fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός απόφασης Ν17/2014

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ 7ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε στις 10 Δεκεμβρίου 2013 με δικαστή τη Βασιλική Τσιρογιάννη, Πρωτόδικη Δ.Δ., και γραμματέα την Άννα Χατζίκου, δικαστική υπάλληλο

Για να δικάσει την αίτηση αναστολής με ημερομηνία κατάθεσης 29.5.2013

Του _______  _______   του _______  , κατοίκου Βούλας Αττικής (οδός _______  ), ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Φυλλαδάκη

Κατά του Δήμου Κερατσιvίου-Δραπετσώνας, ο οποίος εκπροσωπείται από το Δήμαρχό του.

Κατά την εξέταση της αίτησης το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Η κρίση του είναι η εξής:

  1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το 16181/13.12.2013 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α’ της Δ.Ο.Υ. Δ’ Πειραιά), ο αιτών , σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 217, 228, 200 και 202 του ΚΔΔ (ν. 2717/1999, Ά’91), όπως ισχύουν, ζητά, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, παραδεκτός, να ανασταλεί η εκτέλεση της 20/13.7.2011 πράξης του καθού Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακά σε βάρος του αιτούντος το ποσό των 2.645,76 ευρώ, λόγω οφειλής του προς το καθού, από επιβληθέντα και εγγεγραμμένα στον αντίστοιχο βεβαιωτικό κατάλογο, τέλη διαφήμισης χρονικής περιόδου 1.1-31.12.2010. Η αναστολή ζητείται μέχρι να δημοσιευθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής, που έχει ασκήσει ο αιτών   κατά της πράξης αυτής (ΑΚΠ2051/24.12.2012).
  1. Επειδή, στο άρθρο 202 του -κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α’97)- Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 19 του ν. 3659/2008(Α’77) και το άρθρο 34 του ν. 3900/2010    (Α’213/17.12.2010), ορίζεται ότιl «1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών   επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο.        2. Ειδικώς επί φορολογικών,   τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της πράξης, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, εφόσον ο αιτών αποδεικνύει ότι η βλάβη, την οποία επικαλείται, προέρχεται από τα μέτρα αυτά. 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης        είναι ανεπανόρθωτη, β)  αν κατά τη στάθμιση της βλάβης  του αιτούντος, των συμφερόντων  τρίτων και  του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 4…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ο αιτών   υποχρεούται να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι συγκεκριμένο αναγκαστικό μέτρο ή μέτρα προς είσπραξη από τα περιοριστικός αναφερόμενα στη νομοθεσία (π.χ. κατάσχεση, πλειστηριασμός, κατάσχεση εις χείρας τρίτου), αν ληφθούν επί συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του (π.χ. πρώτη κατοικία, μονάδα παραγωγής, εμπορεύματα ή προϊόντα) ή συγκεκριμένα διοικητικά μέτρα για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης  (π.χ. προσωπική κράτηση, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα κλπ.) της οφειλής θα επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη του. Το δε δικαστήριο, με την απόφασή του επί της αιτήσεως αναστολής, πρέπει να εξετάζει   αν        η λήψη εκ μέρους               της διοίκησης συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης της πράξης ή διοικητικών μέτρων για τη διασφάλιση της οφειλής, θα προκαλέσει στον αιτούντα ανεπανόρθωτη βλάβη (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010). Τέλος, όπως έχει κριθεί (ΕΑ ΣτΕ 496/2011), περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας του κυρίου ενδίκου βοηθήματος συντρέχει ιδίως όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμησή του.
  1. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με την προσβαλλόμενη πράξη της ταμειακής υπηρεσίας του καθού Δήμου, βεβαιώθηκε ταμειακά σε βάρος του αιτούντος η ένδικη οφειλή. Εξάλλου, όπως γνωρίζει το Δικαστήριο από άλλη δικαστική του ενέργεια (άρ. 144 παρ. 2 ΚΔΔ), με αντίστοιχες πράξεις, βεβαιώθηκαν από τον καθού Δήμο σε βάρος του αιτούντος οφειλές του από τέλη διαφήμισης διαφόρων χρονικών περιόδων, συνολικού ύψους περίπου 13.000 ευρώ. Κατά της ως άνω προσβαλλόμενης πράξης ο αιτών   άσκησε την από 24.12.2012 ανακοπή του και την κρινόμενη αίτηση αναστολής, όπως η τελευταία αναπτύσσεται με το από 10.12.2013 υπόμνημα, με την οποία, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, α) η ασκηθείσα ανακοπή του πρόκειται με βεβαιότητα να ευδοκιμήσει για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους και β) θα υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, καθόσον η ατομική του επιχείρηση ανέγερσης οικοδομών, καθώς καl ο ίδιος προσωπικά, αντιμετωπίζει τεράστια οικονομική δυσχέρεια λόγω της ισχύουσας στον κλάδο αυτό οικονομικής κρίσης, περαιτέρω, δε, θα οδηγήσει τον ίδιο και την οικογένειά του (αποτελούμενη από τη σύζυγό του και τρία ανήλικα τέκνα) σε οικονομική καταστροφή, σε συνδυασμό με α) πραγματοποιηθείσες δαπάνες σε νοσηλευτικά ιδρύματα (ν.π.ι.δ.), οι οποίες αφορούν μέλη της οικογένειάς του και β) τις εκκρεμείς οφειλές του ιδίου και της συζύγου του έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων (στεγαστικά, καταναλωτικά και επαγγελματικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες κλπ)., ασφαλιστικών οργανισμών (Ο.Α.Ε.Ε.) και του Δημοσίου. Για την απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών, ο αιτών   προσκομίζει, μεταξύ άλλων, α) εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2011 από τη Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά, σύμφωνα με το οποίο τα εισοδήματα του αιτούντος, προερχόμενα από εκμισθώσεις ακινήτων κα L εμπορικές επιχειρήσεις ανήλθαν κατά το εν λόγω ο lκονομ Lκό έτος στο ποσό των 19.288,13 ευρώ, της δε συζύγου του, προερχόμενα από μισθωτές υπηρεσίες, στο ποσό των     26.555,25 ευρώ, αντίγραφο   εντύπου Ε9 οικονομικού έτους 2013 (περιουσιακή κατάσταση αιτούντος κατά την 1.1.2013) καθώς και δήλωση περιουσιακής κατάστασης κατά το άρθρο 203 του ΚΔΔ, σύμφωνα με τα οποία ο αιτών  : ί) είναι κύριος σε ποσοστό 50% ενός οικοπέδου και ενός αγροτεμαχίου στο Δήμο Οι τύλου Νομού Λακωνίας (θέσεις ________   αντίστοιχα)        και ιι) αποκλειστικός κύριος δύο οικοπέδων, κειμένων στη Θέση ________  του Δήμου Οιτύλου και στη θέση Ελιά Νομού Λακωνίας αντίστοιχα, ενός διαμερίσματος 71 τ.μ. στο Κερατσίνι Αττίκής (οδός ________  ), τριών διαμερισμάτων 72 τ.μ. έκαστο εξ αυτών, κειμένων στον Πειραιά (οδός ________  ), καθώς καl ενός διαμερίσματος 139 τ.μ. στη Βούλα Αττικής (οδός _______  ), β) το από 1-6-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Βάρης-Βούλας- Βουλιαγμένης, από το οποίο προκύπτει ότι ο αιτών   είναι έγγαμος με τρία ανήλικα τέκνα (ημερομηνίες γέννησης 2006, 2008 και 2012 αντίστοιχα), γ) βεβαιώσεις έγγραφα από πιστωτικά ιδρύματα, από τα οποία προκύπτει η λήψη από τη σύζυγο του αιτούντος δανείων (στεγαστικού, επισκευαστικού κα l καταναλωτικών) συνολικού ύψους 295.000 ευρώ, η δε συνολική μηνιαία δόση αποπληρωμής τους ανέρχεται περί τα 1.600 ευρώ, δ) την 1221/14.3.2013 απόφαση διευκόλυνσης ΠΟΛ 1055/2010 της Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά για ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών του αιτούντος, ύψους 7.288,51 ευρώ, ε) την 4099/30.7.2012 απόφαση νομοθετικής ρύθμισης ν. 4038/2012 της Δ.Ο.Υ. Ε’ Πειραιά για ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών του αιτούντος, ύψους 4.204,07 ευρώ και στ) το 339849/21-2- 2013 έγγραφο της Προϊσταμένης του Ο.Α.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο ο αιτών   οφείλει στον ως άνω Οργανισμό το ποσό των 10.937,20 ευρώ. Εξάλλου, ο καθού Δήμος, με την από 19.6.2013 έκθεση απόψεων του ζητά την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης, για τους λόγους που αφορούν την ουσία της διαφοράς.
  1. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη, α) ότι η ασκηθείσα ανακοπή δεν παρίσταται ως προδήλως βάσιμη, δεδομένου ότι οιπροβαλλόμενοι με αυτή λόγοι (έλλειψη κοινοποίησης νόμιμου τίτλου και ατομικής ειδοποίησης), χρήζουν περαιτέρω ενδελεχούς νομικής και ουσιαστικής έρευνας, β) το ετήσιο καlμηνιαίο καθαρό ατομικό εισόδημα του αιτούντος, όπως διαφαίνεται από τα προσκομιζόμενα ανωτέρω οικονομικά στοιχεία, σε συνδυασμό με το ποσό της απαίτησης του καθού Δήμου που βεβαιώθηκε ταμειακά συνολικός, με την προσβαλλόμενη, αλλά και με τις λοιπές πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του καθού, γ) την κατάσταση ακινήτων που έχει στην ιδιοκτησία του ο αιτών , δ) την οικογενειακή του κατάσταση και ε) το ύψος των ανειλημμένων οικονομικών του υποχρεώσεων, κρίνει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης στο σύνολό της θα προκαλέσει στον αιτούντα ανεπανόρθωτη βλάβη, δεδομένης της αδυναμίας του να καταβάλει το σύνολο των βεβαιωθέντων σε βάρος του τελών, ενόψει των επαγγελματικών και των αυξημένων οικογενειακών υποχρεώσεων του, η εκπλήρωση των οποίων δεν θα είναι δυνατή σε περίπτωση λήψης εις βάρος του ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης, ενώ τέτοια βλάβη δεν θα υποστεί από την άμεση καταβολή του 30% του ένδικου ποσού.
  2. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να ανασταλεί η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος που αντιστοιχεί σε ποσοστό 70% του βεβαιωθέντος με αυτή ποσού, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εκκρεμούσης ανακοπής του. Τέλος, μέρος του καταβληθέντος παράβολου, ύψους 70 ευρώ, πρέπει να αποδοθεί στον αιτούντα (άρθρο 277 παρ. 9 ΚΔΔ) , ενώ, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΔΔ).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται εν μέρει την αίτηση αναστολής.

Διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της 20/13.7.2011 πράξης ταμειακής βεβαίωσης του Δήμου Κερατσινίου – Δραπετσώνας, σε ποσοστό 70% του βεβαιωθέντος με αυτή ποσού, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εκκρεμούσης ανακοπής του.

Διατάσσει   την απόδοση στον αιτούντα μέρος του κατατεθέντος παράβολου, ύψους 70 ευρώ.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η απόφαση εκδόθηκε στον Πειραιά στις 10-1-2014.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βασιλική Τσιρογιάννη           Άννα Χατζίκου