fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

473/2001 ΑΠ (ΠΟΙΝ) (320556)
(ΠΟΙΝ ΛΟΓ 2001/578, ΠΟΙΝΧΡ 2002/52)

Καταδολίευση δανειστών. Τρόποι τέλεσης. Αιτιολογία σχετικής κααδικαστικής απόφασης. Οι γενόμενοι δεκτοί τρόποι τέλεσης δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Τέτοια αντίφαση υφίσταται όταν γίνεται δεκτή απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, η οποία είναι αληθής δικαιοπραξία, και η δημιουργία ψευδών δικαιοπραξιών, όπως είναι η εικονική. Χωρίς αντάλλαγμα μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων των κατηγορουμένων, τα οποία ήταν τα μοναδικά περιουσιακά τους στοιχεία. Ορθή η σχετική καταδικαστική απόφαση. Το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει εάν οι κατηγορούμενοι απέκτησαν τα μερίδια πριν ή μετά το ληξιπρόθεσμο της οφειλής τους και την όχλησή τους προς εξόφληση.

Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν κατά της υπ ‘ αριθμόν 1203α/1999 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσσης.

 

Αριθμός 473/2001
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο, Θεόδωρο Πρασουλίδη, Γεώργιο Βρέττα, Γεώργιο Κρασσά-Εισηγητή και Στυλιανό Μοσχολέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουάριου 2001, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αγγέλου Βασιλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων

1…………… , κατοίκου ……….και 2……………….. , κατοίκου ………., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Αργυρόπουλο, για αναίρεση, της 1203α/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με πολιτικώς ενάγουσα την…… Τράπεζα της Ελλάδος, νομίμως εκπροσωπουμένης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βουρνά.

Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, γιο τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Απριλίου 2000, 6 Απριλίου 2000 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 515/2000.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Κατά το άρθρο 397 παρ.1 ΠΚ, οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει εν όλω ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή το έγκλημα της καταδολίεσης δανειστών, μπορεί να τελεσθεί με τέσσερεις τρόπους, ήτοι: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική, δηλαδή αυτή που δεν γίνεται στα σοβαρά αλλά μόνον φαινομενικά (άρθρο 138 παρ.1 ΑΚ). Οι πιο πάνω τρόποι τέλεσης δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αντιφάσκουν δε μεταξύ τους η απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, η οποία είναι αληθής δικαιοπραξία και η δημιουργία ψευδών δικαιοπραξιών, όπως είναι η εικονική. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν σαυτήν δεν περιέχονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις εκτός των άλλων και τα προκύψαντα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη 1203α/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για καταδολλίευση δανειστή (άρθρο 397 παρ.1 ΠΚ). Σχετικό το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες με την αναφερομένη στην απόφαση εικονική δικαιοπραξία φέρονται ότι μεταβίβασαν χωρίς αντάλλαγμα τα αναφερόμενα σαυτήν εταιρικό τους μερίδια, που αποτελούσαν τα μοναδικά τους περιουσιακά στοιχεία και έτσι, όπως σκόπευαν, ματαίωσαν την ικανοποίηση της κατ’ αυτών απαιτήσεως της ΕΤΕ, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 397 παρ.1 ΠΚ, χωρίς να παραβιάσει αυτήν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του ως άνω πλημμελήματος το εφετείο ορθώς στηρίχθηκε, εκτός των άλλων, στην παραδοχή της εικονικής απαλλοτρίωσης των ως άνω μοναδικών περιουσιακών στοιχείων των αναιρεσειόντων, χωρίς να προσαπαιτείται να ερευνήσει περαιτέρω αν αυτά αυτοί τα απέκτησαν πριν ή μετά το ληξιπρόθεσμο της πιο πάνω κατά αυτών απαιτήσεως της ΕΤΕ και την όχληση τους προς εξόφλησή της, διότι ο χρόνος αποκτήσεως των περιουσιακών αυτών στοιχείων από τους αναιρεσείοντες στερείται νομικής σημασίας. Επομένως, ελέγχεται νόμω αβάσιμο εκ του άρθρου 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία οι αναιρεσείοντες απέκτησαν μετά το ληξιπρόθεσμο της ως άνω οφειλής τους προς την ΕΤΕ και την όχλησή τους προς εξόφλησή της και επομένως το Εφετείο που τους κήρυξε ενόχους παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 397 παρ, 1 ΠΚ Περαιτέρω από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης προκύπτει ότι η αναφερομένη σαυτά δικαιοπραξία ήταν εικονική και χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς να γενιέται περί αυτού αμφιβολία εκ του γεγονότος ότι η δικαιοπραξία αυτή στο μεν διατακτικό αναφέρεται ως εικονική, χωρίς αντάλλαγμα, στο δε σκεπτικό ως άνευ ανταλλάγματος, δοθέντος ότι και στο σκεπτικό από την περαιτέρω ιστόρηση των συνεπειών της δικαιοπραξίας αυτής και των άλλων περιστατικών συνάγεται ότι αυτή ήταν εικονική, χωρίς αντάλλαγμα.

 

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει τις από 5/4/2000 και 6/4/2000 δύο αιτήσεις των …. , αντίστοιχα, για αναίρεση της 1203α/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ορίζει σε εβδομήντα χιλιάδες (70.000) για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης που ορίζει σε εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουάριου 2001.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2001.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία