγόμενη εταιρεία και οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, καταστατικά όργανα της τελευταίας, δεν έλαβαν τα αναγκαία προληπτικά (πριν την εργασία) και προστατευτικά (κατά τη διάρ­κεια αυτής) μέτρα ασφαλείας, αν και είχαν νόμιμη υποχρέωση, αλλά αντίθετα, ενώ γνώριζαν ότι η προσέγγιση σε χώρο όπου εκτελούνται χωματουργτκές εργασίες ήταν πολύ πιθανή η επέλευση κινδύνου από την ανάμειξη του ύδατος και των χωμάτων και την επέκταση του δημιουργηΟέντος υλικού (λάσπης) στο μέρος που πρόσφερε την εργασία του ο θανών (πεζοδρόμιο πριν την είσοδο του εργοταξίου), από έλλειψη επι­μέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, επέτρεψαν στον ως άνω θανόντα να προ­σφέρει υπό αυτές τις συνθήκες εργασία, ενώ όφειλαν επιμελώς φερόμενοι να απαγο­ρεύουν την εργασία αυτή έως ότου αποκατασταθεί το ως άνω περιβάλλον σε ασφα­λές, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη της παρούσας (υπό IV). Είναι βέβαιο ότι το ατύχημα θα αποφεύγετο, εάν το μέρος όπου εκτελούσε την εργασία του ο θανών δεν ήταν ολισθηρό. Ί’ούτο Οα επιτυγχανόταν είτε δια της απο­κοπής της ροής του ύδατος επί του χώρου του πεζοδρομίου έμπροσθεν της εισόδου του εργοταξίου, της απομακρύνσεως του ήδη διαμορφωθέντος υλικού (λάσπης) και της ρίψεως άλλου στεγνού αντιολισθητικού υλικού για την πρόσβαση των φορτηγών οχημάτων, είτε δια της επιστρώσεως του σχετικού χώρου μετά την επιχωμάτωση του κενού ανάμεσα στο οδόστρωμα έμπροσθεν του πεζοδρομίου της εισόδου του εργοτα­ξίου και του πεζοδρομίου, δια ειδικού αντιολισθητικού υφάσματος ή άλλου επιμήκους υλικού, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφεύγετο επαφή των τροχών των διερχόμενων φορτηγών με τη λάσπη, είτε δια της δημιουργίας ειδικής κατάλληλης ρά­μπας (π.χ. μεταλική κατασκευή) που θα επέτρεπε στα ως άνω οχήματα την εύκολη ανάβαση στο πεζοδρόμιο και χωρίς τη μεταφορά λάσπης επί αυτού. Επιπλέον από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι στο χώρο εργασίας του θανόντος παρευρίσκετο επιβλέπων, ο ίδιος ή εκπρόσωπός του, ούτε οι ως άνω εναγόμενοι είχαν προμηθευθεί και είχαν υποβάλει προς θεώρηση στην αρμόδια υπηρεσία το προβλεπόμενο ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας, ούτε είχαν υποβάλει στην αρμόδια υπηρεσία την “εκ των προτέρων γνωστοποίηση”, ορίζοντας συντονιστή ασφάλειας και υγείας για όλες τις φάσεις του εκτελούμενου έργου κατ’ άρθ. 32 Ν. 1568/1985, 8 Ν. 1396/1983 και 3 π.δ/τος 305/1996. Είναι βέβαιο ότι το ατύχημα θα αποφεύγετο, εάν παρευρισκόταν επιβλέπων και ασκούσε νομίμως τις αρμοδιότητες του εντοπίζοντας και αντιμετωπίζοντας τον ως άνω περιγραφέντα κίνδυνο. Τέλος δεν σχηματίσθηκε πλήρης δικανική πεποίθηση ότι οι ως άνω εναγόμενοι δεν είχαν χορηγήσει κατάλλη­λα υποδήματα και στολή εργασίας στον θανόντα. Σε όλο το προαναφερύμενο αποδεικτικό υλικά, μόνο η δεύτερη ενάγουσα ________ συζ. __________ ______________, μητέρα του θανόντος, ομιλεί για έλλειψη κράνους στο ακροατήριο του Α’ Τριμελούς Πλημ­μελειοδικείου Αθηνών (σχ. πρακτικά της υπ αριθ. 60532, 62497Λ, 63180/09 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου), γεγονός το οποίο δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέ­λευση του θανάτου του τέκνου της, εφόσον, ως εκτέθηκε ανωτέρω δεν έφερε τραύ­ματα επί της κεφαλής. Ούτε όμως η έλλειψη κράνους, αποκλείει την κατάλληλη υπό- δυση του θανόντος που χορηγήθηκε από τα όργανα της ως άνω εργοδότριας εναγομέ- νιης. Η κατάθεση δε αυτή δεν δύναται να προσθέσει επιπλέον ευθύντ| στα όργανά της τελευταίας (ά.ρθ. 71 ΑΚ) και εξ αντικειμένου στην έκτη εναγομένη τεχνική εταιρεία. Σημειωτέον ότι ουδείς κάνει λόγο για τα υποδήματα του θανόντος, ούτε και αυτά ευ- ρέθησαν στον τόπο του ατυχήματος. Έτι περαιτέρω, η αμέλεια του οδηγού του οχή­ματος, πέμπτου εναγόμενου, συνίσταται στο ότι κατά παράβαση των άρθ. 16 §7 και 4 §3 ΚΟΚ παρέβη την οδική σήμανση της απαγόρευσης δεξιού ελιγμού από την οδό ________________ (Ρ-_____) και οδήγησε το όχημά του αντίθετα προς το ρεύμα της οδού ______________ (μονόδρομος), με αποτέλεσμα όταν απαιτήθηκε να πραγματοποιήσει ελιγμό για να εισέλθει στο ως άνω εργοτάξιο της πρώτης εναγομένης, αυτός να γίνει δια της στροφής των δυο πρώτων αξόνων προς τα αριστερά, ήτοι προς την κατεύθυνση που ο θανών βρέθηκε μετά την πτώση του (πορεία σύγκλισης). Εάν όμως ο ως άνω οδηγός είχε εισέλθει κανονικά από την οδό __________________, το ως άνω ατύχημα θα είχε αποφευ­χθεί, διότι οι τροχοί των εμπρόσθιων αξόνων για να εισέλθει το όχημα εντός του ερ­γοταξίου έπρεπε να ελιχθούν προς τα δεξιά, ήτοι αντίρροπα προς την φορά του σώ­ματος του θανόντος μετά την πτώση του και δεν θα συναντούσαν το σώμα του (πο­ρεία απόκλισης). Επιπλέον από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός δεν έλαβε υπόψη του τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν (εκτελούμενα έργα, λάσπη επί της πρόχειρης ράμπας), ούτε είχε τετα­μένη την προσοχή του στον γύρωθεν αυτού χώρο (άρθ. 12 §1 ΚΟΚ), ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία πάνω στο όχημά του (άρθ. 13 §2 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα όταν έθεσε σε επανεκκίνηση το όχημά του να μην αντιληφθεί τον πεσθέντα επί του εδάφους πεζό τη στιγμή που αυτός επιχειρούσε να απομακρυνθεί από αυτό. Εάν ο οδηγός πριν την επανεκκίνηση του οχήματος του ήλεγχε την από αριστερά εξωτερική κατάστασή του δια της εξόδου και στροφής της κεφαλής του από το αριστερό παρά­θυρο, το οποίο βρισκόταν δίπλα του, θα διαπίστωνε την θέση του εργαζόμενου και το ατύχημα 0α αποφευγόταν. Έπρεπε δε να είχε πράξει έτσι, διότι αφενός η υψομετρική θέση του οδηγού εν σχέσει με τον όρθιο πεζό επί του πεζοδρομίου δεν επέτρεπε την άμεση ορατότητα του πεζού (ύψος από την επιφάνεια του πεζοδρομίου έως το κάτω μέρος του ανοικτού παραθύρου του οδηγού περί τα 2,20 μ.), αφετέρου διότι δεν απο- δείκνύεται ότι οι καθρέπτες του οχήματος του έφεραν εντός αυτών άλλους μικρότε­ρους κοίλους καθρέπτες για το σκοπό αυτό (εντοπισμός “τυφλού” σημείου). Αντίθετα δε έχοντας την πεποίθηση ότι μετά την παραλαβή του σημειώματος ο θανών είχε α­πομακρυνθεί από το όχημά του, δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή επί της αριστερής πλευράς του οχήματος του και επικέντρωσε αυτήν στην δεξιά, όπου παρεισέφρυαν εμπόδια στην κίνηση του οχήματος του (σχ. απολογία του ως άνω οδηγού ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών). Σημειωτέον ότι το ολίσθημα του πεζού δεν αποτελεί για τον οδηγό, τυχαίο ή απρόβλεπτο γεγονός όταν συγκρουσθεί με τον πεζό (Ον. Ονουφριάδου, ΕρμΚΟΚ, 1997, άρθ. 39, σσ. 456), το οποίο απαλ­λάσσει αυτόν από κάθε ευθύνη. Περαιτέρω, το με στοιχεία κυκλοφορίας ______ __________ ______. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης, ήταν ασφαλισμένο με έγκυ­ρη και ενεργή σύμβαση ασφαλίσεως κατά το χρόνο του ατυχήματος στην τέταρτη ε­ναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία “____________ __________ _________.”, δυ­νάμει του υπ’ αριθ. _____________________ ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 15/12/2003 έως 15/6/2004 για την πρόκληση σωματικών βλα­βών από την κίνησή του έναντι τρίτων μέχρι 500.000 € και υλικών ζημιών μέχρι 10.000 €. Συνεπώς γενεσιουργός αιτία της αστικής ευθύνης της ως άνω εναγόμενης είναι οι διατάξεις άρθ. 1 & 2. 7 §7 ,11 §1 του Ν. 2496/1997, και του Π.Δ/τος 237/1986, η οποία είναι εγγυητική και φθάνει έως το ποσοστό ευθύνης της ασφαλι­σμένης της και των οργάνων της κατ’ άρθ. 71 ΑΚ. Όμως, στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος συνετέλεσε με τη συμπεριφορά του και ο ίδιος ο θανών κατά ποσοστό 20%, καθόσον από έλλειψη της προσοχής που οφείλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν έλαβε υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες του χώρου εργασίας που πρόσφερε την ερ­γασία του (επιφάνεια του πεζοδρομίου ολισθηρή λόγω λάσπης, πρόχειρη ρίψη χιομά- των για εύκολη ανάβαση των τροχών των οχημάτων στο πεζοδρόμιο όπου ίστατο, κί­νηση βαρέων οχημάτων κλπ). ούτε “έλαβε τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προ­σωπική του ασφάλεια” κατά το άρθ. 114 §5 π.δ/τος 1073/81, αφού δεν κινήθηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφευχθεί η ολίσθηση (κινήθηκε όπισθεν αντί να στρέψει μέ­τωπο προς την αρχική θέση εκκίνησής του με αποτέλεσμα να βρεθεί μετά την πτώση του σε θέση ύπτια, ήτοι θέση δυσμενέστερη για την επαναφορά σε όρθια θέση, αλλά και την πραγματοποίηση ελιγμού προς αποφυγή του επερχόμενου επάνω του φορτη­γού), και η εκ ταύτης πτώση του που οδήγησε κατά τα ανωτέρω στον θάνατό του. Ο θανών εκτελούσε σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση εργασίας του τα καθήκοντά του ιστάμενος επί του πεζοδρομίου και έξωθεν της εισόδου του εργοταξίου. Είναι βέβαιο ότι αντιλήφθηκε τη ροή των υδάτων και την ανάμιξή τους με το χώμα της πρόχειρης ράμπας, που κατέστη λάσπη. Εν τούτοις αδιαφόρησε χωρίς καμμία όχληση προς τα όργανα της εργοδότριάς του εταιρίας να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτό το ανασφαλές εργασιακό περιβάλ­λον καθ’ υπέρβαση της διάταξης του άρθ. 114 §2 π.δ/τος 1073/81. Διέθετε δε ικανή πείρα σε οικοδομικές εργασίες και κυρίως στην εκτίμηση των εργασιακών κινδύνων και των μέτρων ασφαλείας, και ήταν σε θέση να εκτιμήσει τον κίνδυνο από την επι- σιραλή κατάσταση του πεζοδρομίου, αφού παρείχε εργασία από 16 ετών σε οικοδομές όπως ο αδελφός του θανόντος κατέθεσε στην ανοιγείσα σχετική ποινική δίκη στο Α’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (σχ. σελ. 30 των πρακτικών της υπ’ αριθ. 60532, 62497Α, 63180/09 απόφασης του Α’ ΤρΠλΑΘ), και από 7/4/2003 με σύμβαση εξαρ­τημένης εργασίας αορίστου χρόνου σε ανοικοδόμηση οικοπέδων που αναλάμβανε η πρώτη εναγόμενη εργοδύτρια εταιρεία (ήτοι εμπειρία 6 ετών). Το ότι δε αυτός και μόνο είχε την επίβλεψη της κίνησης των οχημάτων επιτείνει περισσότερο την προσο­χή που όφειλε να επιδείξει. Η προηγούμενη δε επανάληψη τουλάχιστον κατά μια φο­ρά της ως άνω κινήσεώς του (ήταν το δεύτερο δρομολόγιο του πέμπτου εναγόμενου οδηγού του φορτηγού), χωρίς την επέλευση του κινδύνου, δεν απέκλειε ότι αυτός δεν Θα επερχόταν σε κάποια από τις μεταγενέστερες μετακινήσεις του Θανόντος. Πρέπει επομένως να γίνει εν μέρει δεκτή και από ουσιαστική άποψη η νομίμως προβληθείσα κατ’ άρθ. 300 ΑΚ ένσταση συνυπαιτιότητας του Θανόντος, των εναγόμενων. Για το θάνατο του ως άνω άτυχου εργαζόμενου ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των _________________ _________________ του ____________, εκπρόσωπο της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία “_________ ________.”, ___________ ____________ του ______________, επιβλέποντα μηχα­νικό της ως άνω εταιρείας, ______________ _______________ του ____________, _______________ _________________ του _________________, ως εκπροσώπων της Ομόρρυθμης εταιρείας με την επω­νυμία “_________ ________________ _____ _______________ ___________” και ___________ _______________ του ______________, ως οδηγού του ως άνω οχήματος για ανθρωποκτονία από αμέ­λεια (άρθ. 302 §] ΠΚ). Με την υπ’ αριθ. 10859/3-12-10/9-12-10 απόφαση του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τους τέσσερις ανωτέρω πρώτους και ο πέμπτος κηρύχθηκε ένο­χος και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 28 μηνών. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο αποβιώ- σας ήταν ηλικίας είκοσι δυο (22) ετών, γιος του πρώτου, ____________ ________________ (50 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος) και της δεύτερης των εναγόντων, ___________ συζ. _____________ _______________ το γένος __________ _____________ (48 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), αδελφός του τρίτου ενάγοντας, ___________ _______________ του ___________ (19 ετών και άγαμου τότε) και εγγονός του τέταρτου, ___________ _____ _______________, και της πέμπτης των εναγόντων ________________ συζ. ____________ ______________ αντί­στοιχα. Η κατάσταση της υγείας του ήταν πολύ καλή και συμβίωνε ακόμη με τα ως άνω πρώτα τρία μέλη της οικογένειας του στην κατοικία τους (___________ ____ – _____________ ____________), εργάζονταν δε καθημερινά για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης του ιδίου και των ως άνω μελών. Διατηρούσε στενότατες σχέσεις αγάπης και στοργής με όλους και όπως είναι πρόδηλο, βρισκόταν στην αρχή της προσωπικής και επαγ­γελματικής του ζωής, με προοπτική να ζήσει για πολλά ακόμη έτη, να δημιουργήσει δική του οικογένεια και πλήρη οικονομική αυτοτέλεια και γενικά να επιτύχει στη ζωή. Οι λοιποί ενάγοντες (πάπποι) διέμεναν σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας πολυκα­τοικίας που κατοικούσε ο Θανών (_____________ ______). Οι σχέσεις τους ήταν στενές και εν­διαφέρονταν για αυτόν. Τον αγαπούσαν και τον επισκέπτονταν συχνά λόγω της κο­ντινής αποστάσεως. Ο αδόκητος, αιφνίδιος και τραγικός θάνατος του ___________ __________________ στο άνθος της ηλικίας του, που προήλθε και από την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων, προξένησε ηθική βλάβη στα έννομα αγαθά των προσώπων όλων των ως άνω εναγόντων, οι οποίοι συνδέονταν μα­ζί του με μεγάλη αγάπη, στενό ψυχικό δεσμό και εξ αντικειμένου στενή συγγένεια και περιλαμβάνονται όλοι στην οικογένειά του, κατά την έννοια του άρθ. 932 ΑΚ, έστω και αν οι πάπποι δεν συγκατοικούσαν με αυτόν. Η θανάτωση του αγαπημένου τους προσώπου, κάτω από τις παραπάνω τραγικές συνθήκες, συγκλόνισε ανεπανόρ­θωτα τον ψυχικό τους κόσμο, διατάραξε τη συναισθηματική τους ισορροπία και τους δημιούργησε έντονα και βαθύτατα συναισθήματα θλίψης, οδύνης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, που είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον. Η πρώτη εναγόμενη τεχνική εταιρία εδρεύει στην ___________ _________ και έχει ήδη μετατραπεί νομότυπα σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “_____ _____________ _____________ __________ ___________ __________” με το υπ αριθ. ___________ καταστα­τικό της. που συντάχΟηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Μιχαλάτου και έλαβε αριθ. μητρώου στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών 235710 και δραστηριοποιείται στην ανάληψη και εκτέλεση κατασκευαστικών έργων (οικοδομικών, οδοποιίας, λιμενικών κλπ), έχει σταθερή καλή οικονομική πορεία, χω­ρίς να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Ο δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, η­λικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 41 και 37 ετών αντίστοιχα, κάτοικοι __________ _________, ήταν επιχειρηματίες, ομόρρυθμα μέλη και διαχειριστές της ως άνω πρώτης εναγόμενης και οικονομικά επιτυχημένους. Η τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “______________ _________ ___________.”, εδρεύει στην _________, είναι ασφαλιστική εταιρεία με συνεχή κερδοφορία επί πολλά έτη και με παράλληλη αύξη­ση ιδίων κεφαλαίων. Ο πέμπτος εναγόμενος, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, κά­τοικος ____________ __________, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 50 ετών, ήταν ιδι­ωτικός υπάλληλος (οδηγός στην πρώτη εναγόμενη), χωρίς ιδιαίτερα υψηλά εισοδή­ματα. Η έκτη εναγόμενη τεχνική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “_________ _______.”, εδρεύει στο _________ __________ και είναι οικονομικά εύρωστη. Αποτελεί μέ­λος του Ομίλου ___________”, με ισχυρή διεθνή παρουσία σε ποικίλους τομείς, όπως η κατασκευή έργων υποδομής, κτηριακών και βιομηχανικών έργων, η διαχείριση τεχνι­κών εγκαταστάσεων και η διαχείριση έργου. Έχει δε κατασκευάσει πολλά τεχνικά έργα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διαθέτοντας πολλά χρόνια εμπειρίας στον κα­τασκευαστικό τομέα και μεγάλο κύκλο εργασιών. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπό­ψη τις πιο πάνω συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία του θανόντος, αλλά και ενός εκάστου των εναγόντων, το βαθμό του πταίσματος των ως άνω εναγόμενων (συνυ- παιτιότητα σε ποσοστό 80%) και του θανόντος (συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 20%) στην πρόκληση του ατυχήματος, το είδος της προσβολής που δέχθηκαν, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψης και του ψυχικού άλγους που δοκίμασαν, το μέγεθος και την ένταση της οδυνηρής εμπειρίας που βίωσαν, την απαιτούμενη για την καταπολέ­μησή του (του ψυχικού άλγους) προσπάθεια εκάστου, το στενό συναισθηματικό σύν­δεσμό τους και το βαθμό της συγγένειας που συνέδεε τον καθένα τους με το θανατω- θέντα, την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων μερών και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πεί­ρας και λογικής, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί σ’ αυτούς χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και ειδικότερα: α) Σε έ­καστο των πρώτου και δεύτερης εναγόντων. γονείς του θανόντος τέκνου τους, το χρηματικό ποσό τιον 120000 €. β) στον τρίτο ενάγοντα. αδελφό του θανόντοε. Το χρηματικό ποσό των 50.000 €, γ) στον αρχικώς τέταρτο ενάγοντα ____________ Εμμ. Νικολάκη, πάππο του θανόντος, το χρηματικό ποσό των 40000 €, το οποίο ποσό, λόγω του θανάτου αυτού, κατά τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας (υπό IV), επάγεται στους κληρονόμους του ανάλογα με το ποσοστό της επαχθείσας σε αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας κατ’ άρθ. 1710, 1813, 1820 ΑΚ (2/8 η σύζυγος και από 3/8 έκαστο εκ των δυο τέκνων, οι οποίοι και συνεχίζουν τη δίκη, και δη ΐ) στην _______ συζ. _______ ______________, τέκνο του ως άνω κληρονομούμενου, το χρηματικό ποσό των 15.000 € (40000 € x 3/8), ύ) στην _________ χήρα __________ ______________, σύζυγο του ίδιου ως άνω κληρονομούμενου, το χρηματικό ποσό των € (40000 € x 2/8), και iii) στον _________ ____________ του _____________, τέκνο του ως άνω κληρονομούμενου, το χρηματικό ποσό των 15.000 € (40000 € x 3/8), και 6) στην πέμπτη ενάγουσα, γιαγιά του θανόντος εγγονού της εκ μητρός του θανόντος, ______________ συζ. __________ ____________, το χρηματικό ποσό των 40000 €. Με τον εν μέρει όμως περιορισμό του αιτήματος της αγωγής των εναγόντων σε εν μέρει ανα­γνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, τα ως άνω ποσά διαμορφώνονται ως εξής: το ποσό των 120000 €, στο ποσό των 50000 € σε καταψηφιστικό και στο υπόλοιπο ποσό (70000 €) σε αναγνωριστικό, το ποσό των 50000 €, σε ολόκληρο καταψηφιστικό, το ποσό των 15000 €, στο ποσό των 5000 € σε καταψηφιστικό και στο υπόλοιπο ποσό (10000 €) σε αναγνωριστικό, το ποσό των 10000 € στο ποσό των 5000 € σε κα- ταψηφιστικό και στο υπόλοιπο ποσό (5000 €) σε αναγνωριστικό, και το ποσό των 40000 €, στο ποσό των 15000 € σε καταψηφιστικό και στο υπόλοιπο ποσό (25000 6) σε αναγνωριστικό. Μετά όμως την ως άνω κληρονομική διαδοχή, τα ύψη των ποσών αποζημίωσης ως προς τις __________ σύζ. _________ ____________ (τέκνο του ως άνω κληρονομούμενου) και _________ χήρα ________ ______________ (σύζυγο του ιδίου οις άνω κληρονομούμενου) ανέρχονται στο ύψος των 135000 € (120000 € + 15000 €) και 50000 € (40000 € + 10000 €) αντίστοιχα. Τα ως άνω ποσά, ως προς τους ενάγο- ντες που έγινε δεκτή η αγωγή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι εύλογα (άρθ. 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθ. 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση ε­φαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθ. 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (ΠλΟλΑΠ 10/2017 ΝοΒ 2017.1815, ΟλΑΠ 9/2015 ΧρίΔ 2015.575. ΑΠ 1462/2018 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 629/2017 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ, Ευρ. Ρίζος, Ο αναιρετικός έλεγχος του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ΕπΕργΔ 2015.1402) και οφείλονται εις ολό­κληρον (άρθ. 481 ΑΚ) από όλους τους εναγόμενους στους ενάγοντες, λόγω της ως άνω εκτεΟείσας αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς (άρθ. 926, 71 ΑΚ ). πλην της τέ­ταρτης εναγόμενης που ευθύνεται ως ασφαλίσασα το ζημιογόνο αυτοκίνητο, νομιμο- τόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής σε αυτούς μέχρις εξοφλήσεως, ως κατωτέρω στο διατακτικό της παρούσας εκτίθεται. Μετά τα προαναφερόμενα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δια της εκκαλουμένης δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε εις ολόκληρον τους εναγόμενους να καταβάλουν στους ως άνω ενά­γοντες ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης διαφορετικά (υψηλότερα) ποσά, παρα­βιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας και τα ακραία όρια της διακριτικής του ευ­χέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτι­κή και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερτερούν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, εσφαλ­μένα ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γό αυτό θα πρέπει να απορριφθεί η έφεση των εναγόντων και να γίνουν δεκτές οι λοιπές εφέσεις ως βάσιμες και κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εξετα- σθεί κατ’ ουσίαν η αγωγή, να απορριφθεί ό,τι κρίθηκε απορριπτέο και να γίνει εν μέ- ρει δεκτή αυτή κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα. Περαιτέρω, η τέταρτη εναγόμε­νη – εκκαλούσα – εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “__________ __________ ___________.” επικαλείται ότι σε εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία κηρύ­χθηκε προσωρινά εκτελεστή για τα ποσά που αναφέρονται σε αυτή (10000 € για έκα­στο των πέντε πρώτων εναγόντων), καθώς και της αναιρεθείσας υπ1 αριθ. 6118/31- 10-08 αποφάσεοος του Δικαστηρίου τούτου, κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα ____________ ____________ τα ποσά των 10.000 €, 75.000 € και 40.000 € (=125.000 €), στην δεύτερη ενάγουσα, ________ ____________, τα ποσά των 10000 €, 84.895,83 € και 50.000 € (=149895,83 €), στον τρίτο ενάγοντα, __________ _____________, τα ποσά των 10000 €, 47.222,22 € και 40.000 € (=97.222,22 €). στον αρχικό τέταρτο ενάγοντα, ________ _____ ____________, το ποσό των 10000 €, στην πέμπτη ενάγουσα, ____________ _____________, τα ποσά των 10000 €, 67.986,11 € και 15.000 € (=92986,11 €), και στον ____________ ____________ του ____________, υπό την ιδιότητα αυτού ως κληρονόμου (τέ­κνου) του ως άνω αρχικού τετάρτου θανύντος ενάγοντος, τα ποσά των 9895,84 € και 15000 € (24895,84 €). Ζητεί δε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Οι ως άνω καταβολές και οι αντίστοιχες εισπράξεις συνομολογούνται από τους ενάγοντες, παρέχεται επομένως πλήρης απόδειξη ως προς αυτές (άρθ. 352 §1 ΚΠολΔ). Δεδομένου δε ότι με την παρούσα υποχρεούται η εναγόμενη να καταβάλει εις ολόκληρον σε έκαστο των εναγόντων, τα ανωτέρω αναφερόμενα στον οικείο τύπο της παρούσας απόφασης χρηματικά ποσά, η ως άνω αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη. Ως προς τον αρχικό τέταρτο ενάγοντα, ____________ _____ _______________, ναι μεν το τελικώς επιδικασθέν ποσό (40000 €) είναι μεγαλύτερο του καταβληθέντος από αυτήν (10000 ευρώ), ωστόσο το ποσοστό από το ποσό αυτό που αντιστοιχεί στους κληρονόμους του ως άνω κληρονομούμενου, _________ σύζ. _____________ _____________ (3/8), _______________ ____________ του ______________ (3/8), και __________ χήρα _____________ ______________ (2/8) θα ληφθεί υπόψη για τον σχηματισμό του τελικού καταβληθέντος πο­σού από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, ως αμέσως κατωτέρω εκτίθεται. Ειδικό­τερα έχοντας υπόψη ότι με την παρούσα υποχρεούται η εναγόμενη να καταβάλει: α) στον πρώτο ενάγοντα _______________ _____________ 120.000 €, το καταβληθέν δε ποσό είναι 125000 €, αυτός υποχρεούται στα πλαίσια της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση να επιστρέψει στην ως άνω εναγόμενη το ποσό των 5000 € (125000 € – 120.000 €), β) στην δεύτερη ενάγουσα _____________ σύζ. ____________ _______________ ποσό 135000 € (120000 € ατομικά και 15000 ευρώ ως κληρονόμος του ιδίου ως άνω κληρονομούμενου), το καταβληθέν δε ποσό είναι 153645,83 € [149895,83 € + (10000 € χ 3/8)], αυτή υποχρεούται στα πλαίσια της επαναφοράς των πραγμάτων στην προ­τέρα κατάσταση να επιστρέφει στην ως άνω εναγόμενη το ποσό των 18.645,83 € (153.645,83 € – 135.000 €), γ) στον τρίτο ενάγοντα ____________ ______________ του _________, ποσό 50000 €, το καταβληθέν δε, ποσό είναι 97.222,22 €, αυτός υποχρεού- ται στα πλαίσια της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση να επι­στρέφει στην ως άνω εναγόμενη το ποσό των 47.222,22 € (97.222,22 € – 50.000 €), δ) στην πέμπτη ενάγουσα ________________ χήρα _____________ ____________ ποσό 50000 € (40000 € ατομικά και 10000 € ως κληρονόμος του ιδίου ως άνω κληρονομούμενου), το κατα­βληθέν δε ποσό είναι 95486,11 € [(92986,11 € + (10000 € χ 2/8)], αυτή υποχρεούται στα πλαίσια της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση να επιστρέφει στην ως άνω εναγόμενη το ποσό των 45.486,11 € (95486,11 € – 50.000 €), και ε) στον ____________ _____________ του ______________, ως κληρονόμο του ιδίου ως άνω κληρονομού­μενου 15000 €, το καταβληθέν δε ποσό είναι 28645,84 € [(24895,84 € + (10000 € χ 3/8)], αυτός υποχρεούται στα πλαίσια της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση να επιστρέφει στην ως άνω εναγόμενη το ποσό των ] 3.645.84 € (28645.84 € – 15.000 €). Τα ποσά αυτά οφείλονται νομιμοτόκως, από την επομένη της επίδοσης της παρούσας απόφασης στους σχετικούς οφειλέτες, καθώς, αν και πα­ρά την απόρριψη του αιτήματος ενάρξεως καταβολής των τόκων (υπό III), εξακολου­θεί να υφίσταται αίτημα καταβολής αυτών χωρίς να απαιτείται ειδικότερη εξειδίκευ- ση (σχ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΙΊολΔ, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση κατ’ άρ­θρο, τόμ. Α’, 1994, σσ. 682, σημ. 6). Τέλος, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, συνεξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τις δι­ατάξεις των άρθ. 535 παρ. 1, 176, 178, 183, 189 παρ. 1 περ. γ’ και 191 ΚΙΙολΔ, προ- κειμένου να επαναπροσδιοριστεί αυτή στο σύνολό της από το Εφετείο (ΑΠ 1631/2010 ΝοΒ 2011.993, ΑΠ 1567/2010 ΝοΒ 2011.592, ΑΠ 521/2002 ΕλλΔνη 2002.1696, ΕφΛαμ 36/2013 ΤρΝομΠλ “Νόμος”, ΕφΠειρ 141/2012 ΤρΝομΓΙλ “Νόμος”), τα δε δικαστικά έξοδα, πρέπει να κατανεμηθούν και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων, βάσει δε αυ­τών να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, εις ολόκληροι/ σε βάρος των εναγόμενων λόγω της ανωτέρω εις ολόκληρον εν μέρει καταδίκη τους (άρθ. 178, 180 §3, 183 και 191 παρ. 2 ΚΓΙολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατα­κτικό (ΕφΑΘ 5081/2018 αδ. στο νομ. τυπ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκόικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις α) από 8/9/07 (αριθ. εκθ. καταθ. 7791/26-9-07), β) από από 27/9/07 (αριθ. εκθ. κατάθ. ____________), γ) από 6/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. _______________) και δ) από 6/8/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ______________), εφέσεις.

Δέχεται τυπικά αυτές.

Απορρίπτει ουσιαστικά την από 8/9/07 (αριθ. εκθ. καταθ. 7) έφε­ση.

Δέχεται ουσιαστικά τις α) από 27/9/07 (αριθ. εκθ. κατάθ. ______________), β) από 6/9/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. ______________) και γ) από 6/8/07 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7012/8-8-07), εφέσεις.

Εξαφανίζει την υπ αριθ. 1668/19-7-07 εκκαλουμένη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Κρατεί την υπόθεση, και δικάζει επί της από 20/12/2005 και με αριθ. κατ. 4754/99/12-1-06 αγωγής.

Απορρίπτει ότι κρίθηκε απορρίπτει).

Δέχεται εν μέρει αυτήν.

Υποχρεώνει τους εναγόμενους, έκαστο εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά: α) στον πρώτο ενάγοντα _______________ ____________ του ____________ πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 €). β) στην δεύτερη ενάγουσα ________ συζ. __________ ____________ το γένος Νικολάου Νικολάκη ατομικά πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 €) και υπό την ιδιότητα αυτής ως κληρονόμου (τέκνου) του Οανόντος ενάγοντος _________ ________ _______________, πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 €), ήτοι εν συνόλω πενήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (55.000 €), γ) στον τρίτο ενάγοντα _____________ _____________ του ______________ πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 €), δ) στην πέμπτη ενάγουσα ____________ χήρα ___________ ___________, ατομικά, δέκα πέντε χιλιάδες ευρώ (15000 €), και υπό την ιδιότητα αυτής ως κληρονόμου (συζύγου) του ιδίου ως άνω Θανόντος ε­νάγοντος, πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 €), ήτοι εν συνόλω είκοσι χιλιάδες ευρώ (20000 €) και ε) στον __________ ___________ του ____________, υπό την ιδιότητα αυτού ως κλη­ρονόμου (τέκνου) του ιδίου ως άνω Θανόντος ενάγοντος, πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 €), και όλα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν έκαστος εις ολό­κληρον στους ενάγοντες, τα ακόλουθα ποσά: α) στον πρώτο ενάγοντα ______________ _________________ του __________ εβδομήντα χιλιάδες ευρώ (70.000 €), β) στην δεύτερη ενάγουσα ______ συζ. __________ ___________ το γένος __________ _______________, ατομι­κά εβδομήντα χιλιάδες ευρώ (70.000 €) και υπό την ιδιότητα αυτής ως κληρονόμου (τέκνου) του Οανόντος ενάγοντος __________ ___. ____________, δέκα χιλιάδες ευρώ (10,000 €), ήτοι εν συνόλω ογδόντα χιλιάδες ευρώ (80.000 €), γ) στην πέμπτη ενά­γουσα ____________ χήρα __________ ____________, ατομικά είκοσι πέντε χιλιάδες ευρά) (25.000 6), και υπό την ιδιότητα αυτής ως κληρονόμου (συζύγου) του ιδίου ως άνω Θανόντος ενάγοντος, πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000 €), ήτοι εν συνόλω τριάντα χιλιάδες ευρώ (30000 €) και ε) στον ____________ __________ του ____________, υπό την ιδιότητα αυτού ως κληρονόμου (τέκνου) του ιδίου ως άνω Οανόντος ενάγοντος, δέκα χιλιάδες ευρά) (10000 €), και όλα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ε­πίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς της εναγομένης ανώνυμης τεχνικής εται­ρείας με την επωνυμία ’”__________ _______.”.

Δέχεται την αιτίαση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “________ ___________ ___________.”.

Αιατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και ειδι­κότερα υποχρεώνει α) τον πρώτο ενάγοντα _________ ___________ να καταβάλει στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία “____________ ______________ ____________.” το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5000 €), β) την δεύτερη ενάγουσα συζ. ___________ ______________ το γένος ___________ _____________, να κατα­βάλει στην ίδια ως άνω εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία το ποσό των δέκα οκτώ χι­λιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (18.645,83 €), γ) τον τρίτο ενάγοντα ___________ ___________ του Κων/νου, να καταβάλει στην ίδια ε­ναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, το ποσό των σαράντα επτά χιλιάδων διακοσίων εί­κοσι δυο ευρώ και είκοσι δυο λεπτών (47.222,22 €), δ) την πέμπτη ενάγουσα ____________ συζ. _________ ______________, να καταβάλει στην ίδια εναγόμενη, το ποσό των σα­ράντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και ένδεκα λεπτών (45.486,11 6), και ε) τον __________ ____________ του ___________, να καταβάλει στην ίδια εναγόμε­νη ασφαλιστική εταιρεία, το ποσό των δεκατριών χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (13.645,84 €), και όλα τα ανωτέρω ποσά νομι- μοτόκως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας απόφασης σε αυτούς.

Καταδικάζει εις ολόκληρον τους εναγόμενους σε μέρος των δικαστικών εξό­δων των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορί­ζει στο ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (18500 €),

Κρίθηκε, και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2019 και δημοσιεύ- θηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία