Αριθμός Απόφασης
4039/2017
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 9ο

 

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Πέτρο Κλάδο, Εφέτη,  που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου  Αθηνών, και από τη Γραμματέα Ανδρομάχη Πάλλα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12  Ιανουάριου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ:  ___________  ___________του   ___________, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, ο οποίος  παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Οδυσσέα Μάρη  (ο οποίος ανακάλεσε τη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του  ΚΠολΔ).

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ:  ___________  ___________ ( ___________   ___________) του  ___________, εν διαστάσει συζ.  ___________      ___________, κατοίκου  ___________ Ελβετίας, ατομικά και ως  έχουσας προσωρινά την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των  διαδίκων  ___________  ___________του  ___________, η οποία  εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του  ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Οικονομάκη.

Η ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητη, με την από 22-12-  2014 αγωγή της, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών,  που έχει κατατεθεί με αριθμό 14586/1834/2015, ζήτησε να  γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ.  2107/2016 οριστική του απόφαση, με την οποία, αφού  συνεκδίκασε την αγωγή και την ανταγωγή που άσκησε ο  εναγόμενος με τις προτάσεις του, έκανε δεκτή την αγωγή  και εν μέρει δεκτή την ανταγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών (εναγόμενος-  αντενάγων) με την από 16-5-2016 έφεσή του, προς το  Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 1372/2015.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου  πινακίου και συζητήθηκε.  Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος  αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.  Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης κατέθεσε  εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο  ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου  242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου φέρεται προς συζήτηση η από  16-5-2016 (αυξ. αρ. εκθ. καταθ. 1372/17-5-2016) έφεση του εναγομένου –  αντενάγοντος και ήδη εκκαλούντος,  ___________  ___________, κατά  της 2107/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου  Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική  διαδικασία των άρθρων 592 επ. Κ.Πολ.Δ (των γαμικών διαφορών), κατόπιν  συνεκδικάσεως α) της από 22-12-2014 (αυξ. αρ. εκθ. καταθ. δικογρ.  1834/9-2-2015) αγωγής της ενάγουσας – αντεναγομένης και ήδη  εφεσίβλητης,  ___________  ___________ και β) της ασκηθείσας δια των από 6-5-2015 προτάσεων του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου  ανταγωγής. Η ανωτέρω έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση  του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου  (αρ. 495 επ, 511 επ. Κ.Πολ.Δ) και εμπρόθεσμα, εφόσον ουδείς εκ των  διαδίκων επικαλείται επίδοση της εκκαλουμένης ούτε υπάρχει  στη δικογραφία σχετική έκθεση επιδόσεως αυτής ούτε παρήλθε τριετία από  της δημοσιεύσεώς της στις 7-4-2016 (αρ. 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ενώ για το  παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του  άρθρου 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. παράβολο των 200,00 Ευρώ (βλ. τα 3035606  έως 3035609 παράβολα του Ελληνικού Δημοσίου και τα 211411 και 211412  παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ). Συνεπώς, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή  και να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της  ( άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία.

Με την από 22-12-2014 (αυξ. αρ. εκθ. καταθ. δικογρ. 1834/9-2-2015)     αγωγή η ενάγουσα, ________ ___________, η οποία έχει την ελληνική-ελβετική υπηκοότητα, ζήτησε τη λύση του γάμου της με τον ελληνικής  υπηκοότητας εναγόμενο,  ___________  ___________, επειδή βρίσκονται σε  διάσταση για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο (2) έτη  με οριστική πρόθεση διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεώς τους. Εξάλλου,  με τις από 6-5-2015 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου  ο εναγόμενος άσκησε παραδεκτά ανταγωγή με την οποία ζήτησε α) τη λύση  του γάμου του με την αντεναγομένη – ενάγουσα από λόγους που αφορούσαν  αποκλειστικά το πρόσωπό της, συνισταμένους στην παράβαση της  συζυγικής πίστεως και στην εγκατάλειψη εκ μέρους της της οικογενειακής  στέγης, β) την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως συνολικού ύψους  58.000,00 Ευρώ, ισχυριζόμενος ότι υπέστη ηθική βλάβη από την  αναφερόμενη στην ένδικη ανταγωγή παράνομη και προσβλητική της  προσωπικότητάς του αντισυζυγική συμπεριφορά της τελευταίας και  γ) να ανατεθεί οριστικά σ’ αυτόν η επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης  θυγατέρας των διαδίκων  ___________, επικουρικά δε να ρυθμισθεί το δικαίωμα  επικοινωνίας του με την τελευταία κατά τον αναφερόμενο στην ανταγωγή  τρόπο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των  διαδίκων τις άνω αγωγή και ανταγωγή, έκανε δεκτή την αγωγή και εν μέρει  δεκτή την ανταγωγή και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων,  απορρίπτοντας την τελευταία ως προς τις λοιπές σωρευόμενες αξιώσεις.  Κατά της αποφάσεως αυτής και ειδικότερα κατά των κεφαλαίων της με. τα  οποία απορρίφθηκαν οι σωρευόμενες στο δικόγραφο της ανταγωγής  αξιώσεις του για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, την ανάθεση  της επιμέλειας του προσώπου του άνω ανηλίκου τέκνου των διαδίκων και  επικουρικά της ρυθμίσεως της επικοινωνίας του με αυτό, ο αντενάγων  παραπονείται με την ένδικη έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή  του νόμου και ζητεί να εξαφανισθεί ως προς τα αντίστοιχα κεφάλαιά της,  ώστε ακολούθως να γίνει δεκτή η ανταγωγή του στο σύνολό της.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 υπό τον τίτλο «Γενική Δικαιοδοσία», του  Κανονισμού (ΕΚ) αριθμός 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου  2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση  αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, με τον  οποίο καταργήθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, «τα δικαστήρια  κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική  μέριμνα παιδιού, το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος  κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής». Περαιτέρω σύμφωνα με τη  διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ανωτέρω κανονισμού, όταν ένα παιδί  μετοικεί νομίμως από ένα κράτος μέλος, σε άλλο, και αποκτά σε αυτό νέα  συνήθη διαμονή, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της προηγούμενης  συνήθους διαμονής του παιδιού διατηρούν την αρμοδιότητα τους, κατά  παρέκκλιση του άρθρου 8, για περίοδο τριών μηνών μετά τη μετοικεσία,  προκειμένου να τροποποιήσουν απόφαση, η οποία αφορά το δικαίωμα  επικοινωνίας εκδοθείσα σε αυτό το κράτος μέλος πριν από τη μετοικεσία  του παιδιού, εφόσον ο δικαιούχος του δικαιώματος επικοινωνίας, δυνάμει  της αποφάσεως που αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας, εξακολουθεί  να διαμένει συνήθως στο κράτος μέλος της προηγούμενης συνήθους  διαμονής του παιδιού.

Το· άρθρο αυτό ενθαρρύνει τους δικαιούχους γονικής  μέριμνας να συμφωνούν σχετικά με τις απαραίτητες προσαρμογές των  δικαιωμάτων επικοινωνίας πριν από τη μετοικεσία και, εάν αυτό αποδειχθεί  αδύνατο, να προσφεύγουν στο αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση της  διαφοράς. Δεν εμποδίζει ουδόλως ένα πρόσωπο να μετακινείται στο  εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αλλά παρέχει εγγύηση ότι  το πρόσωπο που δεν μπορεί πλέον να ασκήσει τα δικαιώματα  της επικοινωνίας όπως πριν, δεν οφείλει να προσφύγει στα δικαστήρια του     νέου κράτους μέλους, αλλά μπορεί να ζητήσει την κατάλληλη προσαρμογή  του δικαιώματος επικοινωνίας ενώπιον του δικαστηρίου που του χορήγησε  το δικαίωμα αυτό εντός προθεσμίας τριών μηνών μετά τη μετοικεσία.  Τα δικαστήρια του νέου κράτους μέλους δεν έχουν αρμοδιότητα όσον  αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Το  άρθρο 9 εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που ο δικαιούχος επικοινωνίας  επιθυμεί να τροποποιήσει μία προηγούμενη απόφαση σχετικά με το  δικαίωμα αυτό. Εάν δεν έχει εκδοθεί απόφαση για το δικαίωμα επικοινωνίας  από τα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης, το άρθρο 9  δεν εφαρμόζεται και ισχύουν οι άλλοι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας.

Όλα  τούτα υπό την προϋπόθεση ότι, σύμφωνα με οποιαδήποτε δικαστική  απόφαση ή νόμο ισχύοντα στο κράτος μέλος προέλευσης  (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου),  ο δικαιούχος γονικής μέριμνας έχει τη δυνατότητα να μετοικήσει με το παιδί  σε άλλο κράτος μέλος χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου δικαιούχου γονικής  μέριμνας. Εάν η μετοικεσία είναι παράνομη, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 9,  αλλά το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού. Η αναφερόμενη στη διάταξη  περίοδος των τριών μηνών υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την  οποία το παιδί μετοίκησε φυσικά από το κράτος μέλος προέλευσης. Εάν ένα  δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης επιληφθεί μετά την εκπνοή  της τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία της μετοικεσίας, δεν έχει  δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 9. Το άρθρο 9 εφαρμόζεται μόνον εάν  το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή στο νέο κράτος μέλος κατά τη  διάρκεια της τρίμηνης περιόδου. Εια την εφαρμογή της διατάξεως αυτής,  το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας καθορίζεται όπως και γενικότερα  στο όλο πλαίσιο του Κανονισμού από το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο.

Μετά την άσκηση «προσφυγής» (αγωγής ή αίτησης λήψης ασφαλιστικών  μέτρων) σε αρμόδιο δικαστήριο, αυτό διατηρεί καταρχήν τη διεθνή του  δικαιοδοσία ακόμα και αν το παιδί κατά τη διάρκεια της δικαστικής     διαδικασίας αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος (αρχή  της “perpetuatio fori” ). Ως εκ τούτου η μεταβολή της συνήθους διαμονής  του παιδιού ενώ εκκρεμεί η διαδικασία, δεν συνεπάγεται μεταβολή όσον  αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία. Εάν το παιδί δεν έχει αποκτήσει συνήθη  διαμονή εντός αυτής της περιόδου, τα δικαστήρια του κράτους μέλους  προέλευσης διατηρούν, καταρχήν, τη δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 8  του Κανονισμού. Η βασική αρχή του κανονισμού είναι ότι το πλέον  κατάλληλο δικαστήριο για ζητήματα γονικής μέριμνας είναι το δικαστήριο  του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του τέκνου. Η έννοια  της «συνήθους διαμονής», σύμφωνα με τους στόχους και τους σκοπούς  του κανονισμού, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε έννοια συνήθους διαμονής  σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αλλά σε μια «αυτόνομη» έννοια του  κοινοτικού δικαίου.

Σε περίπτωση που ένα παιδί μετακινείται από ένα  κράτος μέλος σε κάποιο άλλο, η απόκτηση συνήθους διαμονής στο νέο  κράτος μέλος συμπίπτει κατ’ αρχήν με την «απώλεια» της συνήθους  διαμονής στο προηγούμενο κράτος μέλος. Απαιτείται η ύπαρξη κάποιας  διάρκειας, χωρίς να μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ότι ένα παιδί  αποκτά ενδεχομένως συνήθη διαμονή σε κάποιο κράτος μέλος αυτή την ίδια  την ημέρα της άφιξής του, ανάλογα με τα πραγματικά στοιχεία της.  Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ανωτέρω κανονισμού που αφορά  «Παρέκταση αρμοδιότητας» 1. Τα δικαστήρια του κράτους μέλους  στα οποία η αρμοδιότητα ασκείται βάσει του άρθρου 3, για να αποφασίσουν  για μια αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου των  συζύγων, είναι αρμόδια για οιοδήποτε ζήτημα σχετικά με τη γονική μέριμνα  το οποίο συνδέεται με την αίτηση αυτή, εφόσον: α) τουλάχιστον ένας από  τους συζύγους ασκεί τη γονική μέριμνα του παιδιού και β) η αρμοδιότητα     των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ’ άλλον ανεπιφύλακτο:  τρόπο αποδεκτή από τους συζύγους και από τους δικαιούχους της γονικής  μέριμνας κατά την ημερομηνία που επελήφθη το δικαστήριο και είναι προς  το ύψιστο συμφέρον του παιδιού. 2. Η αρμοδιότητα που ασκείται κατ’  εφαρμογή της παραγράφου 1 παύει όταν: α) είτε η απόφαση η οποία δέχεται  την αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου ή  την απορρίπτει καθίσταται τελεσίδικη· β) είτε, σε περίπτωση κατά την  οποία μια διαδικασία σχετικά με τη γονική μέριμνα εκκρεμεί ακόμη κατά  την ημερομηνία η οποία προβλέπεται στο στοιχείο α), όταν μια απόφαση  σχετικά με τη γονική μέριμνα καθίσταται τελεσίδικη- γ) είτε, στις  περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται στα στοιχεία α) και β), όταν  η διαδικασία έχει περατωθεί για άλλους λόγους. 3. Τα δικαστήρια κράτους  μέλους είναι επίσης αρμόδια σε θέματα γονικής μέριμνας σε διαδικασίες  εκτός από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εφόσον: α) το παιδί  έχει στενή σχέση με αυτό το κράτος μέλος, λόγω, ιδίως, του ότι ένας εκ των  δικαιούχων της γονικής μέριμνας έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το  κράτος μέλος ή το παιδί έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους, και  β) η αρμοδιότητα των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ’ άλλον  ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενο μέρη  της διαδικασίας, κατά την ημερομηνία που επελήφθη το δικαστήριο και  η αρμοδιότητα είναι προς το συμφέρον του παιδιού. Περαιτέρω, σύμφωνα  με το άρθρο 16 υπό τον τίτλο «επιλαμβανόμενο δικαστήριο». 1.

Ένα  δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν: α) από της καταθέσεως στο δικαστήριο  του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου,  εφόσον ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα  μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο, ή  β) εφόσον το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού  κατατεθεί στο δικαστήριο, την ημερομηνία παραλαβής του από την αρχή  που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την     προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει  τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο.  Επομένως, η θεμελιώδης δικαιοδοτική βάση του τόπου διαμονής  του παιδιού, ουσιαστικά καταργείται, όταν συντρέχει, μεταξύ άλλων  περιπτώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 23, 14, και 15, και στην  περίπτωση παρεκτάσεως κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού. Εξάλλου, με  τον Ν. 4020/2011 (ΦΕΚ Α’ 217/30.09.2011) κυρώθηκε από την Ελλάδα  η Σύμβαση της Χάγης της 19.10.1996 για τη διεθνή δικαιοδοσία,  το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση, την εκτέλεση και τη συνεργασία ως  προς τη γονική ευθύνη και τα μέτρα προστασίας των παιδιών.

Η εν λόγω  Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη από την 01.06.2012.  Η ίδια σύμβαση έχει κυρωθεί από την Ελβετία η οποία έχει προσχωρήσει  σ’ αυτήν και ισχύει στην ίδια από 23-9-2009. Με την εν λόγω Σύμβαση,  προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, η διεθνής δικαιοδοσία των συμβαλλόμενων  κρατών επί θεμάτων του δικαιώματος επικοινωνίας του ενός γονέα με το  ανήλικο τέκνο του, ενώ ταυτοχρόνως, οι σχετικές ρυθμίσεις της είναι  συναφείς με τις εκτεθείσες τοιαύτες του προρρηθέντος Κανονισμού.  Ειδικότερα, το άρθρο πρώτο του προειρημένου Ν. 4020/2011 ορίζει  ότι: «Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1  του Συντάγματος, η Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο  δίκαιο, την αναγνώριση, την εκτέλεση και τη συνεργασία ως προς τη γονική  ευθύνη και τα μέτρα προστασίας των παιδιών, που υπογράφηκε στη Χάγη  στις 19 Οκτωβρίου 1996». Το άρθρο 1 του κεφαλαίου I της ίδιας Σύμβασης  ορίζει ότι: «1. Η παρούσα Σύμβαση έχει ως αντικείμενο: α. να καθορίζει  το Κράτος του οποίου οι Αρχές έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τη λήψη     μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία του προσώπου ή της περιουσίας  του παιδιού· β. να καθορίζει το εφαρμοστέο από τις Αρχές αυτές κατά  την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας τους δίκαιο γ. να καθορίζει  το εφαρμοστέο στη γονική ευθύνη δίκαιο δ. να εξασφαλίζει την αναγνώριση  και την εκτέλεση των μέτρων προστασίας σε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη  ε. να εδραιώνει μεταξύ των Αρχών των Συμβαλλομένων Κρατών την  απαραίτητη συνεργασία για την πραγματοποίηση των σκοπών της παρούσης  Συμβάσεως. 2. Για τους σκοπούς της παρούσης Συμβάσεως, ο όρος “γονική  ευθύνη” περιλαμβάνει τη γονική εξουσία ή κάθε άλλη ανάλογη σχέση  εξουσίας, που καθορίζει τα δικαιώματα, τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις  των γονέων, του επιτρόπου ή άλλων νομίμων αντιπροσώπων σε σχέση με το  πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού». Το άρθρο 2 της ίδιας Σύμβασης  ορίζει ότι : «Η Σύμβαση εφαρμόζεται στα παιδιά από τη στιγμή της  γεννήσεως τους έως ότου φθάσουν στην ηλικία των 18 ετών».

Το άρθρο 3  της ίδιας Σύμβασης ορίζει ότι : «Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 μέτρα  δύνανται κυρίως να αφορούν : α. την ανάθεση, την άσκηση και τη μερική ή  ολική αφαίρεση της γονικής ευθύνης, καθώς και την ανάθεση της σε τρίτον  β. το δικαίωμα επιμελείας, που περιλαμβάνει δικαιώματα σχετιζόμενα με τη  μέριμνα του προσώπου του παιδιού, και ιδιαιτέρως το δικαίωμα καθορισμού  του τόπου διαμονής του καθώς και το δικαίωμα επισκέψεως, που  περιλαμβάνει και το δικαίωμα μεταφοράς του παιδιού, για ένα περιορισμένο  χρονικό διάστημα, σε έναν άλλο τόπο από εκείνον της συνήθους διαμονής  του γ. την επιτροπεία, την κηδεμονία και τους ανάλογους θεσμούς  δ. το διορισμό και τα καθήκοντα κάθε προσώπου ή οργανισμού  επιφορτισμένου με την επιμέλεια του προσώπου ή της περιουσίας του  παιδιού, με την εκπροσώπηση ή τη συμπαράσταση του προς αυτό ε. την  τοποθέτηση του παιδιού σε μια ανάδοχη οικογένεια ή σε κάποιο ίδρυμα ή  την ανάληψη της επιμελείας αυτού με kafala ή με ανάλογο θεσμό- στ. την  επιτήρηση, από δημόσια Αρχή, της μέριμνας του παιδιού από κάθε     πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φροντίδα του- ζ. τη διοίκηση, τη διατήρηση  ή τη διάθεση της περιουσίας του παιδιού».

Το άρθρο 5 του κεφαλαίου II της  εν λόγω Σύμβασης περί της διεθνούς δικαιοδοσίας ορίζει ότι : «1. Τόσο οι  δικαστικές όσο και οι διοικητικές Αρχές του Συμβαλλομένου Κράτους της  συνήθους διαμονής του παιδιού, έχουν διεθνή δικαιοδοσία να λαμβάνουν  μέτρα για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας του. 2. Υπό την  επιφύλαξη του άρθρου 7, σε περίπτωση μεταφοράς της συνήθους διαμονής  του παιδιού σε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, διεθνή δικαιοδοσία έχουν οι  Αρχές του Κράτους της νέας συνήθους διαμονής». Το άρθρο 8 της ίδιας  Σύμβασης ορίζει ότι : «1. Κατ’ εξαίρεση, η Αρχή του Συμβαλλομένου  Κράτους, που έχει διεθνή δικαιοδοσία κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5 ή 6, εφ’  όσον κρίνει ότι η Αρχή ενός άλλου Συμβαλλομένου Κράτους θα μπορούσε  στην προκειμένη περίπτωση να εκτιμήσει καλύτερα το υπέρτερο συμφέρον  του παιδιού, δύναται : – είτε να ζητήσει από αυτή την άλλη Αρχή, απ’  ευθείας με τη συνδρομή της Κεντρικής Αρχής αυτού του Κράτους, να  αποδεχθεί τη δικαιοδοσία για να λάβει εκείνα τα μέτρα προστασίας που  θα κρίνει αναγκαία, – είτε να αναβάλει την κρίση της υποθέσεως και να  καλέσει τα μέρη να υποβάλουν ένα τέτοιο αίτημα ενώπιον της Αρχής αυτού  του άλλου Κράτους. 2. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη, Αρχές των οποίων μπορεί  να επιληφθούν ή στις οποίες μπορεί να υποβληθεί αίτημα σύμφωνα με τα  οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, είναι : α. το Κράτος, την  ιθαγένεια του οποίου έχει το παιδί, β. το Κράτος, στο οποίο βρίσκονται  περιουσιακά στοιχεία του παιδιού, γ. το Κράτος, του οποίου Αρχή έχει  επιληφθεί αγωγής διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού των γονέων του  παιδιού ή ακυρώσεως του γάμου τους, δ. το Κράτος με το οποίο το παιδί     έχει στενό δεσμό. 3. Οι ενδιαφερόμενες Αρχές μπορούν να προχωρούν –  ανταλλαγή απόψεων. 4. Η Αρχή, που επελήφθη ή στην οποία υποβλήθηκε  αίτημα σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο,  μπορεί να αποδεχθεί τη διεθνή δικαιοδοσία αντί της Αρχής που έχει  δικαιοδοσία κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5 ή 6, αν θεωρεί ότι αυτό  ανταποκρίνεται στο υπέρτερο συμφέρον του παιδιού». Το άρθρο 9 της ίδιας  Σύμβασης ορίζει ότι: «1. Αν οι μνημονευόμενες στο άρθρο 8 παράγραφος 2  Αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών, κρίνουν ότι σε μια συγκεκριμένη  περίπτωση είναι σε θέση αυτές να εκτιμήσουν καλύτερα το υπέρτερο  συμφέρον του παιδιού, μπορούν : – είτε να ζητήσουν από την αρμόδια Αρχή  του Συμβαλλομένου Κράτους, της συνήθους διαμονής του παιδιού, απ’  ευθείας ή με τη συνδρομή της Κεντρικής Αρχής του Κράτους αυτού, να  τους επιτρέψει να ασκήσουν τη διεθνή δικαιοδοσία προκειμένου να λάβουν  τα προστατευτικά μέτρα που αυτές κρίνουν απαραίτητα – είτε να καλέσουν  τα μέρη να υποβάλουν ένα τέτοιο αίτημα ενώπιον των Αρχών του  Συμβαλλομένου Κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού. 2. Οι  ενδιαφερόμενες Αρχές μπορούν να προχωρούν σε ανταλλαγή απόψεων. 3.  Η Αρχή από την οποία προέρχεται το αίτημα δεν δύναται να ασκήσει διεθνή  δικαιοδοσία αντί της Αρχής του Συμβαλλομένου Κράτους της συνήθους  διαμονής του παιδιού, παρά μόνον αν η τελευταία αυτή Αρχή δεχθεί  το αίτημα». Το δικαστήριο, προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι σε  θέση να εκτιμήσει καλύτερα το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού από το  δικαστήριο της συνήθους διαμονής τούτου, επειδή το τελευταίο (το παιδί)  συνδέεται με ιδιαίτερη σχέση με αυτό, οφείλει να βεβαιωθεί ότι η εκδίκαση  της υποθέσεως από αυτό μπορεί να έχει πραγματική και συγκεκριμένη  προστιθέμενη αξία για τη διερεύνηση της υποθέσεως, λαμβανομένων ιδίως  υπόψη των εφαρμοστέων δικονομικών κανόνων στο άλλο συμβαλλόμενο  κράτος, προτού δε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εξέταση της υποθέσεως  από το ίδιο εξυπηρετεί το ύψιστο συμφέρον του παιδιού, οφείλει να     βεβαιωθεί ειδικότερα ότι δεν συντρέχει κίνδυνος αυτή να έχει επιζήμιες  συνέπειες για την κατάσταση του παιδιού (πρβλ από 27-10-2016 ΔΕΚ C –  428/2015).

Το άρθρο 10 της εν λόγω Σύμβασης ορίζει ότι: «1. Με την  επιφύλαξη των άρθρων 5 έως 9, οι Αρχές ενός Συμβαλλομένου Κράτους,  κατά την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας τους επί αγωγής διαζυγίου ή  δικαστικού χωρισμού των γονέων παιδιού που διαμένει συνήθως σε άλλο  Συμβαλλόμενο Κράτος, ή ακυρώσεως του γάμου τους, δύνανται, εφόσον το  επιτρέπει το δίκαιο του Κράτους τους, να λάβουν μέτρα για την προστασία  του προσώπου ή της περιουσίας του παιδιού αυτού: α. αν κατά την έναρξη  της διαδικασίας, ένας εκ των γονέων διαμένει συνήθως στο Κράτος αυτό  και ένας εκ των δύο έχει τη γονική ευθύνη του παιδιού και β. αν η Διεθνής  δικαιοδοσία αυτών των Αρχών για λήψη τέτοιων μέτρων έχει γίνει  αποδεκτή από τους γονείς, όπως και από κάθε άλλο πρόσωπο που έχει  τη γονική ευθύνη του παιδιού και αν η δικαιοδοσία αυτή συνάδει προς το  υπέρτερο συμφέρον του παιδιού. 2. Η προβλεπόμενη στην πρώτη  παράγραφο) Διεθνής δικαιοδοσία για τη λήψη μέτρων προστασίας του  παιδιού παύει από τη στιγμή που η απόφαση, η οποία δέχεται ή απορρίπτει  την αγωγή διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακυρώσεως του γάμου, γίνει  οριστική ή η διαδικασία τερματισθεί από άλλη αιτία».

Τέλος, το άρθρο 17  της εν λόγω Σύμβασης ορίζει ότι: «Εί άσκηση της γονικής ευθύνης διέπεται  από το δίκαιο του Κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού. Σε  περίπτωση μεταβολής της συνήθους διαμονής του παιδιού, διέπεται από το  δίκαιο του Κράτους της νέας συνήθους διαμονής». Με την ασκηθείσα με τις  από 6-5-2015 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου  ανταγωγή, ο αντενάγων, Έλλην υπήκοος, ζήτησε μεταξύ άλλων να του  ανατεθεί οριστικά η επιμέλεια και επικουρικά να ρυθμισθεί η επικοινωνία     με το ανήλικο τέκνο του  ___________, το οποίο απέκτησε κατά τη διάρκεια του   γάμου του με την εναγομένη, η οποία έχει την Ελληνική και την Ελβετική  υπηκοότητα, κατά τον αναφερόμενο σ’ αυτήν τρόπο. Ειδικότερα εξέθεσε ότι  μετά την τέλεση του γάμου του με την εναγομένη, στις 19-9-2007, ο οποίος  ιερολογήθηκε στις 26-7-2008^οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στη Γλυφάδα Ν.  Αττικής και ότι στις 3-10-2007 γεννήθηκε στο Αμαρούσιο Ν. Αττικής το πιο  πάνω ανήλικο τέκνο του.

Ότι το Μάρτιο του έτους 2009 οι διάδικοι  αναχώρησαν από την Ελλάδα μαζί με το ανήλικο τέκνο τους και  εγκαταστάθηκαν στην πόλη  ___________ της Ελβετίας, πλην όμως από το  έτος 2012 διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωση, με συνέπεια ο μεν αντενάγων  να επιστρέψει στην Ελλάδα, η δε αντεναγομένη να παραμείνει στην Ελβετία  μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων μετά του οποίου έκτοτε διαμένει  σε κατοικία ευρισκόμενη στην περιοχή  ___________ της πόλεως  της  ___________, συγκατοικώντας με,. τον Ελβετό σύντροφο της  ___________   ___________  ___________, μετά του οποίου ήδη απέκτησε ένα άρρεν τέκνο, το οποίο  διαμένει στην ίδια κατοικία. Ότι ακολούθως, με την υπ’ αρ. φακέλου ΕΕ  120077- K/U της 8ης-12-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου   ___________ της Ελβετίας ανατέθηκε (προσωρινά) η επιμέλεια της κόρης των  διαδίκων στην αντεναγομένη και ρυθμίσθηκε η επικοινωνία του με την  τελευταία, ειδικότερα δε καθορίστηκε ότι μπορεί να επικοινωνεί με το  ανήλικο τέκνο του είτε με βιντεοκλήση είτε μέσω Skype δύο φορές την  εβδομάδα επί 30 λεπτά της ώρας και να παίρνει αυτό μαζί του στην Ελλάδα  επί 6 εβδομάδες κάθε έτος.

Ότι η αντεναγομένη αρχικά επιχείρησε,  ανεπιτυχώς, να περιορίσει την επικοινωνία του με την ανήλικη κόρη του  με απόφαση της Υπηρεσίας Κοινωνικής Πρόνοιας και Προστασίας παίδων  και ανηλίκων (KESB)  ___________ Ελβετίας, στο οποίο προσέφυγε, καθόσον  η σχετική αίτησή της απορρίφθηκε, ενώ με την ίδια απόφαση ορίσθηκε  Διαμεσολαβητής για να εποπτεύει την επικοινωνία με το άνω τέκνο του και  να μεσολαβεί στις σχέσεις του ιδίου με την αντεναγομένη, ως προς τα     ζητήματα που θα αναφύονταν σχετικά με το τελευταίο και ότι εν τελεί  με απόφαση της ίδιας υπηρεσίας, άλλης περιοχής (της περιοχής  ___________),  κατόπιν νέας σχετικής αιτήσεως της αντεναγομένης, το δικαίωμα  επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του περιορίσθηκε σε μία φορά την  εβδομάδα, απόφαση όμως που συστηματικά παραβιάζει η τελευταία, έχοντας  άλλοτε ματαιώσει και άλλοτε διακόψει την επικοινωνία του μέσω skype  με την ανήλικη  ___________.

Ισχυριζόμενος δε επί πλέον : α) για τη θεμελίωση  δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κυρίως, ότι ο ίδιος, η  αντεναγομένη και το ανήλικο τέκνο τους έχουν την Ελληνική ιθαγένεια, ότι  «κατά το σύστημα της Ελβετίας» η δικαστική απόφαση που αναθέτει την  προσωρινή επιμέλεια του ανήλικου τέκνου στον ένα γονέα και καθορίζει  την επικοινωνία του με τον άλλο γονέα μπορεί να τροποποιείται. και να  μεταβάλλεται από τις κατά τόπους υπηρεσίες Κοινωνικής Πρόνοιας και  Προστασίας παίδων και ανηλίκων χωρίς τα εχέγγυα της δικαστικής  κρίσεως, ότι η αντεναγομένη εκμεταλλεύτηκε κατ’ επανάληψη τη  δυνατότητα αυτή, φαλκιδεύοντας ουσιαστικά το δικαίωμα της επικοινωνίας  του με το ανήλικο τέκνο του, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε διεθνή  δικαιοδοσία στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την από 19-10-1996  Σύμβαση της Χάγης, διότι αυτός κατοικούσε από το έτος 2012 στην  Ελληνική επικράτεια, όπου εξακολουθεί να κατοικεί, έχει από κοινού με τη  σύζυγό του τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους και η διεθνής  δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων έχει γίνει αποδεκτή από τους  διαδίκους, γονείς του άνω ανήλικου τέκνου, επικουρικά δε ότι τα  πρωτοβάθμιο ελληνικό δικαστήριο «είναι σε θέση να εκτιμήσει καλύτερα το  υπέρτερο συμφέρον του ανήλικου τέκνου και να ζητήσει από την αρμόδια  Ελβετική Αρχή να του επιτρέψει να ασκήσει τη διεθνή δικαιοδοσία     προκειμένου να λάβει προστατευτικά μέτρα για το τελευταίο» και  κάθε περίπτωση πρέπει να ληφθεί υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του  ανήλικου τέκνου του που επιβάλει την εκδίκαση της υποθέσεως από αυτό,  και β) ότι για τους αναφερόμενους στην ανταγωγή λόγους, είναι ο πλέον  κατάλληλος για την οριστική ανάθεση σ’ αυτόν της επιμέλειας του τέκνου  του και επικουρικά ότι σε περίπτωση απορρίψεως του ως άνω αιτήματος  του, πρέπει να ρυθμισθεί η επικοινωνία του τελευταίου μαζί του κατά τον  αναφερόμενο στην ανταγωγή του τρόπο, ζήτησε να ανατεθεί σ’ αυτόν  οριστικά η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των διαδίκων και επικουρικά να  ρυθμισθεί η επικοινωνία του τελευταίου μαζί του κατά τον αναφερόμενο  στην ανταγωγή του τρόπο. Υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανταγωγή,  εφόσον το ανήλικο τέκνο των διαδίκων εγκαταστάθηκε από το Μάρτιο του  έτους 2009 μετά των γονέων του στην Ελβετία όπου έκτοτε διαρκώς  κατοικεί – μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων με την  μητέρα του και τον προαναφερθέντα σύντροφό της και μετά τη γέννηση του  ετεροθαλούς αδελφού του και με τον τελευταίο – η συνήθης διαμονή τούτου  από τον άνω χρόνο και συνεπώς και κατά το χρόνο της ασκήσεως της  ένδικης ανταγωγής βρισκόταν στην Ελβετία με συνέπεια να μην  θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων για την  εκδίκαση της σωρευομένης στην τελευταία αγωγικής αξιώσεως για την  ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του στον αντενάγοντα και τη  ρύθμιση της επικοινωνίας του με αυτό στη θεμελιώδη δικαιοδοτική βάση  του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού που προκύπτει από τις  αντίστοιχες ρυθμίσεις τόσο του άρθρου 8 παρ.1 του Κανονισμού 2201/2003  του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και  την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και  διαφορές γονικής μέριμνας, όσο και του άρθρου 5 παρ. 1 του κεφαλαίου II  της συμβάσεως της Χάγης της 19-10-1996 για τη διεθνή δικαιοδοσία,  το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση την εκτέλεση και τη συνεργασία ως     προς τη γονική ευθύνη και τα μέτρα προστασίας των παιδιών.

Ο αντενάγων  επικαλείται, κατά κύριο λόγο, για τη θεμελίωση δικαιοδοσίας των  Ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της ως άνω σωρευθείσας στην  ένδικη ανταγωγή αξιώσεώς του, περί αναθέσεως οριστικά σ’ αυτόν της  επιμέλειας του προσώπου του ανήλικου τέκνου του και επικουρικά της  ρυθμίσεως της επικοινωνίας του με αυτό κατά τον αναγραφόμενο στο ίδιο  δικόγραφο τρόπο, τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 του άνω Κανονισμού  και 10 παρ. 1 της άνω Συμβάσεως (με τις οποίες ορίζονται οι προϋποθέσεις  της παρεκτάσεως της αρμοδιότητας των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους  της Ε.Ε και ενός συμβαλλόμενου στην άνω Σύμβαση κράτους, αντίστοιχα),  πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός του τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος,  διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων των διαδίκων και  ειδικότερα των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών δημοσίας  συνεδριάσεώς του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των από 8-6-2015  προτάσεων της αντεναγομένης,, προκύπτει ότι η τελευταία προέβαλε  παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατ’ αρχήν προφορικά,  επιγραμματικά, πριν από την έναρξη της συζητήσεως.της συνεκδικασθείσας  με την από 22-12-2014 αγωγής ανταγωγής και ακολούθως αναλυτικά με τις  άνω προτάσεις της, ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου  δικαστηρίου, δικονομική συμπεριφορά από την οποία ευχερώς συνάγεται  ότι στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως της πληρώσεως ή μη των  λοιπών τιθεμένων εκ των άνω διατάξεων προϋποθέσεων, δεν υπήρξε  ανεπιφύλακτη αποδοχή της αρμοδιότητας και συνακόλουθα της  δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από την αντεναγομένη.

Το  πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως δεν έσφαλε ως προς την  ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της     κρινομένης εφέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο  υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.  Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των  διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες  περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα  πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού, και αξιολογούνται καθαυτές,  μεταξύ τους και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά το  μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας τους, όλων ανεξαιρέτως  των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν (σε νόμιμη μετάφραση  όσα εξ αυτών έχουν συνταχθεί σε άλλη πλην της Ελληνικής γλώσσας) και  επικαλούνται (μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες από τον  εκκαλούντα 10665, 10666/6-3-2015 και 10.900/9-7-2013 ένορκες  βεβαιώσεις των  ___________  ___________,  ___________  ___________ και  ___________   ___________ αντίστοιχα ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Γεωργίας  Σ. Καμπανέλλου οι δύο πρώτες και  ___________   ___________ η τρίτη, οι οποίες  λήφθηκαν στα πλαίσια προγενεστέρων δικών μεταξύ των διαδίκων, καθώς  και οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, οι οποίες  επισκοπούνται παραδεκτά, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους),  έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρ. 529 παρ.  Ια’ Κ.Πολ.Δ), τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως  αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,  ανεξάρτητα αν αυτά (έγγραφα) πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρα 674  παρ. 2, 671 παρ. 1 εδ. α’ και 681 Β’ παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), για ορισμένα από τα  οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί  κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (Α.Π. 1001/2012  Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1628/2003 Ελλ,Δνη 2004,     723), από τις  προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα 4220 και 4221/5-6-2015 ένορκες  βεβαιώσεις των  ___________  ___________  ___________ και  ___________  ___________  αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν μετά     19  από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης ( βλ. την 8377  ΣΤ/2-6-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο  Αθηνών Κωνσταντίνου Ε. Τουρνά) και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι  προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την εφεσίβλητη α) 1677/5-6-2015  ένορκη βεβαίωση της  ___________  ___________ ενώπιον του Γενικού  Προξένου της Ελλάδος στη Ζυρίχη, διότι λήφθηκε χωρίς να

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.