fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Συνεκδικάζονται 3 εφέσεις: 1)Ασφαλιστικής, ως κυρίως εναγομένης σε αγωγή συζύγου-τέκνων θανόντος (οι οποίοι παραιτήθηκαν νομοτύπως από πρώτη αγωγή, που ήταν μαζί με τους άλλους συγγενείς και άσκησαν μόνοι τους δεύτερη αγωγή, στην οποία συμπεριλήφθηκε και ανήλικο τέκνο θανόντος) και ως παρεμπιπτόντως εναγομένης. Απαράδεκτη για δεύτερη και τρίτο εφεσιβλήτους (σύζυγο και τέκνα θανόντος), λόγω μη κλητεύσεώς τους, δεκτή ως προς τρίτο εφεσίβλητο- παρεμπιπτόντως ενάγοντα. 2) Κυρίως εναγόντων-αδερφών θανόντος. Απορρίπτει, ως απαράδεκτη για πρώτη εφεσίβλητη( ασφαλιστική), μη διάδικο αυτών πρωτοδίκως και ως ουσία αβάσιμη για δεύτερο εφεσίβλητο. 3J Οδηγού ζημιογόνου αυτοκινήτου, ως κυρίως εναγομένου και αντιστοίχως παρεμπιπτόντως ενάγοντος. Απαράδεκτη η συζήτηση για α’ και β’ εφεσιβλήτων λόγω μη κλήτευσης. Δεκτή, ως προς λοιπούς εφεσιβλήτους. Εξαφανίζει εκκαλουμένη μόνο ως προς κύρια αγωγή αδερφών και μόνο ως προς παρεμπίπτουσα αυτής της αγωγής. Δεκτή εν μέρει αγωγή (μεγαλύτερο ποσοστό συν/τας θανόντος, μικρότερες χρ. ικανοπ. για ψυχικές οδύνες).

 

Αριθμός 4155/2013
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

12ο ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αρετή Παπαδιά, Πρόεδρο Εφετών, Εμμανουήλ Καλεντάκη, Μαρία Βάρκα – Εισηγήτρια, Εφέτες και τον Γραμματέα Κωνσταντίνο Φλώρο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α’ ΕΦΕΣΗ (αρ.πιν 12)

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΗΣ-ΕΚΚΑΛΟΥΣΗΣ: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «_______   ΑΕ», ήδη «_______  Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία», μετά από συγχώνευση των εταιρειών «_______  » και «_______  » , με την υπ’ αριθμ. Κ3- 6194-29-6-2007 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Κυριακής Κοντοέ, με δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) _______  _______  του _______, κατοίκου Ελευσίνας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αντωνίου Φούσα και 3) _______  _______  ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της

_______  _______  , κατοίκου Ελευσίνας και 3) _______  _______  , κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Β’ ΕΦΕΣΗ (αρ.πιν 13)

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Ευτυχίας _______  , το γένος _______  _______  , κατοίκου _______  Καρδίτσας και 2) _______  _______  του _______  , κατοίκου Ελευσίνας, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη, με δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) _______ _______  του _______, κατοίκου Ελευσίνας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αντωνίου Φούσα και 2) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «_______   ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Κυριακής Κοντοέ, με δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Γ’ ΕΦΕΣΗ (αρ.πιν 28)

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: _______   _______  του _______, κατοίκου Ελευσίνας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αντωνίου Φούσα.

ΤΩΝ ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1)Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «_______   ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Κυριακής Κοντοέ, με δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) _______  _______  ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της _______  _______  , κατοίκου Αθηνών, 3) _______  _______  , κατοίκου ομοίως, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) _______  _______  , το γένος _______  _______  , κατοίκου _______  Καρδίτσας και 5) _______  _______  του _______  , κατοίκου Ελευσίνας, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη, με δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επί των: α) από 30-1-2006 με αριθμό καταθέσεως 847/2006 κύριας αγωγής των εναγόντων _______  _______  κλπ κατά _______   _______  , β) από 16-2-2006 με αριθμό καταθέσεως 1646/2006 κύριας αγωγής των εναγόντων _______  _______  κλπ κατά του _______  _______  και της ανώνυμης ασφαλιστικής «_______  », γ) από 1-3-2006 προσεπίκλησης-παρεμπίπτουσας αγωγής με αριθμό καταθέσεως 2038/2006 του παρεμπιπτόντως ενάγοντος _______  _______  και δ) από 17-4-2006 προσεπίκλησης-παρεμπίπτουσας αγωγής με αριθμό καταθέσεως 3751/2006 του παρεμπιπτόντως ενάγοντος _______  _______  , που συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 4911/2006 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ’ ουσία οι κύριες αγωγές και δεκτές εν όλω οι παρεμπίπτουσες αγωγές, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό και διατακτικό της. Την οριστική απόφαση αυτή προσέβαλαν οι διάδικοι και συγκεκριμένα: α) η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία ως β’ εναγομένη της από 16-2-2006 κύριας αγωγής και ως παρεμπιπτόντως εναγομένη των ως άνω παρεμπιπτουσών αγωγών, αντιστοίχως, με την από 12-7-2007 και με αριθμό καταθ. 6286/2007 έφεσή της (αρ. πιν. 12), β) η _______  _______   κλπ ως κυρίως ενάγουσα της από 30-1-2006 αγωγής με την από 4-4-2007 και με αριθμό καταθέσεως 3188/2007 έφεσή της (απ. πιν. 13) και γ) ο _______  _______   ως κυρίως εναγόμενος των ως άνω δύο αγωγών και ως παρεμπιπτόντως ενάγων, αντίστοιχα με την από 23-7-2007 με αριθμό καταθ. 6650/2007 έφεσή του (αρ.πιν. 28). Οι ως άνω εφέσεις έχουν εγγράφει στο πινάκιο και προσδιορίστηκαν προς συζήτηση αρχικά για την δικάσιμο της 22-11- 2007 και μετά από συνεχείς αναβολές κατά τις δικασίμους της 21- 12-2007, της 27-3-2008, 16-5-2008, 6-11-2008 και 14-5-2009 οπότε ματαιώθηκαν, επαναφέρθηκαν με την από 2674/29-6-2009, κλήση των εκκαλούντων της β’ κατά σειρά πινακίου εφέσεως, για την 13-5-2010, οπότε αναβλήθηκαν για 17-2-2011 και πάλι για την 19-1-2012, οπότε ματαιώθηκαν και επαναφέρθηκαν εκ νέου για συζήτηση με την 250/11-10-2012 κλήση της πρώτης κατά σειρά εφέσεων εκκαλούσης για την 11-10-2012, οπότε αναβλήθηκαν για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εκκαλούσης της με αρ.πιν.12 εφέσεως, των εκκαλούντων της με αριθμ. πιν. 13 εφέσεως, της β’ εφεσιβλήτου της ίδιας ως άνω εφέσεως και των β’, δ’και ε’των εφεσιβλήτων της με αρ. πιν. 28 εφέσεως, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο, με δηλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου εφεσιβλήτου στην με αρ. πιν. 12 και 13 έφεση και εκκαλούντος στην με αρ. πιν. 28 έφεση, παραστάθηκε στο ακροατήριο και αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε, ενώ τέλος οι λοιποί διάδικοι (β’και γ’ εφεσίβλητοι στις 12 και 28 εφέσεις, αντίστοιχα) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εισήχθησαν προς συζήτηση οι εξής αγωγές : Α) Η από 30-1-2006 με αριθμό καταθέσεως 847/2006 κύρια αγωγή των εναγόντων _______  χας _______  _______  , _______  _______  του _______  (οι οποίοι όμως νομοτύπως παραιτήθηκαν πρωτοδίκως από το δικόγραφο της αγωγής αυτής), _______  _______  , _______  _______  , _______  _______  , _______  συζ. _______  , _______  _______  , _______  _______  του _______, _______  _______  και _______  _______  κατά του εναγομένου _______  _______  . Οι ως άνω ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι στις 10-3-2003, στην οδό _______  στην Ελευσίνα, από αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας _______  ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, προκλήθηκε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του _______  _______  , ο οποίος ήταν πεζός. Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν, όπως παραδεκτώς, οι μεν δύο πρώτοι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής τους, οι δε λοιποί περιόρισαν κατά ένα μέρος το συνολικό αίτημά τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (αρθ. 223 και 295 παρ. 1 του ΚΠολΔ, βλ. ΟλΑΠ 30/2008 ΝΟΜΟΣ),να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική τους οδύνη : α) στους τρίτη και πέμπτο ενάγοντες (αδέρφια του θανόντος) το ποσό των 25.000 ευρώ, επιπλέον δε στον πέμπτο το ποσό των 1.640 για έξοδα κηδείας του θανόντος και ν’ αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος τους οφείλει το ποσό των 275.000 ευρώ στον καθένα, β) στους τέταρτο και έκτη ενάγοντες (γαμβρό και νύφη του θανόντος-συζύγους αδερφών αυτού) το ποσό των 150.000 ευρώ στον καθένα, περιοριζόμενο κατά το ποσό των 145.000 ευρώ σε αναγνωριστικό, γ) τέλος στους λοιπούς ενάγοντες (έβδομο έως και δέκατο) ανήψια του θανόντος, το ποσό των 200.000 ευρώ, περιοριζόμενο κατά το ποσό των 190.000 σε αναγνωριστικό, με το νόμιμο τόκο τα ως άνω ποσά από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Β) Η από 16-2-2006 με αριθμό καταθέσεως 1646/2006 κύρια αγωγή των εναγόντων _______  _______  ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της _______  _______  του _______  και _______  _______  κατά των _______  _______  και της ανώνυμης ασφαλιστικής «_______  » με την οποία οι ενάγοντες, παραιτούμενοι νομότυπα από το δικόγραφο της ως άνω προγενεστέρας αγωγής τους, αναφερόμενοι στο ίδιο τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίσθηκε θανάσιμα ο σύζυγος της πρώτης από αυτούς και πατέρας των λοιπών (εκ των οποίων το ανήλικο νομίμως εκπροσωπείται εν προκειμένω από την πρώτη ενάγουσα-μητέρα του), ζήτησαν, μετά από παραδεκτή μετατροπή του συνολικού αιτήματος τους σε αναγνωριστικό, ν’ αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική τους οδύνη και επιπλέον στο ανήλικο τέκνο, το συνολικό ποσό των 71.810 ευρώ για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής από τον πατέρα του, με το νόμιμο τόκο τα ως άνω ποσά από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Επικουρικό τέλος (σε περίπτωση ενστάσεως παραγραφής από την ασφαλιστική εταιρεία) με την αγωγή τους, άσκησαν πλαγιαστική αγωγή, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο _______  _______  , οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει σ’ αυτούς (ενάγοντες), για το λόγο ότι αδρανεί ν’ ασκήσει τα απορρέοντα από την ασφαλιστική σύμβαση δικαιώματα του κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας. Γ) Η από 1-3-2006 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή με αριθμό καταθέσεως 2038/2006 του παρεμπιπτόντως ενάγοντος _______  _______  κατά της προαναφερθείσης ασφαλιστικής εταιρείας «_______  » με την οποία προσεπικαλεί την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο κατά τον επίδικο χρόνο το με αριθμό _______  ζημιογόνο αυτοκίνητο του, να παρέμβει στην ανοιγείσα μεταξύ αυτού και των εναγόντων της πρώτης ως άνω, από 30-6-2006 κύριας αγωγής, δίκη και ζητεί, όπως παραδεκτά μετέτρεψε το αίτημά του πρωτοδίκως σε αναγνωριστικό, ν‘αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να του καταβάλει όποιο ποσό αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει στους ως άνω κυρίως ενάγοντες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κύριας αγωγής, άλλως από την επίδοση της προσεπικλήσεως μέχρις εξοφλήσεως. Δ) Τέλος, με την από 17-4- 2006 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή με αριθμό καταθέσεως 3751/2006 του ίδιου ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγοντος _______  _______  κατά της ίδιας προαναφερθείσης ασφαλιστικής εταιρείας «_______  », με την οποία αυτός προσεπικαλεί την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο κατά τον επίδικο χρόνο το με αριθμό _______  ζημιογόνο αυτοκίνητο του, να παρέμβει στην ανοιγείσα μεταξύ αυτού και των εναγόντων της δεύτερης ως άνω, από 16-2-2006 κύριας αγωγής, δίκη και ζητεί, όπως παραδεκτά μετέτρεψε το αίτημά του πρωτοδίκως σε αναγνωριστικό, ν’ αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να του καταβάλει όποιο ποσό αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει στους ως άνω κυρίως ενάγοντες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κύριας αγωγής, άλλως από την επίδοση της προσεπικλήσεως μέχρις εξοφλήσεως.

Οι ανωτέρω δύο κύριες αγωγές και οι αντίστοιχες δύο προσεπικλήσεις-παρεμπίπτουσες αγωγές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η με αριθμό 4911/2006 εκκαλούμενη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία: 1) απέρριψε ως μη νόμιμη την από 30-1-2006 κύρια αγωγή ως προς τους, μη δικαιουμένους κατ’άρθρο 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, συζύγους των αδερφών και ανήψια του θανόντος (τέταρτο, έκτη, έβδομο έως και δέκατο ενάγοντες), 2) απέρριψε ως αόριστα, το αίτημα για διατροφή του ανηλίκου της από 16-2-2006 κυρίας αγωγής _______  _______  , καθώς και το αίτημα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας για επίδειξη των αναφερομένων εγγράφων εκ μέρους των κυρίως εναγόντων και ως πρόωρη, την επικουρική βάση (πλαγιαστική αγωγή) αυτής, όσον αφορά τον ίδιο ανήλικο _______  _______  , νομίμως εκπροσωπούμενο από την πρώτη ενάγουσα μητέρα του, κρίνασα ότι δεν συνέτρεχε η περίπτωση της αδράνειας, γι’ αυτόν, δεδομένου ότι ενήγε τον πλαγιαστικώς εναγόμενο _______  _______  , για πρώτη φορά, με την επίδοση της εν λόγω (από 16-2-2006) αγωγής του, αφού δεν ήταν ενάγων στην προηγούμενη αγωγή, όπου ενάγοντες ήταν μόνο η μητέρα του ατομικά και ο αδερφός του, για τους οποίους είχε συντρέξει η προϋπόθεση της αδράνειας από την επίδοση της πρώτης αυτής αγωγής τους (από την οποία νομοτύπως και παραδεκτώς παραιτήθηκαν στη συνέχεια, με την δεύτερη ως άνω κύρια αγωγή τους), γ) απέρριψε ως απαράδεκτη την από 17-4-2006 προσεπίκληση της ασφαλιστικής εταιρείας, αφού η τελευταία ήταν εναγομένη, ομόδικος του προσεπικαλούντος και όχι τρίτος στην εκκρεμούσα κύρια αγωγή (από16-2-2006), δ) δέχθηκε κατά τα λοιπά ως εν μέρει βάσιμες κατ’ουσία τις κύριες αγωγές και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες τα επακριβώς αναφερόμενα στο σκεπτικό και διατακτικό της ποσά, ενώ τέλος ε) δέχθηκε ως βάσιμες κατ’ ουσία τις παρεμπίπτουσες αγωγές, όπως ειδικότερα αναγράφεται σ’ αυτήν.

Εναντίον της άνω οριστικής αποφάσεως ασκήθηκαν με χωριστά δικόγραφα οι ένδικες τρεις εφέσεις, ήτοι : α) η από 12-7- 2007 (αριθμ. καταθ. 6286/2007 και αρ. πιν. 12) έφεση της εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας «_______  », υπό την ιδιότητά της ως εν μέρει ηττηθείσης εναγομένης της από 16-2-2006 κύριας αγωγής και ως ηττηθείσης παρεμπιπτόντως εναγομένης των ως άνω δύο παρεμπιπτουσών αγωγών, αντιστοίχως, β) η από 4-4- 2007 και με αριθμό καταθέσεως 3188/2007 έφεση (απ. πιν. 13) των _______  _______   και _______  _______  , υπό την ιδιότητά τους ως εν μέρει νικησάντων εναγόντων στην από 30-1-2006 κύρια αγωγή και γ) η από 23-7-2007 με αριθμό καταθ. 6650/2007 έφεση (αρ.πιν. 28) του _______  _______  , ως εν μέρει ηττηθέντος κυρίως εναγομένου και στις δύο ως άνω κύριες αγωγές και ως παρεμπιπτόντως ενάγοντος στις δύο παρεμπίπτουσες αγωγές, αντίστοιχα. Οι ανωτέρω εκκαλούντες δια των εφέσεων τους, στρέφονται κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως παραπονούμενοι για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνισή της, άλλως τη μεταρρύθμισή της, προκειμένου κατά την μεν πρώτη (ασφαλιστική εταιρεία) ν’ απορριφθούν στο σύνολό τους η από 22-2-2006 κύρια αγωγή, η ως άνω προσεπίκληση και οι παρεμπίπτουσες αγωγές, κατά δε τους δεύτερους κυρίως ενάγοντες εκκαλούντες να γίνει εν όλω δεκτή η από 30-1-2006 αγωγή τους, ενώ τέλος κατά τον τρίτο κυρίως εναγόμενο και των δύο αγωγών-προσεπικαλούντα-παρεμπιπτόντως ενάγοντα, ν’ απορριφθούν εν όλω οι εναντίον του κύριες αγωγές, στην περίπτωση δε που αυτές γίνουν δεκτές να γίνουν δεκτές και οι παρεμπίπτουσες αγωγές του.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαίωμα έφεσης έχουν οι διάδικοι της πρωτόδικης δίκης, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει, εκτός αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων. Στην περίπτωση της παρεμπίπτουσας δίκης αν ο προσεπικαλούμενος συμμετέσχε στη δίκη αποκρούοντας την προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης χωρίς να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου, τότε ο εν μέρει ηττηθείς εναγών της κύριας αγωγής, απαράδεκτα στρέφεται με την έφεσή του κατά του ηττηθέντος προσεπικαλουμένου με την παρεμπίπτουσα, αλλά με την έφεσή του θα περιορισθεί στις διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που αφορούν την εν μέρει απόρριψη των αιτημάτων του (ΑΠ 485/2010, ΕφΛαμ 196/2010, δημοσιευθείσες στην ΝΟΜΟΣ Αθ. Κρητικού “Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα” Εκδοση 1998 παρ. 2718). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το εκτεθέν περιεχόμενο της πρώτης κατά σειρά από 30-1-2006 κύριας αγωγής των εναγόντων _______  _______   και _______  _______  , η οποία στρέφετο μόνον κατά του _______  _______  , αυτός άσκησε προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής του εταιρίας. Η τελευταία απέκρουσε την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, χωρίς να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ως άνω εναγομένου της κύριας αγωγής. Συνακόλουθα, οι κυρίως ενάγοντες, ως εν μέρει ηττηθέντες στην περίπτωση αυτή, έχουν δικαίωμα έφεσης μόνο κατά του κυρίως εναγομένου, ενώ η έφεσή τους, με την οποία αιτούνται την εν όλω παραδοχή της κύριας αγωγής τους, κατά τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δεύτερης εφεσιβλήτου (προσεπικληθείσης-παρεμπιπτόντως εναγομένης) και πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα αυτής, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, θα επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων της εν λόγω εφέσεως, λόγω της ήττας της (άρθρα 106,176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ). Για τους δεύτερη και τρίτο εξάλλου, των εφεσιβλήτων (_______  _______  , ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνο της _______  _______   και _______  _______  ), της πρώτης και τρίτης κατά σειρά πινακίου εφέσεων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε έλαβαν μέρος στη συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση των ως άνω δύο εφέσεων (από 12-7-2007 και 23-7-2007) αφού δεν προκύπτει κλήτευσή τους (άρθρα 271 παρ.2, 591 παρ.1 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τα λοιπά, οι υπό κρίση, αντίθετες εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 4911/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία επιλύσεως διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο κ.λπ., έχουν ασκηθεί με νομότυπη κατάθεση των σχετικών δικογράφων στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εμπροθέσμως, εφόσον, όσον αφορά την έφεση του _______  _______  έχει ασκηθεί εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση σ’ αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως, όπως προκύπτει από την με αριθμό 320/25-6-2007 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμελήτριας Πειραιά Ευφροσύνης Βουγιουκλάκη, ενώ όσον αφορά τις λοιπές δύο εφέσεις, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση και επιπλέον δεν παρήλθε τριετία από τη δημοσίευσή της, (αρθ.495 παρ.1, 498 , 511 , 513 παρ.1 , 516 παρ.1 , 517 και 518 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές ως προς τους λοιπούς πλην των προαναφερθέντων εφεσιβλήτων, αφού ασκήθηκαν από διαδίκους που νίκησαν και ηττήθηκαν εν μέρει. Πρέπει συνεπώς, οι ανωτέρω εφέσεις να γίνουν δεκτές από τυπικής απόψεως και να εξετασθούν περαιτέρω κατ’ ουσία, αφού συνεκδικασθούν λόγω της προφανούς συνάφειας τους (αρθρ. 246, 524 και 591 ΚΠολΔ).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων _______  _______  , _______  _______  και _______  ______, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά της εκκαλουμένης), από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως νόμιμα προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΑΠ 1428/2000 Ελλην. Δνη 2000, 678), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας που σχετίζεται με το ένδικο ατύχημα (ΑΠ 58/1993 ΕλΔ/νη 36-628, ΑΠ 796/1983, ΕλΔ/νη 1983- 1398 ΕφΘεσ 2834/2009 Αρμ. 2002-372) ακόμη και διαδίκων (ΑΠ 389/1977, ΑρχΝ 28-576), αλλά και τα εν γένει έγγραφα (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα κλπ) της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε από τους αρμόδιους αστυνομικούς (ΑΠ 154/1992 ΕλΔ/νη 33-814, Εφ.Θεσ. 2834/2001 ο.π.) και η υπ’ αριθμ. 66190/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών) η οποία δεν δεσμεύει το Δικαστήριο (Εφ.Θεσ. 2949/2005 Δ 2005-968) αφορά όμως το ένδικο ατύχημα (ΑΠ 1286/2003, ΕλΔ/νη 2005-407, ΑΠ 1563/2002 ΝΟΜΟΣ), χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και, ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (ΑΠ 1068/2002 Αρχ.Ν 2004.70, ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 45.723) και τέλος, από την με αριθμό 16040/6-10-2006 ένορκη βεβαίωση της _______  _______  ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, από την με αριθμό 865/12-10-2006 ένορκη βεβαίωση της _______  _______  ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ελευσίνας και την με αριθμό 14439/11-10- 2006 ένορκη βεβαίωση των _______  _______  και _______  _______  ενώπιον του συμ/φου Πειραιά Αναστασίου Αθανασόπουλου, που έγιναν με επιμέλεια των διαδίκων ύστερα από νομότυπη κατ’ άρθρο 671 παρ.1 γ’ ΚΠολΔ κλήτευση των ως άνω αντιδίκων τους, ως προς τους οποίους κρίθηκαν παραδεκτές οι ένδικες εφέσεις {βλ. τις με αριθμούς 2575Β/5-10-2006 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή Καρδίτσας Δ.Φιλίππου, 896Β/5-10- 2006 και 900Β/5-10-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικ.επιμελητή Αθηνών Α. Διαμαντή (για την πρώτη από αυτές), την 5578/11-10- 2006 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή Αθηνών Μιχ. Κορρέ και την γνωστοποίηση για εξέταση μαρτύρων των πληρεξουσίων τους δικηγόρων στο ακροατήριο κατόπιν σχετικής αδείας του δικαστηρίου μετά την δικάσιμο και οι οποίες δόθηκαν εντός της προθεσμίας της αντίκρουσης (για τις λοιπές δύο), σύμφωνα με τα άρθρα 270 παρ.2 και 237 παρ.3 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 10-3-2002, περί ώρα 5.55’πρωινή, ο εναγόμενος _______  _______  , οδηγούσε το υπ’αριθμό κυκλ. _______  ΙΧΕ αυτοκίνητό του, ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία «_______  », στην οδό _______  , στην Ελευσίνα, με κατεύθυνση από Ιερά Οδό προς παραλία Ελευσίνας, κινούμενος με ταχύτητα 80 περίπου χιλιομέτρων την ώρα και μη έχοντας αναμμένα τα φώτα πορείας, αλλά μόνον τα φώτα ομίχλης. Την ώρα εκείνη επικρατούσε σκότος, ο φωτισμός ήταν τεχνητός ανεπαρκής, η κυκλοφορία των πεζών και των οχημάτων ήταν κανονική, οι καιρικές συνθήκες καλές (αίθριος καιρός) ενώ δεν περιοριζόταν η ορατότητα. Η ως άνω οδός _______  εξάλλου, στο σημείο του ατυχήματος, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με λευκή διακεκομμένη διαγράμμιση μεταξύ των δύο ρευμάτων, ευθεία, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12 μέτρα, υφίσταται πεζοδρόμιο, το οποίο (στην επίδικη κατεύθυνση) έχει πλάτος 1,60 μέτρων, ενώ τέλος το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής, ελλείψει σχετικής σημάνσεως (βλ. την από 10-3-2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου σε συνδ. με το πρόχειρο συνημμένο σχεδιάγραμμα, που συνέταξαν οι αρμόδιοι επιληφθέντες του ατυχήματος αστυνομικοί). Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο _______  _______  , εκινείτο πεζός, με κατεύθυνση προς παραλία Ελευσίνας, ήτοι ομορρόπως   με αυτήν του ως        άνω     ΙΧΕ αυτοκινήτου, ευρισκόμενος επί  του οδοστρώματος  και παράλληλα με τα σταθμευμένα στο                άκρο δεξιό του εν λόγω ρεύματος πορείας αυτοκίνητα, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 2,51 %ο ανά λίτρο αίματος. Λόγω της μέθης του που σαφώς επηρέαζε την αντιληπτική ικανότητά του ήταν απρόσεκτος και τα αντανακλαστικά του χαμηλά. Έτσι, και αν ακόμη είδε το αυτοκίνητο (πράγμα που δεν προέκυψε), σίγουρα δεν ήταν σε θέση λόγω της μέθης του να βγει έξω από το οδόστρωμα έγκαιρα, ώστε όταν έφθασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού __ της οδού _______   να παρασυρθεί από το προαναφερθέν με αριθμό κυκλ. _______  ΙΧΕ όχημα, με αποτέλεσμα να προκληθούν συντριπτικά κατάγματα όλων των οστών του κρανίου, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Με βάση τα προαναφερόμενα, συνυπαίτιοι για το ατύχημα είναι και οι δύο: οδηγός και πεζός. Ειδικότερα, ο πρώτος (οδηγός), δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις, αφού οδηγώντας απρόσεκτα, χωρίς να έχει ανάψει τα απαραίτητα (λόγω του σκότους και του ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού) φώτα πορείας, αλλά μόνον φώτα ομίχλης και με ταχύτητα 80 χιλιομέτρων την ώρα, ήτοι μεγαλύτερη από το ανώτατο για την περιοχή όριο των 50 χιλιομέτρων, δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον πεζό και τον παρέσυρε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του. Ήτοι οδηγούσε, κατά παράβαση των άρθρων (20 παρ.1, 36παρ.1,2, 4 του ΚΟΚ). Συνυπαίτιος ωστόσο, είναι και ο θανών, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, βάδιζε επί του οδοστρώματος, καίτοι υπήρχε πεζοδρόμιο πλάτους ενός μέτρου και εξήντα εκατοστών, το οποίο ήταν πρόσφορο προς χρήση, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν εμπόδια, που να παρακωλύουν την κίνηση των πεζών επ’ αυτού και επιπλέον, βάδιζε ομόρροπα με την κατεύθυνση κυκλοφορίας των οχημάτων και όχι αντίθετα με αυτήν, ούτε όσο το δυνατόν πλησιέστερα προς το άκρο του οδοστρώματος, αφού βάδιζε σε απόσταση μισού περίπου μέτρου από τα σταθμευμένα στο δεξιό άκρο της οδού, αυτοκίνητα, ενώ τέλος, όπως προκύπτει από την με αριθμό 922 μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη ιατροδικαστική έκθεση αυτοψίας-νεκροτομής, ο ως άνω πεζός τελούσε σε πλήρη μέθη, καθώς η τοξικολογική εξέταση έδειξε στο αίμα του παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 2,51 %ο. Ήτοι, ο πεζός βάδιζε αντίθετα με τα όσα επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 38 παρ.1, 3 ΚΟΚ για τους πεζούς. Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο, ερειδόμενο ιδίως: α) Στην από 10-3-2003 έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σ’ αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, από τα οποία προκύπτουν με ασφάλεια, το σημείο του ατυχήματος, οι κατευθύνσεις του οχήματος και του πεζού, η τελική θέση αυτού στο οδόστρωμα και οι λοιπές ειδικές συνθήκες, όπως αυτές αναπτύχθηκαν πιο πάνω, β) Στην από 10-3-2003 έκθεση ένορκης εξέτασης ενώπιον του _______  _______  , του αυτόπτη μάρτυρα _______  _______  . Ας σημειωθεί εδώ ότι η παρουσία του ως άνω μάρτυρα κατά τη στιγμή του ατυχήματος, προκύπτει αναμφιβόλως, αφού αυτός αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας, ήταν δε το άτομο, που προσέτρεξε και τηλεφώνησε στο «100», προς βοήθεια, ευθύς αμέσως, μετά το συμβάν, δεδομένου ότι ο οδηγός _______  _______  , εγκατέλειψε τον θανόντα τραυματισμένο στο οδόστρωμα και εξαφανίσθηκε, ανευρέθη δε μετά παρέλευση πέντε ωρών. Από την ένορκη κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα, προκύπτει με βεβαιότητα εκτός των άλλων, ότι ο θανών βάδιζε επί του οδοστρώματος, της οδού _______  , με κατεύθυνση από Ιερά Οδό προς παραλία Ελευσίνας (ήτοι στην ίδια κατεύθυνση με αυτήν του ζημιογόνου οχήματος), ότι εκινείτο παράλληλα με τα σταθμευμένα δεξιά του αυτοκίνητα και σε απόσταση περίπου 1/2 μέτρα από αυτά (σταθμευμένα). Η κατάθεση αυτή, αναιρεί τον (αλυσιτελώς πάντως) προτεινόμενο ισχυρισμό των εκκαλούντων, _______  _______   και _______  _______  , ότι δηλαδή, ο θανών αρχικά εκινείτο επί του πεζοδρομίου, πλην όμως αναγκάσθηκε να κατέλθει στο οδόστρωμα και να κινηθεί για λίγα μέτρα επί του οδοστρώματος, επειδή υπήρχε τουλάχιστον ένα σταθμευμένο όχημα επ’ αυτού. Η ύπαρξη του εν λόγω οχήματος, σταθμευμένου εν μέρει επί του πεζοδρόμιου, προκύπτει βεβαίως από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας (βλ. σταθμευμένο με στοιχεία Δ2 όχημα), που επικαλούνται οι εκκαλούντες προς επίρρωση του ισχυρισμού τους. Ο ισχυρισμός αυτός όμως ακόμη και αν ήθελε κριθεί βάσιμος κατ’ουσία, δεν αναιρεί το γεγονός της παρασύρσεως του πεζού, καθ’ ην στιγμή αυτός βάδιζε επί του οδοστρώματος και μάλιστα κατά τρόπο που παρεμπόδιζε την κυκλοφορία, ήτοι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 38 παρ. 2 ΚΟΚ. βιένορκες όμως, προανακριτική αφενός κατάθεση και η κατάθεση, ενώπιον του Τριμελούς Πλμ/κειου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 28-1-2006 αφετέρου, του ως άνω αυτόπτη μάρτυρα _______  _______  , αναιρούν τον ως άνω ισχυρισμό, αφού ο εν λόγω μάρτυρας ρητά καταθέτει ότι ο πεζός βάδιζε επί του οδοστρώματος κινούμενος ομόρροπα με τα αυτοκίνητα της κατεύθυνσης κυκλοφορίας του, παράλληλα με τα σταθμευμένα δεξιά του αυτοκίνητα και σε απόσταση 1/2 περίπου μέτρο από τα σταθμευμένα, με ελαφριά αστάθεια, τρέκλιζε λιγάκι. Το Δικαστήριο, δεν έχει λόγο ν’ αμφιβάλλει για την αξιοπιστία του ως άνω μάρτυρος, αφού αυτός, μη έχοντας σχέση με τους διαδίκους,  κατέθεσε και για την παράνομη οδική συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ, _______  _______  (υπερβολική ταχύτητα, φώτα ομίχλης αντί για πορείας, εγκατάλειψη τραυματία). Επομένως, αν συνεκτιμηθούν οι ανωτέρω ενέργειες και παραλείψεις καθενός από πλευράς βαρύτητας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το οδόστρωμα προορίζεται κατά βάση για τα αυτοκίνητα και οι πεζοί, που κινούνται σ’ αυτό πρέπει να το καταλαμβάνουν με πολύ μεγάλη προσοχή, το δικαστήριο κρίνει ότι τον μεν εναγόμενο οδηγό βαρύνει ποσοστό συνυπαιτιότητας 40%, το δε θύμα 60%. Η εκκαλουμένη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, όσον αφορά τις ειδικές συνθήκες του ατυχήματος και έκρινε συνυπαίτιους στην πρόκλησή του, τον οδηγό και τον πεζό, έσφαλε όμως ως προς τα ποσοστά συνυπαιτιότητας (40% στο θύμα και 60% στον οδηγό) που αναγνώρισε και, γι’ αυτό πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως βάσιμοι, οι σχετικοί λόγοι των ενδίκων εφέσεων των κυρίως εναγομένων (πέμπτος λόγος εφέσεως της ασφαλιστικής εταιρείας και πρώτος λόγος εφέσεως του οδηγού Γ. _______  ), ν’ απορριφθούν δε ως αβάσιμοι οι σχετικοί (πρώτος και δεύτερος) λόγοι της εφέσεως των εναγόντων _______  _______   και _______  _______  .

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 7 του Ν. 489/1976, αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενήθηκαν σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης. Τούτο μπορεί να γίνει, είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και συγκεκριμένα στον ανωτέρω όρο. Αρκεί και παραπομπή απευθείας στο ΦΕΚ που περιέχει την ως άνω υπουργική απόφαση. Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον αντισυμβαλλόμενο ή ασφαλισμένο και να του ζητήσει ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι το ζημιογόνο όχημα ιδιοκτησίας του παρεμπιπτόντως ενάγοντος _______  _______  , ήταν ασφαλισμένο στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Για την ασφάλιση αυτή είχε καταρτισθεί το με αριθμ. 20094487/ 20051306 /16-12-2002 ασφαλιστήριο, το οποίο ισχύει από 30-11-2002 έως την 30-5-2003. Η ως άνω σύμβαση ασφάλισης κατά ρητή σημείωση στη α’ σελίδα του προαναφερομένου ασφαλιστηρίου “διέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας από τους ενιαίους όρους συμβολαίου αυτοκινήτων που περιλαμβάνονται στο ΦΕΚ αριθ. 795 της 8.4.1978”. Με την παραπομπή της συμβάσεως ασφαλίσεως στο κείμενο της Κ4/585/1978, ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής καλύψεως του άρθρου 25 παρ. 8 της εν λόγω απόφασης απέκτησε συμβατική ισχύ, συμβατική ισχύ μεταξύ των κατά τα άνω συμβληθέντων, εξ’ ου συνάγεται ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση προκλήσεως ζημιών από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 42 ΚΟΚ. Η εξαίρεση δε αυτή από την ασφαλιστική κάλυψη του άρθρου 25 περ 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ έγινε αποδεκτή από τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα, καθόσον αυτός υπέγραψε το ως άνω ασφαλιστήριο, έλαβε αντίγραφο αυτού, κατέβαλε στην εκκαλούσα τα ασφάλιστρα, αφού διαφορετικά δεν θα του εχορηγείτο αντίγραφο αυτού, ενώ έλαβε γνώση της ανωτέρω εξαιρέσεως, αφού κατά τα ανωτέρω, του χορηγήθηκε αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν εναντιώθηκε και δεν απέκρουσε τον σχετικό όρο αυτού. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, στην κρινόμενη περίπτωση, υπάρχει έγκυρη συμφωνία μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και του αντισυμβαλλόμενού της, για την απαλλαγή από την ασφαλιστική κάλυψη, σε περίπτωση που συντρέχουν οι περιπτώσεις που ορίζονται στη με αριθμό Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, αφού γίνεται ρητή παραπομπή σ’ αυτήν, μεταξύ δε των εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβάνεται και η περίπτωση του άρθρου 25 παρ. 8 της ως άνω αποφάσεως, για απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος τελεί σε κατάσταση μέθης, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ΚΟΚ. Το άρθρο 42, όπως αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου από το άρθρο 43 του νέου ν. 2936/2001, που ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (10- 3-2003), προβλέπει ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια, ανά λίτρο αίματος και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας η από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεομένου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολόμετρου. Βέβαια, η υπό των Υ.Α. Κ4 585/1978 και 13382 Φ.705.11/4δ της 25/26 Νοεμβρίου 1977 καθιερούμενη διαδικασία διαπιστώσεως οινοπνεύματος στο αίμα του οδηγού αυτοκινήτου δεν είναι αποκλειστική στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, λόγω παραβιάσεως από τον ασφαλισμένο του υπ’ αρ. 25 όρου της πρώτης εκ των ανωτέρω Υ.Α., η οποία έχει καταστεί περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως. Στην ανωτέρω δίκη η διαπίστωση της μέθης του οδηγού μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 125/2004 ΕΕμπΔ 2004 σελ. 561). Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι στο αίμα του πρώτου εναγομένου οδηγού, το οποίο ελήφθη πεντέμισυ ώρες περίπου μετά το ατύχημα, ανιχνεύτηκε ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα του σε ποσοστό 0,21% (βλ. την υπ’ αριθμ. 933/5-5-2003 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, η πιο πάνω ποσότητα του οινοπνεύματος ήταν κάτω από το όριο των 0,50 γραμ./λίτρο, το οποίο, όταν (τότε, 10-3- 2003) υπερέβαινε ο ελεγχόμενος οδηγός εθεωρείτο, χωρίς ανάγκη άλλης απόδειξης (ΑΠ 587/2005 ΕΣΔ 2005-494) ότι βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος (αρθρ. 42 § 1 του ΚΟΚ). Συνεπώς ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, δεν αποδείχθηκε ότι οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά την έννοια του άρθρου 42 ΚΟΚ, καθόσον και από άλλα συμπτώματα αυτού (εν γένει συμπεριφορά του, ομιλία του) δεν προέκυψε ότι τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι δεν ήταν ικανός για οδήγηση). Άλλωστε, η πιο πάνω μικρή κατανάλωση οινοπνεύματος, δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε, την ικανότητα του ως άνω οδηγού, περί την οδήγηση, τη συγκεκριμένη στιγμή της σύγκρουσης και το ατύχημα που προκλήθηκε από τις προαναφερθείσες παραλείψεις και ενέργειές του δεν συναρτάται αιτιωδώς με το οινόπνευμα που είχε καταναλώσει. Τούτο δε διότι: α) αντικειμενικά και κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, το να μη ρυθμίσει κανείς την ταχύτητα και τα ανάλογα φώτα του οχήματος του (όπως συνέβη εν προκειμένω), είναι συμπεριφορά που δεν συνδέεται πάντοτε με την προηγούμενη κατανάλωση οινοπνεύματος (βλ. ΕφΛαμ 18/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1199/2005 ΕΣΔ 2006, 480), β) από την ένορκη κατάθεση εξάλλου, του αυτόπτη μάρτυρα _______  _______  , προκύπτει ότι ο ως άνω οδηγός, αφού κτύπησε τον πεζό, φρέναρε λίγο προς τ’ αριστερά, στη συνέχεια δε αμέσως συνέχισε την πορεία του και εξαφανίσθηκε, γεγονός που αποδέχεται και ο ίδιος ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αφού αυτός απολογούμενος στο ποινικό δικαστήριο, είπε ότι αντιλήφθηκε τον πεζό στα τρία μέτρα εμπρός του, πάτησε ενστικτωδώς το φρένο και αφού προσπέρασε, κοίταξε από τον καθρέπτη και τον είδε στον οδόστρωμα, λόγω δε του πανικού του εξαφανίσθηκε. Οι ως άνω ενέργειες του οδηγού, υποδηλώνουν ότι αυτός είχε διαυγή σκέψη, καθαρή αντίληψη των πραγμάτων την στιγμή του ατυχήματος, το δε αλκοόλ που είχε καταναλώσει δεν επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα, γ) Ούτε τέλος, το εξαχθέν βάσει μαθηματικών εξισώσεων, συμπέρασμα της επίκουρης καθηγήτριας του ως άνω εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας, _______  _______  , περί πιθανούς συγκεντρώσεως οινοπνεύματος στο αίμα του _______  _______  κατά το χρόνο του ατυχήματος μεταξύ 0,83 και 1,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (βλ. το σχετικό με αριθμό 933/5-5-2006 έγγραφο), αποτελεί από μόνο του αποδεικτικό στοιχείο της μέθης, αφού αυτή η έκθεση, στην παρούσα αστική δίκη, συνεκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο με όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία (ΑΠ 1182/2005 ΝοΒ 2006,          198, ΕφΔωδ 21/2006 ΝΟΜΟΣ). Ας σημειωθεί εδώ επιπροσθέτως, ότι ο εναγόμενος οδηγός δεν παραπέμφθηκε για παράβαση του άρθρου 42 ΚΟΚ, όπως προκύπτει από το κλητήριο θέσπισμα και την 66190/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, αφού απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η κατ’αυτής ασκηθείσα έφεση με την 8942/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ορθά επομένως, εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο η εκκαλουμένη, που δέχθηκε τα ίδια ως προς το θέμα αυτό, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί και ν’ αντικακατασταθεί στο σημείο αυτό. Συνεπώς, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος (σελ. 6 επομ. εφετηρίου) της εφέσεως της προσεπικληθείσας-παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, με τον οποίο νομίμως επαναφέρεται η προτεινόμενη παραδεκτώς πρωτόδικα (αρθρ. 262 § 1, 591 § 1γ του ΚΠολΔ, βλ ΟλΑΠ 2/2005) νόμιμη ένσταση εξαιρέσεως της από την ασφαλιστική κάλυψη επειδή ο οδηγός του ασφαλισμένου σ’ αυτήν οχήματος, τελούσε σε κατάσταση μέθης.

Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι ο ηλικίας 52 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του _______  _______  , έμενε στην περιοχή της Ελευσίνας, σε μια παράγκα, πλησίον της οικίας του αδερφού του _______  _______  δεδομένου ότι βρισκόταν πολλά χρόνια σε διάσταση με τη σύζυγό του, εργαζόταν δε στις λαϊκές αγορές μαζί με τον ως άνω αδερφό του και σε διάφορα αγροκτήματα, εκτελώντας αγροτικές εργασίες (βλ. τις 16040/2006 και 865/2006 ένορκες βεβαιώσεις των _______  _______  και _______  _______  ). Ο αιφνίδιος και απρόσμενος θάνατός του, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες προκάλεσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θλίψη στους ως άνω δύο αδερφούς του, που συνδέονταν με ψυχικούς δεσμούς στοργής και αγάπης με αυτόν (θανόντα). Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) τις αναφερόμενες παραπάνω συνθήκες του ατυχήματος, β) το βαθμό υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά και το βαθμό και το είδος της αμέλειας που βαρύνει το θανόντα (ΑΠ 674/2004, ΕφΛαρ 426/2007 ΝΟΜΟΣ), γ) το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα (θάνατος), δ) την ηλικία του θανόντος, την μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του, ε) το στενό εξ αίματος συγγενικό δεσμό και συναισθηματικό σύνδεσμο των ως άνω εναγόντων με το θανόντα και την, αναλόγως με την ως άνω συγγένεια του καθενός, ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού του άλγους, στ) την κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, ενώ η ευθύνη της εκκαλούσης-εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας είναι μόνο εγγυητική και ζ) τις εν γένει, ως άνω, περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (ΑΠ 433/2008, ΑΠ 195/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 132/2006 Αρμ. 2006-757), κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στους παραπάνω ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση τους λόγω ψυχικής οδύνης τους το ποσό των 8.000 ευρώ στον καθένα από αυτούς. Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, 9 § 2 και 10 § 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (βλ. ολΑΠ 6/2009 ΝΟΜΟΣ). Έσφαλε επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία επιδίκασε το μεγαλύτερο ποσο των 15.000 ευρώ για τον καθένα από τους ως άνω δύο ενάγοντες, αδερφούς του θανόντος, δεκτών γενομένων ως εν μέρει βάσιμων των σχετικών λόγων των εφέσεων της ασφαλιστικής εταιρείας και του _______  _______  και απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού δευτέρου λόγου της εφέσεως των εναγόντων _______  _______   και _______  _______  .

Περαιτέρω, όσον αφορά την έφεση των εναγόντων (αρ. πιν. 13), δεν υπάρχουν άλλοι λάγοι προς έρευνα. Όσον αφορά τους λοιπούς λόγους: Α) της έφεσης (αρ.πιν 12) της ασφαλιστικής εταιρείας «_______  », με τους οποίους πλήττονται τα κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης, που αφορούν: α) στην από 16-2-2006 κυρία και επικουρικώς σωρευθείσα πλαγιαστική αγωγή των  εναγόντων: 1)_______  _______  , ατομικά και για το ανήλικο τέκνο της και 2)_______  _______  , β) στο απορριφθέν (ως αόριστο) αίτημα                        της β’ εναγόμενης, για επίδειξη έγγραφων από τους ενάγοντες της εν λόγω αγωγής καιι Β) της έφεσης (αρ. πιν. 28) του ______ _______  , που αφορούν την κυρία αγωγή των ως άνω εναγόντων και την αντίστοιχη (από 17-4-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ίδιου, η συζήτηση αυτών πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω της μη κλητεύσεως των ως άνω εναγόντων-εφεσιβλήτων, κατά τα προαναφερθέντα.

Μετά από αυτά, πρέπει: Α) Ν’ απορριφθεί η από 4-4-2007 έφεση των εναγόντων, _______  _______   και _______  _______  , ως απαράδεκτη όσον αφορά την δεύτερη εφεσίβλητη και ως αβάσιμη ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, θα επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων της εν λόγω εφέσεως, λόγω της ήττας τους (άρθρα 106,176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ). Β) Να γίνουν δεκτές ως προς τους λόγους που αναφέρθηκαν ως κατ’ουσία βάσιμες : α) η από 12-7-2007 έφεση της εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας «_______  » μόνον κατά του πρώτου εφεσιβλήτου _______  _______  β) η από 23-7-2007 έφεση του εκκαλούντος _______  _______  , μόνον κατά το μέρος που στρέφονται κατά των τρίτης, τετάρτου και πέμπτης των εφεσιβλήτων. Να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, μόνον ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την από 30-1-2006 αγωγή και την από 1-3-2006 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, μη ερευνωμένου του λόγου εφέσεως του εκκαλούντος _______  _______  , με τον οποίο πλήττεται η πρωτόδικη απόφαση και ως προς την διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, αφού ο λόγος αυτός ως συνεχόμενος με την ουσία της υποθέσεως συνεξαφανίζεται (_______  _______   η έφεση, ΣΤ’ έκδοση παρ.193Α’με παραπομπή σε σχετική νομολογία). Αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για ουσιαστική εκδίκαση (αρθρ. 535 ΚΠολΔ) : Α) Να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία η από 30-1-2006 κύρια αγωγή, για τα ποσά που προαναφέρθηκαν, στα οποία πρέπει να προστεθεί και το μη προσβαλλόμενο με λόγο εφέσεως κονδύλιο των 1.640 ευρώ (για έξοδα κηδείας που αφορά τον ενάγοντα _______  _______  ), να υποχρεωθεί ο εναγόμενος της ως άνω αγωγής _______  _______   να καταβάλει: α) το ποσό των 8.000 ευρώ στην ενάγουσα _______  _______   και β) το ποσό των 9.640 (8.000+1.640) ευρώ στον ενάγοντα _______  _______  , με το νόμιμο τόκο τα ως άνω ποσά από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως. Τα δικαστικό έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ τους , ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας αυτών και να καταδικαστεί ο ως άνω εναγόμενος να πληρώσει μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 178 παρ.1, 183 ΚΠολΔ). Β) Να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσία η από 1-3-2006 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή και ν’ αναγνωρισθεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον προσεπικαλούντα-παρεμπιπτόντως ενάγοντα τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία υποχρεώνεται αυτός να πληρώσει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή τους μέχρι εξόφλησης.

Τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος- παρεμπιπτόντως ενάγοντως και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνουν την παρεμπιπτόντως εναγομένη επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις:
α) από 12-7-2007 και με αριθμό καταθ. 6286/2007 έφεση (αρ. πιν. 12).
β) από 4-4-2007 και με αριθμό καταθέσεως 3188/2007 έφεση (απ. πιν. 130),
γ) από 23-7-2007 με αριθμό καταθ. 6650/2007 έφεση (αρ.πιν. 28), αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τυπικά την από 4-4-2007 έφεση των εναγόντων, _______  _______   και _______  _______  , όσον αφορά την δεύτερη εφεσϊβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «_______   ΑΕ» και

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικό και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ουσία την ως άνω έφεση ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο _______  _______  .

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας των εφεσιβλήτων της ως άνω εφέσεως, σε βάρος των ως άνω εκκαλούντων, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία τις από : α) 12-7-2007 έφεση της εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας «_______  », μόνον ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο _______  _______  και β) από 23-7- 2007 έφεση του εκκαλούντος _______  _______  , μόνον ως προς τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτη των εφεσιβλήτων.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. 4911/2006 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνον κατά τις διατάξεις της επί της από 30-1-2006 κυρίας αγωγής και επί της από 1-3-2006 προσεπίκλησης-παρεμπίπτουσας αγωγής.

ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 30-1-2006 κύρια αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο της αγωγής αυτής _______  _______  να καταβάλει : α) το ποσό των (8.000) οκτώ χιλιάδων ευρώ στην πρώτη ενάγουσα _______  _______   και β) το ποσό των (9.640) εννέα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα ευρώ στον δεύτερο ενό/οντα _______  _______  , με το νόμιμο τόκο τα ως άνω ποσά από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον ως άνω εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων πενήντα (1.050) ευρώ.

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 1-3-2006 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή αυτή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον ______ παρεμπιπτόντως ενάγοντα τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία οποία υποχρεώνεται να καταβάλει στους ενάγοντες της ως άνω κύριας αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή τους, μέχρις εξοφλήσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την παρεμπιπτόντως εναγομένη στα δικαστικά έξοδα του παρεμπιπτόντως ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε χίλια πενήντα (1.050) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23/5/2013 και

δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στις 28/6/2013, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους .

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ           Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ