ΑΡΙΘΜΟΣ 2767/2006
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 5ο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Πρόεδρο Εφετών, Σταυρούλα Δημητρίου, Γεώργιο Βλαχόπουλο – Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα Μαρία Παπαντωνίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουάριου 2006, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Αναγνωρισμένου Σωματείου με την επωνυμία «_________  », που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού _________  και εκπροσωπείται νόμιμα. που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: _________  _________  του _________  , κατοίκου Περιστεριού Αττικής, επί της
οδού _________  , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Δημητρίου -Κουβανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η αιτούσα-προσφεύγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την από 22 Ιουνίου 2004 αίτηση-προσφυγή της. προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 90868/4988/2004, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την 1701/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχτηκε την αίτηση-προσφυγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε το καθ’ ου η αίτηση- προσφυγή και ήδη εκκαλούν, με την από 1 Απριλίου 2005 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 2951/4-4-2005, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 18η-10-2005 και μετ’ αναβολή αυτής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παρέστησαν στο ακροατήριο με δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του  ΚΠολΔ.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 1-4-2005 έφεση του καθ’ ού η αίτηση – προσφυγή κατά της με αριθμ. 1701/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει ασκηθεί κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, αφού από τα έγγραφα που προσκομίζονται προκύπτει ότι αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 23-3-2005 (βλ. τη με αριθμ. 24/23-3-2005 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παρασκευής Μποβιάτση) και το πρωτότυπο του δικογράφου της έφεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 4-4-2005, δηλαδή μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ. Με βάση αυτά η έφεση, που φέρεται παραδεκτά για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνεται παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 741, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την με αριθμ. καταθ. 4988/2004 αίτηση – προσφυγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αιτούσα – προσφεύγουσα εξέθετε ότι, συγκεντρώνοντας όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούσε ο νόμος και το καταστατικό του καθ’ ού η αίτηση — προσφυγή, που αποτελεί επαγγελματική) ένωση, με την αριθμ. πρωτ. 2740/11-5-2004 αίτησή της προς αυτό ζήτησε να εγγραφεί μέλος αυτού (εφημεριδοπώλης), ενώ συγχρόνως με τη με αριθμ. πρωτ. 2739/11-5-2004 αίτησή του προς αυτό ο πατέρας της, που ήταν ήδη μέλος αυτού, δήλωσε ότι παραχωρεί σ’ αυτήν τμήμα της εργασίας του, πλην όμως το καθ’ ου παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά μέσα στην νόμιμη προθεσμία των τριάντα ημερών, με αποτέλεσμα η παράλειψη αυτή να θεωρείται ως σιωπηρή απόρριψη της αίτησης της, ζήτησε δε να υποχρεωθεί το καθ’ ού η αίτηση – προσφυγή να εγγράψει αυτήν ως μέλος αυτού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αριθμό 1701/2005 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε τις ενστάσεις του καθ’ ού, δέθηκε την αίτηση – προσφυγή, αναγνώρισε το δικαίωμα αυτής να εγγραφεί ως μέλος καθ’ ού και καταδίκασε αυτό στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση το καθ’ ού και ήδη εκκαλούν για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση αυτής, ώστε να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστεί η εφεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτού και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Από τα άρθρα 80 παρ. 2 και 86 ΑΚ, που ορίζουν ότι το καταστατικό σωματείου για να είναι έγκυρο πρέπει να καθορίζει, εκτός άλλων, και τους όρους εισόδου των νέων μελών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και ότι, αν το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, η είσοδος νέων μελών επιτρέπεται 7ίάντοτε, προκύπτει, κατ’ αρχήν, ότι η προσχώρηση σε σωματείο για την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους αποτελεί δικαίωμα του σωματείου, το οποίο (δικαίωμα) /το οποίο! | αποτελεί εκδήλωση της συνταγματικώς κατοχυρωμένης σωματειακής αυτονομίας. Ανήκει επομένως στην απόλυτη και ανέλεγκτη εξουσία του αρμόδιου οργάνου του σωματείου να δεχθεί ως μέλη του όσους ενδιαφέρονται για τον σκοπό αυτό, έστω και αν οι ενδιαφερόμενοι συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους τις προϋποθέσεις που καθορίζει το καταστατικό για την παραδοχή των νέων μελών. Κατ’ εξαίρεση θεμελιώνεται υποκειμενικό δικαίωμα των τρίτων (και συνεπώς αντίστοιχη υποχρέωση του σωματείου) να καταστούν μέλη του σωματείου στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται είτε με διάταξη του νόμου είτε με τέτοια του καταστατικού ή που το σωματείο, de iure ή de facto, κατέχει μονοπωλιακή θέση σε ταμεία ή κλάδο προς τον οποίο συναρτώνται ζωτικά συμφέροντα του υποψήφιου μέλους, λ.χ. επαγγελματικά ή οικονομικά, τα οποία θα προσβάλλονταν αδικαιολόγητα και ανεπιεικώς σε περίπτωση αρνήσεως του σωματείου να το αποδεχθεί στις τάξεις του, ιδιαίτερα μάλιστα αν προηγουμένως είχε αποδεχθεί αναλόγως αιτήσεις άλλων, διότι κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ) και στα χρηστά ήθη. Ιδιαίτερα δε για τις επαγγελματικές ή συνδικαλιστικές οργανώσεις, η άρνηση αυτή του σωματείου θα προσέκρουε στο νόμο (βλ. Κρητικός, Δίκαιο Σωματείων, σελ. 145 επ. , Γεωργιάδη -Σταθόπουλο Αστ. Κώδικας, άρθρο 86, ΕφΑΘ 7623/2003 Ελλ. Δ/νη 45, 902, ΕφΑΘ 1572/1990 Ελλ. Δ/νη 32 (1991) σελ. 583 επ. , ΕφΑΘ 4079/1985 Ελλ. Δ/νη 26, 1344, ΕφΑΘ 1057/1981 Αρμ. 35, 753, ΕφΑΘ 7268/1980 ΝοΒ 29, 120). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 1712/1987, «εκσυγχρονισμός.επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις», όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 2081/1992, προκύπτει ότι επαγγελματικές οργανώσεις έχουν σκοπό την διαφύλαξη, τη μελέτη και την προαγωγή των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του, στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του κοινωνικού συνόλου. Δηλαδή, ως επαγγελματικές οργανώσεις του νόμου αυτού θεωρούνται οι εργοδοτικές οργανώσεις, στις οποίες όμως μπορούν να συμμετέχουν οι αυτοαπασχολούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι, βιοτέχνες, οι οποίοι δεν είναι εργοδότες. Οι επαγγελματικές δε αυτές οργανώσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 εδ. α’ του ως άνω νόμου (1712/1987), είναι σωματεία που διέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ΑΚ και του ΕισΝΑΚ. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του παραπάνω νόμου, προκύπτει ότι η Πρωτοβάθμια Επαγγελματική Οργάνωση (ένωση), έχει ως μέλη αποκλειστικά και μόνο φυσικά πρόσωπα, που ανήκουν σε μία από τις καθοριζόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 κατηγορίες, σύμφωνα δε με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. 1 και 2 του Ν. 1712/1987, όπως τα εδάφια αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2081/1992, η αίτηση για την εγγραφή μέλους σε ένωση, ομοσπονδία, ή συνομοσπονδία υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο της αντίστοιχης επαγγελματικής οργανώσεως, εισάγεται προς συζήτηση στην πρώτη συνεδρίαση αυτού και γίνεται δεκτή, αν το υποψήφιο μέλος συγκεντρώνει τους όρους του άρθρου 2 του ιδίου νόμου. Αν η αίτηση απορριφθεί ή παρέλθουν τριάντα ημέρες, χωρίς το διοικητικό συμβούλιο να αποφασίσει, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο, μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης ή από την παρέλευση της πιο πάνω προθεσμίας των τριάντα ημερών. Από τη διατύπωση αυτών των διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι από το νόμο ορίζεται ως καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την προσφυγή (αγωγή) του αιτούντος σε περίπτωση ρητής ή σιωπηρής απόρριψης της αίτησής του, το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά την εκούσια δικαιοδοσία με βάση την πρόβλεψη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. 3 του Ν. 1712/1987. Επίσης από τις διατάξεις αυτές τίθεται αποσβεστική προθεσμία ενός μηνός για την άσκηση της σχετικής αγωγής του αιτούντος. Αυτή αρχίζει, επί ρητής αρνήσεως του διοικητικού συμβουλίου εκφρασθείσας δια εκδόσεως αποφάσεως από την κοινοποίηση σε αυτόν της απορριπτικής αυτής απόφασης. Επί σιωπηρής δε απόρριψης, που τεκμαίρεται μετά την εκπνοή των τριάντα ημερών από την υποβολή της αιτήσεώς του, η ως άνω αποσβεστική προθεσμία του ενός μηνός αρχίζει κατά το ίδιο εδάφιο 2 του ανωτέρω άρθρου, από την επομένη της άπρακτης παρέλευσης της τριακονθήμερης προθεσμίας. Το ίδιο δικαίωμα καθιερώνεται και από το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1264/1982 «περί συνδικαλιστικών οργανώσεων», ο οποίος κατοχυρώνει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί), και ρυθμίζει την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεών τους, ενώ κατά την παρ. 6 του ιδίου άρθρου (όπως αυτή τροποποιήθηκε από το άρθρο 8 του Ν. 2145/1993 και 17 ΚΠοΛΔ), αν το αρμόδιο όργανο αρνηθεί την εγγραφή, ο αϊτών έχει δικαίωμα προσφυγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την διαδικασία των άρθρων 663 και επ. του ΚΠολΔ. Για την εφαρμογή συνεπώς του νόμου για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ή τα επαγγελματικά σωματεία κρίσιμη είναι η ιδιότητα του εργαζομένου, ο οποίος αιτείται την εγγραφή του στο σωματείο. Αν αυτός απασχολείται ως εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εφαρμογή έχει ο Ν. 1264/1982, ενώ αν απασχολείται ως αυτοαπασχολούμενος ελεύθερος επαγγελματίας, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 1712/1987 (ΕΑ 7623/2003 ΕλΔνη 45.902).

Το εκκαλούν σωματείο με την επωνυμία «_________  » έχει αναγνωριστεί με τη με αρ. 2227/1920 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δε καταστατικό αυτού τροποποιήθηκε με την από 2.6.1989 απόφαση της γενικής συνέλευσης αυτού, η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθ. 3113/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στο καταστατικό αυτού περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων και οι ακόλουθες διατάξεις : Άρθρο 2 «Σκοποί του σωματείου είναι α)…, β) η προστασία, προαγωγή και διασφάλιση των οικονομικών, επαγγελματικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των μελών του…, γ) η σταθερή μέριμνα για την εξύψωση και βελτίωση του επαγγελματικού επιπέδου των μελών του», Άρθρο 4 «1) τακτικά μέλη του σωματείου μπορούν να γίνουν όσοι απασχολούνται αποκλειστικά, κυρίως και κατ’ επάγγελμα με την πώληση εφημερίδων και περιοδικών στην περιοχή της πόλεως των Αθηνών και των γύρω αυτής Δήμων και Προαστίων, που είναι εφοδιασμένοι με την άδεια ασκήσεως τον επαγγέλματος του εφημεριδοπώλη, την οποία προβλέπουν ο Α.Ν. 1093/38, ο Ν. 379/43 και το Ν.Δ. 2943/54 και αφού συμπληρώσουν ένα τουλάχιστον χρόνο δοκιμαστικής υπηρεσίας σαν έκτακτοι εφημεριδοπώλες. Για τον χαρακτηρισμό της απασχόλησης κυρίως και κατ’ επάγγελμα πρέπει : α) να εργάζεται τακτικά και αυτοπροσώπως όλες τις εργάσιμες ώρες και ημέρες, β) να πουλάει όλες τις εφημερίδες και τα περιοδικά, καθώς και τα λοιπά έντυπα που εκδίδονται και κυκλοφορούν διαμέσου των Πρακτορείων Εφημερίδων, γ) να παραλαμβάνει τις εφημερίδες και τα περιοδικά και τα λοιπά έντυπα και να επιστρέφει τακτικά τα φύλλα που δεν διατέθηκαν στα καθορισμένα μέρη. 2) έκτακτα μέλη μπορούν να γίνουν όσοι προσλαμβάνονται από τη Διοίκηση του Σωματείου : α) για να αναπληρώσουν τα τακτικά μέλη που εξέρχονται για οποιαδήποτε αιτία από το επάγγελμα ή που έχουν κώλυμα να εργαστούν προσωρινά, β) για να καλυφθούν κυκλοφοριακές ανάγκες του Τύπου. 3) Για να εγγραφεί κανείς τακτικό ή έκτακτο μέλος του Σωματείου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις :α) να είναι Έλληνας πολίτης ή Έλληνας το γένος και να μην έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα, β) να έχει ηλικία όχι μικρότερη από τα 16 χρόνια ούτε μεγαλύτερη από τα 40 χρόνια, γ) να μην έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για τα εγκλήματα που αναφέρονται σ’ αυτό, δ) να είναι απόλυτα υγιής και ε) να δηλώσει έγγραφα ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα τις διατάξεις του καταστατικού και τις νόμιμες αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων». Από το περιεχόμενο των εν λόγω διατάξεων του καταστατικού του εκκαλούντος σωματείου, προκύπτει ότι τούτο είναι επαγγελματικό σωματείο και τυγχάνουν εφαρμογής σ’ αυτό οι διατάξεις του Ν. 1712/1987, δεδομένου ότι τα μέλη του είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, δηλαδή δεν τελούν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η ένδικη αίτηση συνεπώς παραδεκτά εισήχθηκε και δικάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον τούτο είχε υλική αρμοδιότητα να δικάσει αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 εδ. α’ και β’ και 4 παρ. 1 του Ν. 1712/1987, όπως αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 8, 9 και 11 του Ν. 2081/1992, ο οποίος εφαρμόζεται λόγω της ιδιότητας της εφεσίβλητης ως ελεύθερης επαγγελματία, χωρίς σχέση εξαρτημένης εργασίας (ΕΑ 7623/2003).  Με βάση αυτά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αφενός μεν ότι είναι καθ’ ύλην αρμόδιο και η υπόθεση εκδικάζεται με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφετέρου δε ότι το εκκαλούν σωματείο υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 1712/1987^δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επομένως πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της έφεσης^ με τους οποίους παραπονείται το εκκαλούν ότι καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επικουρικά το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δικάζει όμως κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) (πρώτος λόγος) και ότι αυτό (εκκαλούν) υπάγεται στις διατάξεις του ν. 1264/1982 “περί συνδικαλιστικών σωματείων’’ (δεύτερος λόγος).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδάφ. Α’ του Ν.Δ. 2943/1954, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 937/1979 και 18 του Ν. 2747/1999, δικαίωμα πώλησης εφημερίδων και περιοδικών προς το κοινό έχουν και εφημεριδοπώλες που είναι ασφαλισμένοι στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς κατά τους όρους των κείμενων διατάξεων, έχουν τη διακίνηση των εφημερίδων και περιοδικών ως αποκλειστικό επάγγελμα τους και απασχολούνται σε όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες προσωπικά στην πώληση, παραλαβή και παράδοση των εντύπων. Το δικαίωμα αυτό των εφημεριδοπωλών εκτείνεται αποκλειστικά στην περιφέρεια που καθορίζεται και γνωστοποιείται από την οικεία Ένωση Εφημεριδοπωλών κατά τις διατάξεις του παρόντος, ενώ κατά το εδαφ. β’ του άρθρου αυτού, η οικεία οργάνωση εφημεριδοπωλών υποχρεούται να γνωστοποιεί εγγράφως κατ’ έτος προς την οικεία _________ και τα πρακτορεία Τύπου, το ονοματεπώνυμο και την κατοικία εκάστου εφημεριδοπώλη, ως και την περιφέρεια στην οποία ασκεί αυτός το επάγγελμα του. Με τον τρίτο και έκτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν σωματείο ισχυρίζεται ότι η αίτηση – προσφυγή είναι αόριστη γιατί δεν αναφέρεται σε αυτήν ποιο συγκεκριμένο γεωγραφικά τμήμα της εργασίας του παραχώρησε ο πατέρας της εφεσίβλητης σ’ αυτήν για να εργαστεί αυτή ως εφημεριδοπώλης, ούτε το ποσοστό του τμήματος αυτού στην συνολική περιοχή Περιστεριού Αττικής (Μπουρνάζι), ενόψει του ότι κανένας εφημεριδοπώλης δεν μπορεί να εγγραφεί σ’ αυτό αν δεν έχει συγκεκριμένο τμήμα περιοχής για να εργαστεί και του ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εγγραφή νέου μέλους σ’ αυτό είναι η παραχώρηση στο υποψήφιο μέλος συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν από κανέναν νόμο από αυτούς που διέπουν την άσκηση του επαγγέλματος των εφημεριδοπωλών δεν προκύπτει ότι με την εγγραφή προσώπου ως μέλους του Σωματείου απαραίτητη είναι η παραχώρηση του τόπου, όπου αυτός θα ασκεί το επάγγελμά του, πολύ δε περισσότερο από πουθενά δεν προκύπτει ότι ο τόπος όπου θα ασκεί κάποιο μέλος το επάγγελμά του καθορίζεται από άλλο μέλος του ιδίου Σωματείου, απερχόμενο ή μη. Αλλά ούτε από το καταστατικό του εκκαλούντος σωματείου, το οποίο προαποδεικτικά προσκομίζεται, προκύπτει τέτοια προϋπόθεση. Αντιθέτως από τα άρθρα 6 περ. γ’ και 9 του καταστατικού του σωματείου, προκύπτει ότι: «τα τακτικά και έκτακτα μέλη του Σωματείου υποχρεούνται να παραλαμβάνουν έγκαιρα και κανονικά και να πουλάνε προσωπικά όλες τις εφημερίδες και τα περιοδικά που κυκλοφορούν δια μέσου των Πρακτορείων Εφημερίδων, χωρίς κανένα επηρεασμό και αποκλειστικά και μόνο στην περιοχή, που έχει για τον καθένα καθορίσει η Διοίκηση του Σωματείου» και «Οι περιοχές μέσα στις οποίες ασκεί κάθε μέλος το επάγγελμά του, διαλαλεί και διανέμει τις εφημερίδες και τα περιοδικά καθαρίζονται με απόφαση του Δ.Σ. του σωματείου…». Συνεπώς προκύπτει σαφώς και από τους νόμους και από το καταστατικό του σωματείου ότι ο τόπος άσκησης του επαγγέλματος κάθε μέλους του σωματείου καθορίζεται από το ίδιο το Σωματείο με απόφαση του Δ.Σ. ή του νόμιμου οργάνου της, της Επιτροπής Διαδοχής και η διαδικασία τοποθέτησης του γίνεται αφού πρώτα αυτό εγγραφεί ως μέλος του σωματείου, δηλαδή μετά την ένταξη του μέλους σ’ αυτό και συνεπώς δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση εγγραφής του υποψήφιου μέλους ο εξ αρχής καθορισμός της περιοχής όπου αυτό θα ασκεί τα καθήκοντά του (ΕΑ 7623/2003 ο.π.) . Επομένως η μη αναφορά στην αίτηση – προσφυγή των πιο πάνω στοιχείων που αναφέρει το εκκαλούν δεν καθιστούν αυτήν αόριστη και συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθούν ο τρίτος και ο έκτος λόγος της έφεσης ως αβάσιμοι.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης και εκτιμώνται σύμφωνα με το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από αυτούς και τα έγγραφα που επικαλούνται ΚΑΙ προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, εκτιμώμενα ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή πρόσφορα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εφεσίβλητη, όπως προκύπτει από το με αριθμό Σ. 152508/6-3-1996 δελτίο αστυνομική ταυτότητας, το με αριθμό 398/10-1-2005 αντίγραφο ποινικού μητρώου για γενική χρήση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και την από 15.10.2004 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού παθολόγου Αναστασίου Βλάσση, είναι ‘Ελληνας πολίτης, δεν έχει στερηθεί τα πολιτικά της δικαιώματα, το 2004 ήταν 35 ετών, έχει λευκό ποινικό μητρώο και είναι απόλυτα υγιής. Αυτή εργάζεται από το έτος 1988 μαζί με τον πατέρα της _________   _________  , ο οποίος είναι τακτικό μέλος του εκκαλούντος σωματείου και κατέχει ποσοστό (τμήμα) 6% στη συνολική περιοχή Περιστεριού Αττικής (Μπουρνάζι), παραλαμβάνοντας και διαθέτοντας (πωλώντας) σε καθημερινή βάση τις εφημερίδες, τα περιοδικά και τα λοιπά έντυπα που κυκλοφορούσαν δια μέσου των πρακτορείων διανομής τύπου, παραλαμβάνοντας προς επιστροφή τακτικά τα φύλλα που δεν διατέθηκαν και εισπράττοντας τις πληρωμές. Παρόλα αυτά δεν μπορεί να αποκτήσει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος εφημεριδοπώλη καθώς προαπαιτούμενο της λήψης αυτής είναι η εγγραφή αυτής στο εκκαλούν σωματείο και η έκδοση σχετικού δελτίου ταυτότητας από αυτό, το οποίο θεωρείται από τον Υπουργό Τύπου και ΜΜΕ. Σημειώνεται ότι η εφεσίβλητη σπούδασε ναυπηγός στα ΤΕΙ Αθηνών και πήρε το πτυχίο της το έτος 1992, πλην όμως αυτή δεν άσκησε το επάγγελμα αυτό, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα _________  _________  που εξετάστηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, ο οποίος αναφέρει «…Σπούδασε ναυπηγός, δεν γνωρίζω αν εργάζεται ως ναυπηγός…», ενώ το ότι στο μέρος όπου γίνονταν συσκέψεις στο Περιστέρι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε δει την εφεσίβλητη δεν σημαίνει ότι αυτή δεν εργαζόταν ως εφημεριδοπώλης και επομένως δεν αποδεικνύεται ότι, επειδή αυτή σπούδασε ναυπηγός, δεν ασκεί, ούτε προτίθεται ν’ ασκήσει το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη και ότι ασκεί το επάγγελμα του ναυπηγού, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον τέταρτο και τον έβδομο λόγο της έφεσης. Η εφεσίβλητη στις 11.5.2004 κατέθεσε προς το εκκαλούν σωματείο που κατέχει μονοπωλιακή θέση στον κλάδο αυτό, τη με αρ. πρωτ. 2740 αίτησή της, ζητώντας να εγγραφεί μέλος αυτού, δηλώνοντας ότι εργάζεται ανελλιπώς από το έτος 1988 και αποδεχόμενη τις διατάξεις του καταστατικού του εκκαλούντος και τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν την εργασία στο επάγγελμα του εφημεριδοπώλη, συγχρόνως δε ο πατέρας αυτής κατέθεσε προς το εκκαλούν σωματείο τη με αρ. πρωτ. 2739/11.5.2004 δήλωση με την οποία παραχωρούσε σ’ αυτήν ποσοστό της εργασίας του στην πιο πάνω περιοχή, το οποίο ανερχόταν σε 50%. Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 1712/1987, έπρεπε να υποβληθεί στο Δ.Σ. του εκκαλούντος και να εισαχθεί προς συζήτηση στην πρώτη συνεδρίαση αυτού, το οποίο σημειώτεον, κατά το άρθρο 15 του καταστατικού του εκκαλούντος σωματείου, συνεδριάζει τακτικά, ύστερα από πρόσκληση, δύο φορές το μήνα, πλην όμως το Δ.Σ. δεν αποφάσισε, αρνητικά ή θετικά, μέσα στον προκαθορισμένο χρόνο των τριάντα ημερών, δηλαδή μέχρι τις 10.6.2004, αλλά, όπως προκύπτει από το αποσπάσμα του με αριθ. 70 πρακτικού συνεδριάσεων του Δ.Σ. της 18.5.2004, ανέβαλε αόριστα το θέμα εξέτασης της αίτησης της εφεσίβλητης χωρίς ν’ αναφέρεται κάποιος λόγος που να αφορά τη μη συνδρομή ή συμπλήρωση των προϋποθέσεων εγγραφής αυτής, με αποτέλεσμα να παρέλθει άπρακτη η προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία των τριάντα ημερών. Έτσι η εφεσίβλητη, στο πρόσωπο της οποίας υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος και το καταστατικό του εκκαλούντος, ακολουθώντας τις υποδείξεις του νομικού συμβούλου της, άσκησε την αίτηση – προσφυγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του πιο πάνω δικαστηρίου στις 25.6.2004, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την παρέλευση της πιο πάνω προθεσμίας των τριάντα ημερών, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 1712/1987. Σημειωτέον ότι η αίτηση της εφεσίβλητης κρίθηκε κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. του εκκαλούντος της 20.7.2004, οπότε απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία, με το σκεπτικό ότι, καίτοι αυτή ενημερώθηκε ότι με απόφαση της Γ.Σ. κάθε αίτηση εγγραφής κρίνεται από το Δ.Σ. εντός τριμήνου από την ημερομηνία υποβολής της, η εφεσίβλητη στις 25.6.2004, δηλαδή πριν παρέλθει το τρίμηνο, κατέθεσε προσφυγή κατά του εκκαλούντος, ζητώντας να διαταχθεί η εγγραφή της πριν αυτό κρίνει την αίτηση εγγραφής της, δείχνοντας έτσι ότι δεν σέβεται την απόφαση της Γ.Σ. , η απόφαση δε αυτή του Δ.Σ. επικυρώθηκε με απόφαση της Γ.Σ. της 1.10.2004. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος (πέμπτος λόγος) ότι ο πατέρας της εφεσίβλητης «έχει προκαλέσει επανειλλημένα σοβαρά προβλήματα κατά την διανομή και κυκλοφορία του τύπου εις την περιοχή του όσον αφορά την ηλεκτρονική μηχανοργάνωση κατά την διανομή του τύπου που καθιερώθηκε υπό των 2 πρακτορείων διανομής τύπου, πρέπει να σημειωθεί ότι προτείνεται αλυσιτελώς, αφού το γεγονός αυτό, για το οποίο αυτός τιμωρήθηκε με τρίμηνη στέρηση του δικαιώματος να εφοδιάζει τα σημεία πώληση της περιοχής του με Τύπο, δεν αφορά το πρόσωπο της αιτούσας (εφεσίβλητης), η οποία συγκέντρωνε όλες τις απαιτούμενες από το νόμο και το καταστατικό προϋποθέσεις για την εγγραφή της ως μέλος του εκκαλούντος σωματείου και επομένως δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο την εγγραφή αυτή και κρίνονται αβάσιμα τα αναφερόμενα από το εκκαλούν ότι «εξαιτίας των προβλημάτων αυτών δεν είναι δυνατόν να εγγραφεί ως μέλος του σωματείου μας η εφεσίβλητος και να ασκήσει το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη στην άνω περιοχή». Συνακόλουθα των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, κρίνεται και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος mu περιέχεται και στον τέταρτο λόγο της έφεσης, «ότι καταχρηστικώς ασκήθηκε η ως άνω αίτηση- προσφυγή, δεδομένου ότι η αντίδικος – εφεσίβλητος, τυγχάνουσα ΝΑΥΠΗΓΟΣ στο επάγγελμα, από δεκαετίας και πλέον, δεν ασκεί, ούτε προτίθεται να ασκήσει το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη» που ορθά δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι αποτελεί άρνηση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση – προσφυγή της εφεσίβλητης και διέταξε την εγγραφή αυτής ως μέλος του εκκαλούντος σωματείο, δεν έσφαλλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως πρέπει ν’ απορριφθούν οι σχετικοί τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγος της κρινομένης έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμοι και συνακόλουθα πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινομένη έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού της εφεσίβλητης, που προκλήθηκαν από την άσκηση και την εκδίκαση της έφεσης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος που την άσκησε, αφού η έφεση απορρίφθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2, 741 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει στην ουσία της την έφεση κατά της με αρι3^, 1701/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος σωματείου τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας της εφεσίβλητης, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2006 και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 18 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

 

 

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.