fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

A.M.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 5633/2013
11098/2011

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τακτική Διαδικασία)

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αριστέα Ρουσέα Πρόεδρο Πρωτοδικών, Παρασκευή Καρκατζούνη Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, Ευθύμιο Κατσαλούλη Πρωτόδικη, και από τη Γραμματέα Βασιλική Αναγνωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του , . στις 22/5/2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ- ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) _____________ _________________ του _____________, κάτοικου _____________, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Μαρώση.

2) __________ ________________ του ___________, κάτοικου _____________, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Μαρώση.

ΤΗΣ ΚΑΘΉΣ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ____________ ____________, χήρας ____________ ______________, κάτοικου ___________________, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φραγκίσκο Αυγερινό.

Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από ____________ αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό ______________, η οποία επαναφέρεται προς συζήτηση με την από ____________ και με αριθμό κατάθεσης ________________, προσδιορίστηκε για την αρχικά αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους .

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται με την από _______________ (αριθ.έκθ.κατ. ______________) κλήση των εναγόντων , η από 2.5.2006 (αριθ.έκθ.κατ._________________) αγωγή τους, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας , η συζήτηση της οποίας αρχικά είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 2ας .5.2007 , αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 31ης .10.2007 , αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 21ης .1.2009 , αναβλήθηκε πάλι για τη δικάσιμο της 10ης. 11.2010 οπότε και ματαιώθηκε λόγω διενέργειας των Δημοτικών ­Περιφερειακών Εκλογών.

Από το άρθρο 57 παρ.1 του ΑΚ, το οποίο ορίζει, ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον, συνάγεται ότι για τη θεμελίωση αξίωσης για άρση προσβολής της προσωπικότητας απαιτείται πράξη επαγόμενη μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια από τις εκφάνσεις της, που πρέπει, όμως, να είναι παράνομη, ως αντικείμενη δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363, 229 παρ.1 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλου γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή . παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου σε ένα των στοιχείων της προσωπικότητας του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα, σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 §1 ΠΚ, περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την §1 του άρθρου 367, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ’ αρχήν – αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης – εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την §2 του άρθρου 367, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ” αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1897/2006). Από την ανωτέρω διάταξη της §1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως      απλή δυσφήμιση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του. Οι διατάξεις των άρθρων 361 έως 367 για τη ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009). Εξάλλου, για τη θεμελίωση αξίωσης προς αποζημίωση από μία πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα απαιτείται, κατά την παράγραφο 2 του αυτού παραπάνω άρθρου 57 ΑΚ, η συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας (αρθρ. 914 επ. ΑΚ). Το δε άρθρο 914 ΑΚ ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Στην έννοια της υπαιτιότητας (πταίσματος) περιλαμβάνονται τόσο ο δόλος, που στο πεδίο εφαρμογής του Αστικού Δικαίου κρίνεται με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του αρθ.27 του ΠΚ, όσο και η αμέλεια. Περαιτέρω, από το άρθρο 59 ΑΚ, το οποίο ορίζει, ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον “υπαίτιο” σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης “κατά τις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων”, συνάγεται ότι μία τέτοια αξίωση προϋποθέτει, επίσης, όπως απαιτούν τα άρθρα 57 και 58 ΑΚ, πράξη επαγόμενη προσβολή της προσωπικότητας υπαίτια και παράνομη. Αποκλείεται, συνεπώς, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εάν είτε η πράξη δεν επάγεται προσβολή της προσωπικότητας, καίτοι τυχόν παράνομη, είτε είναι ανυπαίτια, είτε έλαβε χώρα κατ’ενάσκηση νομίμου δικαιώματος προστατευμένου κατά προτίμηση έναντι εκείνου της προσωπικότητας και ως εκ τούτου δεν είναι παράνομη, εκτός εάν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η εν λόγω ενάσκηση δικαιώματος είναι καταχρηστική, ως αντικείμενη στα αντικειμενικά κριτήρια της ΑΚ 281, υφίσταται δε και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 391/2006). Τέλος, , από την διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ προκύπτει ότι η ψευδής καταμήνυση θεμελιώνεται αντικειμενικά μεν με την υποβολή ψευδούς μηνύσεως ή με την ψευδή ανακοίνωση στην αρχή ότι άλλος τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικά δε με πρόθεση που ενέχει την θέληση της πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως και τη γνώση του υπαιτίου ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση είναι ψευδής και ακόμη με σκοπό αυτού να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυομένου για την εκτιθέμενη στη μήνυση ή την ανακοίνωση αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση (ΑΠ 899/2011 δημ. ‘ΝΟΜΟΣ’).

Οι ενάγοντες, με την κρινομένη αγωγή τους , ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους και ειδικότερα της τιμής και της υπόληψής τους, που προξενήθηκε από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης , η οποία ενεργώντας δολίως και συγκεκριμένα υποβάλλοντας την από 16.3.2006 ABM Α06 μήνυσή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ισχυριζόταν δυσφημιστικές και αντικειμενικά ψευδείς ειδήσεις εν γνώσει της αναλήθειάς τους , με συκοφαντικό για αυτούς περιεχόμενο, τελώντας έτσι τα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμισης και ειδικότερα ισχυριζόταν ότι χρησιμοποίησαν εν γνώσει τους πλαστή διαθήκη, συντάκτης της οποίας φερόταν ο εν διαστάσει σύζυγος της προκειμένου να αγοράσουν από τους αναφερόμενους σ’αυτήν κληρονόμους του-δηλαδή τα αδέλφια τούτο περιγραφόμενο σ’αυτή αγροτεμάχιο, που κείται στο Δήμο _____________ ____________. Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες ζητούν , μετά τον εν μέρει νόμιμο περιορισμό του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό ( άρθρα 294,295,224 ΚΠολΔ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης καθώς και να υποχρεωθεί να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης , να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έχει την υποχρέωση να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 279.956 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την εις βάρος τους αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης το ποσό των 279.956 ευρώ , όλα δε τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως . Τέλος , ζητούν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή , να απαγγελθεί κατά της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης και να καταδικασθεί αυτή στη δικαστική τους δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ,παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού , ως αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 18 παρ. 1,22,35ΚΠολΔ) , κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (226 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω είναι ορισμένη, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών της εναγομένης και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 346 ΑΚ, 176 ΚΠολΔ, μόνο όμως κατά το αίτημα περί επιδίκασης του ποσού των (20.000 + 279.956=) 299.956 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων και όχι κατά το συνολικά αιτούμενο ποσό των (299.956X2=) 559.912 ευρώ (σε έκαστο εξ αυτών) . Και τούτο γιατί η αιτούμενη εις διπλούν επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της εις βάρος των εναγόντων τελέσεως των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμισης^ δε βρίσκει έρεισμα στο νόμο , δοθέντος ότι η αξιόποινη συμπεριφορά της εναγομένης ακόμη και αν υπάγεται στην αντικειμενική υπόσταση περισσότερων εγκλημάτων συνιστά μία αδικοπραξία , για την οποία και δικαιούνται οι ενάγοντες μία χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και όχι τόσων , όσων και τα επικαλούμενα από αυτούς εγκλήματα . Περαιτέρω, νόμιμο είναι και το παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας από της επιδόσεως της αγωγής, παρά τον εν μέρει περιορισμό του αιτήματος αυτής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Και τούτο διότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341 και 346 του ΑΚ προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Επομένως ο περιορισμός της αγωγής σε αναγνωριστική καταλύει μεν αναδρομικά την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, παραμένουν όμως τα αποτελέσματα αυτής ως όχλησης δημιουργικής υπερημερίας του οφειλέτη και συνεπώς οφειλής τόκων υπερημερίας, κατά το άρθρο 345 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 13/94, ΕλλΔνη 35, 1259, Εφ.Πειρ. 307/97, Επ.Συγκ.Δικ. 1997, 339). Μη νόμιμο όμως είναι το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης , αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα , ενόψει του ότι δεν είναι νοητή η εκτέλεση αναγνωριστικής αποφάσεως, η οποία δεν περιέχει καταδίκη, αλλά αναγνώριση εννόμου σχέσεως και της οποίας η ενέργεια εξαντλείται στο δεδικασμένο (ΟλΑΠ 959/1985 ΕλλΔνη 1986. 301), ενώ τέλος , μη νόμιμο είναι το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης, αφενός μεν ως προς το καταψηφιστικό αίτημα καθότι τούτο , μετά τον περιορισμό του, είναι μικρότερο των 30.000 ευρώ , ποσό που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 1047 ΚΠολΔ για να απαγγελθεί προσωπική κράτηση, αφετέρου ως προς το αναγνωριστικό αίτημα δεδομένου ότι δεν είναι νοητή η εκτέλεση αναγνωριστικής αποφάσεως, η οποία δεν περιέχει καταδίκη, αλλά αναγνώριση εννόμου σχέσεως και της οποίας η ενέργεια εξαντλείται στο δεδικασμένο (ΟλΑΠ 959/1985 ΕλλΔνη 1986. 301). Πρέπει επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν , καθόσον έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. _________ διπλότυπο είσπραξης της Γ’ΔΟΥ Πειραιώς).

Η εναγομένη με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της αρνείται αιτιολογημένα την ιστορική βάση της αγωγής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ένδικη αγωγή ασκείται καταχρηστικά κατ’ άρθρο 281ΑΚ, καθότι αφενός οι ενάγοντες παραλείπουν να εκθέσουν στο αγωγικό τους δικόγραφο , ότι αυτή (εναγομένη) τους ειδοποίησε σχετικά με την εκ μέρους της αμφισβήτηση της κυριότητας των πωλητών επί του ακινήτου που τελικά αγοράσθηκε από αυτούς (ενάγοντες) την ημέρα υπογραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, αφετέρου γιατί αυτοί (ενάγοντες) προσπαθούν με την άσκηση της αγωγής τους με την οποία ζητούν την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους να την εξουθενώσουν οικονομικά , θεωρώντας όπως ομολογούν, ότι αυτή έχει την οικονομική δυνατότητα να τους αποζημιώσει. Ο ως άνω ισχυρισμός ως ένσταση εκ του άρθρου 281ΑΚ , πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι και αληθών υποτιθεμένων όσων αναφέρονται στο ιστορικό της, η άσκηση των αξιώσεων των εναγόντων δεν χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθ’όσον η εναγόμενη δεν επικαλείται ότι συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικώς μνημονευόμενες ειδικές συνθήκες, οι οποίες καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων.

Από τη δέουσα εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων ________________ _____________ και ______________ ____________ που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα , εκτιμώμενα , είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 395 ΚΠολΔ), όπως μερικά από τα έγγραφα αναφέρονται ιδιαιτέρως παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 20η.9.2002 , οι ενάγοντες συμφώνησαν με τους ___________ και _____________ ____________ να αγοράσουν από αυτούς ένα ακίνητο και ειδικότερα ένα βοσκότοπο , κειμένου στη θέση ‘_______________’ , πρώην κοινότητας _______ ___________ και ήδη Δήμου ____________ , συνολικής επιφάνειας 20.463,05 τ.μ., του οποίου ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό ιΑ εξ αδιαιρέτου έκαστος. Προκειμένου να μεταβιβασθεί το ακίνητο στους ενάγοντες , εκ των οποίων ο δεύτερος είναι δικηγόρος και επομένως γνωρίζει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία μεταβίβασης κυριότητας ενός ακινήτου και με δεδομένο ότι οι πωλητές επικαλούνταν ως τρόπο κτήσης του, την έκτακτη χρησικτησία, με επιμέλεια των τελευταίων προσκομίσθηκαν οι υπ’ αριθμ._______, _______ και _____________ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Αφάρα των _________ ______________ , _____________ __________ και ______ _____________ , με τις οποίες βεβαιωνόταν ότι οι πωλητές νέμονταν αποκλειστικά αυτοί , με διάνοια συγκυριών, συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ποτέ να τους ενοχλήσει κανείς, το προς πώληση ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος τουλάχιστον από το 1960 , δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, έτος κατά το οποίο προέβησαν σε άτυπη διανομή από κοινού με τα υπόλοιπα αδέλφια τους , δηλαδή τη _______ ­­­­____________ συζ. __________  και το ____________ ____________ (εν διαστάσει σύζυγο της κληρονομιαίας περιουσίας που τους κατέλειπε ο αποβιώσας το έτος 1945 πατέρας τους ____________ _____________ , μέρος της οποίας αποτελούσε το ως άνω ακίνητο. Έτσι , την 3η. 10.2002 στο ___________ _____________ υπεγράφη μεταξύ των πωλητών και αποκλειστικών συγκυριών του ακινήτου και των εναγόντων το υπ’ αριθμ. __________ αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ________ __________ -___________, το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε στον τόμο 68 και αριθμό 954 στα αρμόδια βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου _________ , με συνέπεια οι ενάγοντες να καταστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου έκαστος του εν λόγω ακινήτου . Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες, επειδή ο αδελφός των πωλητών , _________ ______________ είχε αποβιώσει ήδη από το έτος _______ , ήθελαν να βεβαιωθούν ότι αυτός δεν έχει ποσοστό συγκυριότητας επί του ως άνω ακινήτου , κατόπιν ενδελεχούς ελέγχου διαπίστωσαν ότι ως άνω αποβιώσας με την από ____________ ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθμ.__________ απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς , αποκλήρωσε την εν διαστάσει σύζυγο του – εναγομένη , εγκαθιστώντας μοναδικούς κληρονόμους του στο σύνολο της περιουσίας του τα αδέλφια του , τα οποία και την αποδέχθηκαν κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με την υπ’ αριθμ.__________ δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου _____________ ____________ _____________, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου ________________ την 10η.7.1996. Από το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης αποδοχής , προκύπτει ότι η κληρονομιαία περιουσία του ως άνω αποβιώσαντος αποτελείτο μόνο από ‘μία διώροφη οικία κειμένη στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας των _______ ___________ ____________ στη θέση __________ , εκτάσεως 4.097 τ.μ. , αποτελούμενη από δύο ορόφους ημιτελείς, μη κατοικίσιμους , από τους οποίους ο ισόγειος όροφος αποτελείται από 3 κύρια δωμάτια , κουζίνα και λουτρό και έχει επιφάνεια 82,76 τ.μ. , και ο πρώτος πάνω από το ισόγειο όροφος αποτελείται από μία αποθήκη επιφάνειας 7,50 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ιδίων κληρονόμων , νότια με ιδιοκτησία αδελφών ____________ και με ιδιωτικό οδό πλάτους 4 μέτρων συνδέουσα την παραπάνω οικία με την παραπάνω επαρχιακή οδό _________-____________ , ανατολικά με ιδιοκτησίες διαφόρων αγνώστων συγκυριών και δυτικά με ιδιοκτησία __________ _________________ , που απέκτησε ο κληρονομούμενος  από κληρονομιά του πατέρα του , __________ __________ _____________ , ο οποίος απεβίωσε το έτος _______ χωρίς να αφήσει διαθήκη και εν συνεχεία από άγραφη εξώδικη διανομή με τους υπόλοιπους συγκληρονόμους του , η οποία έγινε το έτος 1965 και από τότε το ανωτέρω ακίνητο ενέμετο και το κατείχε συνεχώς , αδιαλείπτως και αδιαταράκτως. Εκ των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι οι ενάγοντες λαμβάνοντας κάθε μέτρο επιμέλειας και ενεργώντας νομίμως , αφού διαπίστωσαν ότι η διαθήκη του αποβιώσαντος αδελφού των δικαιοπαρόχων τους δεν αφορούσε το προς πώληση ακίνητο, αφού αυτό δεν περιλαμβανόταν την κληρονομιαία περιουσία που αυτός κατέλειπε και κυρίως ότι το τελευταίο ανήκε στην αποκλειστική νομή και κυριότητα αυτών ( πωλητών και δικαιοπαρόχων τους) , κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε , προχώρησαν στην αγορά του , αποκτώντας την κυριότητα αυτού. Το γεγονός ότι εκ των υστέρων, η ως άνω διαθήκη του ___________ _____________ αποδείχθηκε πλαστή και επομένως άκυρη , κατόπιν σχετικής αγωγής της εναγομένης , εν διαστάσει ^συζύγου του τελευταίου, ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκειμένη περίπτωση , καθότι το ακίνητο που πωλήθηκε στους ενάγοντες δεν αποτελούσε τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας του παραπάνω αποβιώσαντος , όπως κρίθηκε τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ.__________ απόφαση του Εφετείου __________  , αλλά ανήκε στους αδελφούς του, ____________________ και ___________ ____________ , κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, δηλαδή κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ των αδελφών της κληρονομιαίας περιουσίας του πατρός τους ___________ _____________ . Η εναγομένη με την από ____________________________ μήνυσή της ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, ισχυρίσθηκε ότι κατά τη σύναψη του υπ’ αριθ.____________ προαναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, οι ενάγοντες (όπως και οι αντισυμβαλλόμενοι , δικαιοπάροχοι τους , αδελφοί του εν διαστάσει συζύγου της) τελούσαν εν γνώσει της πλαστότητας της διαθήκης του αποβιώσαντος _________ ___________ και εν συνεχεία χρησιμοποίησαν αυτή προκειμένου να συνάψουν τη σύμβαση πώλησης και να επιτύχουν τη μεταβίβαση σ’ αυτούς του ακινήτου, εις βάρος του κληρονομικού της δικαιώματος επ’ αυτού , αφού το ακίνητο αποτελούσε τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας του συζύγου της, ζήτησε δε την τιμωρία τους για την ως άνω πράξη . Όμως όπως ήδη αναλυτικά προεκτέθηκε , ουδόλως αποδείχθηκε το μεταβιβασθέν στους ενάγοντες ακίνητο αποτελούσε μέρος της περιουσίας που κατέλειπε κατά το θάνατο του ο εν διαστάσει σύζυγος της εναγομένης και αδελφός των πωλητών και επομένως αυτή δεν υφίστατο καμία βλάβη από την πώλησή του στους ενάγοντες , ανεξαρτήτως δε του ότι ουδεμία εμπλοκή των τελευταίων απεδείχθη στην κατάρτιση και εν συνεχεία χρήση της πλαστής διαθήκης του συζύγου της. Εξάλλου, δε θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ακόμη και στην άκρως υποτιθέμενη περίπτωση που το ακίνητο βάση της ως άνω διαθήκης , περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος , εφόσον η ως άνω (πλαστή) διαθήκη , κηρύχθηκε κυρία το έτος 1996 , τεκμαίρεται γνήσια κατ’ άρθρο ___________ _______ εφόσον είχε παρέλθει πενταετία μέχρι τη σύναψη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου το έτος 2002 και δεν είχε αμφισβητηθεί στο διάστημα που μεσολαβείς η γνησιότητά της από τον τρίτο που ζημιώνεται από την ύπαρξή της , δηλαδή την εναγομένη. Επομένως, νομίμως θα μπορούσε να μεταβιβασθεί οποιοδήποτε κληρονομιαίο ακίνητο σε τρίτον , όπως οι ενάγοντες , από τους εκ διαθήκης κληρονόμους. Για αυτό και άλλωστε οι ενάγοντες με το υπ’ αριθμ.___________ (ήδη αμετάκλητο) βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς , απηλλάγησαν από την αποδιδόμενη σ’ αυτούς κατηγορία της από κοινού αποδοχής προϊόντων εγκλήματος , τελεσθείσα από πρόσωπα που επιχειρούν τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια . Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται η εναγομένη με την ως άνω μήνυσή της σε βάρος των εναγόντων , δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια , αντιθέτως είναι ψευδή , τελούσε δε αυτή εν γνώσει του ψεύδους τους , δεδομένου ότι όπως κατέθεσε ο υιός της _________ _______________ στα πλαίσια ποινικής δίκης -κατά την οποία η εναγομένη με την υπ’ αριθμ.___________ απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς , κρίθηκε ένοχη για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος των εναγόντων, κατόπιν μηνύσεως των τελευταίων – γνώριζε τα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου της και ειδικότερα ότι το ακίνητο που αγόρασαν οι ενάγοντες από τα          αδέλφια του τελευταίου δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του συζύγου της , αλλά αποτελούσε προ πολλών ετών , δηλαδή τουλάχιστον από το έτος 1960, αποκλειστική συνιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων των εναγόντων , αδελφών του συζύγου της . Εξάλλου, τα όσα εξέθεσε στο δικόγραφο της μήνυσής της η εναγομένη σχετικά με τους ενάγοντες , εκτός από ψευδή ήταν και απολύτως πρόσφορα να πλήξουν την προσωπικότητα και την υπόληψη των τελευταίων, τόσο ως ατόμων αλλά και ως ελεύθερων επαγγελματιών , καθώς ο μεν πρώτος εργολάβος οικοδομών, με μεγάλη επαγγελματική δραστηριότητα στην περιοχή του Πειραιά και πολυάριθμο προσωπικό , ο δε δεύτερος δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω με μεγάλο δικηγορικό γραφείο επίσης στον Πειραιά που βιοπορίζεται ασκώντας το εν λόγω επάγγελμα , εμφανίζονται ως άτομα που μετέρχονται παράνομων μεθόδων σε βάρος τρίτων προκειμένου να αποκτήσουν περιουσιακά στοιχεία , γεγονός που δύναται να έχει ιδιαίτερα δυσμενείς εξελίξεις στις σχέσεις τους με τον κοινωνικό περίγυρο καθώς και τον επαγγελματικό τους χώρο, όπως αυτός προεκτέθηκε. Έτσι , εξαιτίας, της προαναφερόμενης προσβολής της προσωπικότητάς τους, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να τους επιδικαστεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση. Ενόψει δε του είδους και των συνθηκών τέλεσης της προσβολής, της έντασης της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστησαν , της βαρύτητας του πταίσματος της εναγομένης και της περιουσιακής και της κοινωνικής κατάστασης των μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί σε καθένα εξ αυτών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 8.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως . Η απόφαση δε θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή , διότι το Δικαστήριο κρίνει, ότι δε συντρέχει εξαιρετικός προς τούτο λόγος, ούτε ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία στους νικήσαντες ενάγοντες , ενώ μέρος των δικαστικών εξόδων των τελευταίων για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από αυτούς, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης (άρθρα 178, 106, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Καταδικάζει την εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων , την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 2/10/2013 και δημοσιεύθηκε στις 1-11-2013, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ