Αριθμός Απόφασης 164/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΗΒΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Τσιάνου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Πρωτοδικείου Θηβών και από τη Γραμματέα Ελένη Τσιούρβα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2017 για να δικάσει την από 12-09-2017 και με αριθμό κατάθεσης 356/ΕκΜ/2017 αίτηση και την από 12-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 413/ΕΚΜ/2017 κύρια παρέμβαση – αίτηση :

A. ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ……… ……… του Ηλία, κατοίκου Π.Φαλήρου Αττικής, οδού ……… ……… αρ. ….. ….., ατομικώς και υπό την ιδιότητα του ως μετόχου και ως πρώην Προέδρου και Διευθύντος Συμβούλου του διοικητικού
συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «…….. S.A», η οποία εδρεύει στα Οινόφυτα (ΒΙΠΕ), με ΑΦΜ …….. της ΔΟΥ Θηβών και με αριθμό ΓΕΜΗ …….., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Χρήστου Οικονομάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Ο αΙτών ζητεί να γίνει δεκτή η από 12-9-2017 αίτησή του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και έλαβε αριθμό κατάθεσης δικογράφου 356/ΕκΜ/2017, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 19 Οκτωβρίου 2017, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, γράφτηκε στο έκθεμα και εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από αυτό.                                                    –

Β. ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΩΝ – ΑΙΤΟΥΣΩΝ: 1. ……..  ……..,   …….  …….., κατοίκου Αθηνών, οδός ……..  …….. αρ.  …. με ΑΦΜ ………….. , 2. …………..   ………… του …………, κατοίκου Παλ. Φαλήρου Αττικής, οδός …………..   αριθ, …. με ΑΦΜ …………..   και ………………  ………. του ………., κατοίκου Αθηνών, οδός …… αρ….-… με ΑΦΜ ……, οι οποίες παραστάθηκαν οι δύο πρώτες δια και η τρίτη μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, Απόστολου Δελαβέκουρα και Γεωργίου Ατιέ, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις

ΠΡΟΣ ΟΝ Η ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: Του ………  ……… του ……., κατοίκου Π.Φαλήρου Αττικής, οδού ………  ……… αρ. ….. ….., ατομικώς και υπό την ιδιότητα του ως μετόχου και υπό την ιδιότητα του ως πρώην Προέδρου και Διευθύντος Συμβούλου του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «…….. S.A», η οποία εδρεύει στα Οινόφυτα (ΒΙΠΕ), με ΑΦΜ …….. της ΔΟΥ Θηβών και με αριθμό ΓΕΜΗ …….., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Χρήστου Οικονομάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Οι κυρίως παρεμβαίνουσες – αιτούσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 12-10-2017 αίτησή τους, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και έλαβε αριθμό κατάθεσης δικογράφου 413/ΕκΜ/2017, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 19ης Οκτωβρίου του 2017 οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, γράφτηκε στο έκθεμα και εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από αυτό.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, η οποία, όπως προκύπτει από τη  γενικότητά της, εφαρμόζεται σε κάθε είδους νομικό πρόσωπο, και συνεπώς και σε ανώνυμες εταιρίες (βλ. ΑΠ 1392/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), προσωρινή διοίκηση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να διορισθεί από το Δικαστήριο, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, μόνον 1) αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση ή 2) αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου (πρβλ. ΑΠ Ολ 18/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοιο έννομο συμφέρον έχει προδήλως και ο μέτοχος της εταιρίας, επίκληση δε της ιδιότητας του αυτής αρκεί για την νομιμοποίηση του προς άσκηση της σχετικής αιτήσεως.

Η έλλειψη διοίκησης είναι : α) πλασματική όταν οφείλεται σε δυστροπία, κακοβουλία ή διαφωνίες των μελών του δ.σ., άρνηση ή αδιαφορία τους για την άσκηση των αναγκαίων πράξεων διοίκησης β) πραγματική, σε περιπτώσεις θανάτου, βαριάς ασθένειας, μακροχρόνιας απουσίας, γ) νομική σε περίπτωση παραίτησης, έστω και σιωπηρής μέλους Δ.Σ, απώλειας δικαιοπρακακής ικανότητας, ακύρωση απόφασης γενικής συνέλευσης, λήξη θητείας χωρίς πρόβλεψη για παράτασή της (βλ. ΟλΑΠ 5/2004 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο διορισμός της διοίκησης έχει δημιουργική δύναμη, με αποτέλεσμα να καταλείπεται στο Δικαστήριο η εξουσία ελεύθερης επιλογής των καταλληλότερων από τα μέλη του νομικού προσώπου, στην ανάγκη δε και τρίτων, ξένων προς την εταιρεία, προσώπων, χωρίς να δεσμεύεται από τις, ενδεικτικά, υποβαλλόμενες προτάσεις των διαδίκων (βλ. ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 854/1998).

Ο καθορισμός των εξουσιών της προσωρινής διοίκησης προσδιορίζεται, κατά κανόνα, με τη δικαστική απόφαση, που προβαίνει στο διορισμό της, και εξαρτάται από το λόγο, που προκαλεί το διορισμό της. Έτσι, στην περίπτωση που ο διορισμός αυτός οφείλεται στην έλλειψη διοίκησης της εταιρίας, γιατί έληξε η θητεία της, οι εξουσίες της διοριζόμενης προσωρινής διοίκησης περιορίζονται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, στην αντιμετώπιση των επειγουσών υποθέσεων του νομικού προσώπου και στην προπαρασκευή της διαδικασίας για τη διεξαγωγή αρχαιρεσιών μέσα σε ορισμένη προθεσμία προς ανάδειξη αιρετής διοίκησης (βλ. ΕφΑθ 8408/1998 ΕλλΔνη 1999/409, ΕφΑΘ 11079/1996 ΕλλΔνη 1997.1675, ΜΠρΘεσ 15342/2006 Αρμ. 2006/1191, Απ. Γεωργιάδης, Σύντομη Ερμηνεία ΑΚ, άρθρ. 69 αρ. 15). II. Περαιτέρω, η έννοια του διαδίκου, όπως αυτή καθορίζεται στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν προσαρμόζεται στη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 741-781 ΚΠολΔ διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία δεν υπάρχει αντιδικία, αλλά μετέχουν στη διαδικασία αυτή οι ενδιαφερόμενοι για ίο ρυθμιστικό μέτρο, οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου: α) με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου (άρθρ. 748 παρ. 3 ΚΠολΔ)/γ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης (άρθρ. 752 ΚΠολΔ), δ) με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ.753 ΚΠολΔ, ΑΠ 41/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Αρβανιτάκης) ΚΠολΔ I 2000, εισαγ. σημειώσεις στα άρθρα 739-866, IV, σελ.1459.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 356/ΕκΜ/2017, ο απών, επικαλούμενος έννομο συμφέρον ως μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «…….. S.A» που εδρεύει στα Οινόφυτα, ζητεί να διορισθεί προσωρινή διοίκηση της εταιρείας αυτής για το λόγο ότι έληξε η θητεία της απερχόμενης διοίκησης, που εκλέχθηκε από τη γενική συνέλευση των μετόχων, ήδη από την 30η-6-2017. Προτείνει δε, να διορισθεί από το δικαστήριο τούτο προσωρινή διοίκηση, αποτελούμενη από τα προτεινόμενα από αυτόν πρόσωπα, προκειμένου να ασκήσουν τη διοίκηση της εταιρίας μέχρι την εκλογή οριστικού διοικητικού συμβουλίου και να συγκαλέσουν τη γενική συνέλευση των μετόχων για την εκλογή οριστικού διοικητικού συμβουλίου. Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό η αίτηση αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσία
(άρθρα 68, 739, 740 παρ. 1, 786 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση με το ν. 4335/2015) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 69 ΑΚ και 786 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζητήσεως της έχει τηρηθεί η προδικασία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 748§3 ΚΠολΔ με την επίδοση αντιγράφου της αίτησης στην ……….   ……….. και …………..  ………… (βλ. τις με αριθμό 6730β/15-9-2017 και 6729β/15-9-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείου Αθήνας, Ιωάννη Κοπάνα).

Οι ως άνω κλητευθείσες με διαταγή της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ως έχουσες την ιδιότητα του διαδίκου, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο II, παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και κατέθεσαν προτάσεις επί του ακροατηρίου.

III. Από τις προσδιορίζουσες την έννοια των κυρίας και πρόσθετης παρεμβάσεων διατάξεις των άρθρων 79 και 80 ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, συνάγεται ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αίτησης, είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (βλ. ΑΠ 148/2014, ΑΠ 1076/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, κυρία παρέμβαση επί αιτήσεως για διορισμό προσωρινής διοίκησης υφίσταται όταν η παρέμβαση, δεν περιορίζεται σε υποστήριξη των αιτημάτων που υποβάλλουν οι αιτούντες, αλλά αφενός υποβάλλεται αυτοτελές αίτημα, που θεμελιώνεται σε αποκλειστικό δικαίωμα του κυρίως παρεμβαίνοντος και αφετέρου υπάρχει αντίθεση στο διορισμό της προσωρινής διοίκησης που προτείνεται από τον αιτούντα, επιδιώκοντας την κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ζητά ο αϊτών ρύθμιση της υπόθεσης ως προς το ζήτημα αυτό.

Ως άσκηση κυρίας παρέμβασης επί αιτήσεως για διορισμό προσωρινής διοίκησης νοείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 747 παρ. 1 και 752 ΚΠολΔ, μόνη η κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να γίνεται σε χρόνο που απέχει τουλάχιστον 24 ώρες από τη συζήτηση της αίτησης, χωρίς για την ολοκλήρωσή της να απαιτείται και η επίδοση αντιγράφου της στον αιτούντα και τον καθ’ ου η αίτηση, προϋπόθεση η οποία απαιτείται για την άσκηση της παρέμβασης όταν πρόκειται για παρέμβαση σε υπόθεση αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, οπότε εφαρμόζονται οι διατυπώσεις που απαιτούνται για την άσκηση της αγωγής, όχι όμως και όταν η υπόθεση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, οπότε εφαρμόζονται οι διατυπώσεις για την άσκηση της αίτησης, για την ολοκλήρωση της οποίας αρκεί η κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του οποίο απευθύνεται (βλ. σχετ. ΕφΘεσσαλ 915/1997 ΕλλΔνη 38.1859).

Επιπροσθέτως, κατά την διάταξη του άρθρο 79 ΚΠολΔ το αίτημα της κύριας παρέμβασης δεν μπορεί να είναι ευρύτερο ή διάφορο από το αίτημα της αρχικής δίκης, και αν όμως είναι διάφορο ή ευρύτερο, μπορεί να συνεκδικαστεί πάντως με την αρχική αγωγή, αν έχει τα στοιχεία της αυτοτελούς αγωγής και ασκείται έως την πρώτη συζήτηση της κύριας αγωγής (βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νικάς, Ερμηνεία ΚΠολΔ, σελ. 183, ΑΠ 1485/2006).

Εξάλλου, η διάταξη του 218 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγόμενου μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο εφαρμόζεται αναλόγως σε κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, όπως στο δικόγραφο της κύριας παρεμβάσεως (βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, σελ. 467). IV. Με τις διατάξεις των άρθρων 40 ε.π του κ.ν. 2190/1920, παρέχεται η δυνατότητα σε ορισμένα πρόσωπα και υπό ορισμένες προϋποθέσεις να ζητούν από το αρμόδιο Δικαστήριο τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου ανώνυμης εταιρείας (έκτακτου σε αντιδιαστολή με τον τακτικό έλεγχο των διατάξεων των άρθρων 36επ. του ίδιου νόμου). Ο έλεγχος, στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 40 του ν. 2190/1920 και χαρακτηρίζεται έκτακτος ή διαχειριστικός, είναι μορφή ιδιότυπης πραγματογνωμοσύνης (βλ. και , Το Δίκαιο των Εταιριών, 1974, σ. 330).

Ο ως άνω έκτακτος ή διαχειριστικός έλεγχος διαφέρει από τον τακτικό ως προς το χρόνο διεξαγωγής του αφού ο τελευταίος είναι μόνιμος και περιοδικός, ενώ ο διαχειριστικός είναι έκτακτος και για τη διενέργειά του χρειάζεται η συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, ως προς το πρόσωπο που ενεργεί τον έλεγχο, αφού ο μεν τακτικός ενεργείται από όργανα που διορίζει η ΓΣ της εταιρείας, αντιθέτως ο έκτακτος ενεργείται από πρόσωπα (ελεγκτές) που διορίζει το δικαστήριο, ως προς το αντικείμενο, αφού ο μεν τακτικός έλεγχος έχει ως αντικείμενο τη λογιστική και διαχειριστική κατάσταση της εταιρείας, αντιθέτως ο έκτακτος έλεγχος έχει ως αντικείμενο, κατά κανόνα, συγκεκριμένες πράξεις διαχείρισης και ως προς το σκοπό, αφού με τον έκτακτο έλεγχο επιδιώκεται, κατά κύριο λόγο, η προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων προσώπων και ιδιαίτερα της μειοψηφίας των μετόχων, η οποία επιτυγχάνεται ιδίως με τη συλλογή του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού για τη θεμελίωση τυχόν αξίωσης αποζημίωσης κατά των μελών του ΔΣ της εταιρείας ή κατ’ άλλων υπευθύνων, ή η επίκριση του ΔΣ και η διαφώτιση της ΓΣ. Προϋπόθεση άσκησης δικαιώματος ελέγχου από τη «μικρή μειοψηφία» (1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου) είναι η καταγγελία συγκεκριμένων πράξεων, από τις οποίες πιθανολογείται η παραβίαση διατάξεων οποιοσδήποτε νόμου ή του καταστατικού ή των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης, με σκοπό, κατά κύριο λόγο, την προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων προσώπων και ιδιαίτερα της μειοψηφίας των μετόχων.

Αντίθετα, ο έκτακτος έλεγχος από τη λεγομένη «μεγάλη» μειοψηφία (1/5 του καταβεβλημένου κεφαλαίου), δεν είναι μόνο έλεγχος νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι δεν περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων (σχετικώς προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων) των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της ανωνύμου εταιρείας, αλλά είναι και έλεγχος σκοπιμότητας (σύνεσης), ήτοι επεκτείνεται στην εξακρίβωση του εάν οι διαχειριστικές πράξεις ωφελούν ή ζημιώνουν την εταιρεία, δηλαδή εάν επαυξάνουν το ενεργητικό και τα κέρδη της ή όχι. [βλ. ΑΠ 1439/2015 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Β. Αντωνόπουλο, Δίκαιο ΑΕ και ΕΠΕ, (β’ έκδοση), σ. 344 επ., Νισυραίο, σε Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρείας, (2002), άρθρο 40 με περαιτέρω παραπομπές, σ. 399 επ, Λ. Κόκκινη, στο συλλογικό έργο Ε. Περάκη, Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρείας, II, άρθρο 40, σ. 1537, Κ. Παμπούκη, Ο έλεγχος της Ανώνυμης Εταιρείας, σ. 15 και 104 επ.)

Σημειώνεται, δε, ότι η αξίωση για έκτακτο έλεγχο από τη «μεγάλη μειοψηφία» δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 40 §§ 1, 2 κ.ν. 2190/1920. Αδιάφορο είναι επίσης αυτό καθ’ εαυτό (χωρίς επίκληση ιδιαίτερων χαρακτηριστικών καταχρηστικότητας) το γεγονός της από τους αιτούντες έγκρισης του ισολογισμού ή απαλλαγής του ΔΣ ή μη προβολής αντιρρήσεων σε ΓΣ. Συνεπώς ο έλεγχος σκοπιμότητας («σύνεσης») του άρθρου 40 § 3 κ.ν. 2190/1920 περιλαμβάνει και τον έλεγχο νομιμότητας («χρηστότητα») που προβλέπεται στο άρθρο 40 §§ 1, 2, κ.ν. 2190/1920, παρέχοντας μείζονες ελεγκτικές δυνατότητες είτε σε σχέση με την έλλειψη χρονικών περιορισμών, είτε αναφορικά με τις κατηγορίες διαχειριστικών πράξεων. Ειδικότερα η εταιρική διαχείριση ασκείται αντίθετα προς τους κανόνες της χρηστής διοίκησης, όταν ασκείται κατά παραβίαση των χρηστών ηθών, δηλαδή κατά παράβαση των περί ηθικής αντιλήψεων του μέσου, χρηστού και συνετού ανθρώπου, οι οποίες έχουν καταστεί κρατούσες στην κοινωνία. Ορθότερα, το κριτήριο χρηστότητας και σύνεσης για την αξιολόγηση της διοίκησης των εταιρικών υποθέσεων πρέπει πλέον να αναζητείται στην επιμέλεια που επιδεικνύει ο συνετός επιχειρηματίας, όπως πλέον ορίζεται στο άρθρο 22α του κ.ν. 2190/1920.

Αναμφίβολη διαπίστωση αποτελεί ότι κάθε επιχειρηματικό εγχείρημα ενέχει εγγενώς το στοιχείο του κινδύνου, αλλά η διαχείριση και η ανάληψη του επιχειρηματικού κινδύνου πρέπει να πραγματοποιείται με ενέργειες που συνιστούν εύλογη επιχειρηματική κρίση. Για τον έλεγχο, όμως, δεν αρκεί η μη συνετή και χρηστή διοίκηση, αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι υπάρχει τάση χειροτέρευσης της κατάστασης στης εταιρείας είτε λόγω ύπαρξης ή μεγέθυνσης ζημιών, είτε διότι τα κέρδη μειώνονται ή είναι μικρότερα από τα προσδόκιμα. Περαιτέρω, για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αίτησης, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι η κακή πορεία της εταιρείας οφείλεται στη μη χρηστή και συνετή διοίκηση, αξιολογώντας αν οι διαχειριστικές ενέργειες πραγματοποιούνται με καλή πίστη, επαρκείς πληροφορίες, στοχεύουν στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού (βλ. Λ. Κόκκινη, ό.π, σ. 1559).

Εν προκειμένω με το υπό κρίση δικόγραφο με αριθμό κατάθεσης 413/ΕκΜ/2017, οι αιτούντες εκθέτουν τα ακόλουθα : Ότι η μεν πρώτη και η δεύτερη είναι κυρίες των ονομαστικών μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με μην επωνυμία «…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ» που επικαλούνται και ότι εκπροσωπούν από κοινού το 27,73% του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου αυτής ενώ η τρίτη εξ’αυτών ήταν μέλος του ΔΣ της εταιρείας αυτής κατά το χρονικό διάστημα από 30-6-2011 έως 30-6-2016. Ότι κατά τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων έλαβαν χώρα, οι αναλυτικά αναφερόμενες στο δικόγραφο, παραβάσεις του νόμου και του καταστατικού της εταιρίας, και ότι η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλει η χρηστή και συνετή διαχείριση.

Ότι ειδικότερα κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. ε του καταστατικού ορίστηκε προθεσμία 15 ημερών αντί ενός μηνός για την άσκηση του δικαιώματος προτιμήσεως από τους μετόχους κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ότι ο προς ον η κοινοποίηση υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του ΔΣ της εταιρείας πλαστογράφησε την υπογραφή της τρίτης απούσας σε πλήθος εγγράφων, αρνήθηκε την χορήγηση σε αυτές διαφόρων κρίσιμων εγγράφων κατά παραβίαση του δικαιώματος τους πληροφόρησης, ότι ο ίδιος δραστηριοποιούνταν παράλληλα σε ανταγωνιστική επιχείρηση κατά παράβαση του άρθρου 23 του ν. 2190/1920 και του άρθρου 27 του καταστατικού και ότι προέβη σε δανεισμό της εταιρείας κατά παράβαση του άρθρου 23 α παρ. 2 του ν. 2190/1920. Ότι όλες οι ανωτέρω παραβάσεις συνιστούν μη χρηστή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και έχουν συντελέσει αιτιωδώς στην χειροτέρευση της κατάστασης της εταιρείας. Ότι η ανώνυμη εταιρεία στερείται διοίκησης, καθώς η θητεία του τελευταίου διοικητικού συμβουλίου αυτής έχει λήξει 30-6-2017.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους αιτούνται: α) να απορριφθεί η αίτηση του ………  ……… περί διορισμού προσωρινής διοίκησης, β) να διοριστεί προσωρινή διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας αποτελούμενη από τα προτεινόμενα από αυτές πρόσωπα, γ) να διαταχθεί η διενέργεια εκτάκτου ελέγχου νομιμότητας και σκοπιμότητας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ» και δ) να προσκομιστούν τα εκτενώς αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, επικαλούμενες έννομο συμφέρον συνιστάμενο στο δικαίωμα πληροφόρησης τους.

Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί ο αϊτών της κύριας αίτησης στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, στο υπό κρίση δικόγραφο παραδεκτά σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη σωρεύονται κατ’ άρθρο 218 ΚΠολΔ αφενός μεν κύρια παρέμβαση επί της κύριας αιτήσεως για διορισμό προσωρινής διοίκησης της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και αφετέρου αυτοτελή αίτηση περί διενέργειας εκτάκτου ελέγχου της ανώνυμης αυτής εταιρείες, οι οποίες (κύρια παρέμβαση- αίτηση διενέργειας εκτάκτου ελέγχου) αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο εισάγονται για να συζητηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 40 §§ 1 και 3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαιαστάθηκε από χο άρθρο 49 ν. 3604/2007, 739, 788 και 752 ΚΠολΔ). Ωστόσο, η κύρια παρέμβαση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτο ως προς την δεύτερη και τρίτη των απουσών καθόσον μετά την κατά τα ανωτέρω κλήτευση τους όπως αυτή διατάχθηκε από τον αρμόδιο Δικαστή, έχουν καταστεί διάδικοι με μόνη την κλήτευση τους και δεν έχουν την ιδιότητα του «τρίτου». Περαιτέρω, η κύρια παρέμβαση είναι νόμιμη, ως προς την πρώτη αιτούσα, η οποία τυγχάνει μέτοχος της ανώνυμης εταιρειας  και δικαιολογεί έννομο συμφέρον, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 69 ΑΚ και 786 ΚΠολΔ.

Τέλος, απορριπτέο ως μη νόμιμο είναι το αίτημα περί καταδίκης του αιτούντος της κύριας αίτησης- ………  ……… στα δικαστικά έξοδα των κυρίως παρεμβαινόντων, διότι η κύρια παρέμβαση ασκείται προς το συμφέρον της ανώνυμης εταιρίας και όχι του αιτούντος (άρθρο 746 ΚΠολΔ). Η δε σωρευόμενη αίτηση περί διενέργειας ελέγχου είναι ορισμένη, καθώς αναφέρονται σε αυτήν τα στοιχεία που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που κατά τις αιτούσες συνισχούν παραβάσεις νόμων, διατάξεων του καταστατικού και πλημμελή διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων. Η βασιμόχητα ή μη των ισχυρισμών των απουσών για την ύπαρξη των παραβιάσεων του άρθρου 40§2 ή για τη μη χρηστή διοίκηση του άρθρου 40§3 του νόμου 2190/1920 αποτελεί κρίση ουσίας, η οποία θα προκόψει από την αποδεικτική διαδικασία και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός περί αοριστίας που προβάλλει ο προς ον η κοινοποίηση πρέπει να απορριφθεί.

Επιπλέον, η υπό κρίση αίτηση περί διενέργειας εκτάκτου ελέγχου είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 40 §§ 1 και 3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 49 ν. 3604/2007 και σε εκείνες των άρθρων 739, 746 ΚΠολΔ. Απορριηχέα ως απαράδεκτη τυγχάνει η αίτηση αυτή ως προς την τρίτη αιτούσα καθώς δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς υποβολή αιτήματος για διενέργεια εκτάκτου ελέγχου στην ανώνυμη εταιρεία, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο δικόγραφο, αυτή δεν έχει την ιδιότητα του μετόχου, ενώ το δικαίωμα αίτησης προς διενέργεια εκτάκτου ελέγχου παρέχεται από το νόμο στους μετόχους της μειοψηφίας σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη.

Τέλος, το αίτημα να προσκομιστούν τα εκτενώς αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα στα πλαίσια του δικαιώματος της πληροφόρησης τους κατ’ άρθρο 902 ΑΚ, απαραδέκτως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, καθόσον αρμόδιο για την εκδίκαση τέτοιας αγωγής είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο της κατοικίας ή της έδρας του καθ’ ου απευθύνεται η αξίωση φυσικού ή νομικού προσώπου (βλ. ΕφΚερκ 32/1983, Δίκη 1983, 526), χωρίς να υπάρχει περιθώριο παραπομπής κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ, επειδή η υποβολή της αιτήσεως κατά τα άρθρα 739 – 781 Κ.Πολ.Δ. δεν συνδέεται με δικονομικές ή ουσιαστικές συνέπειες που θα πρέπει διατηρούμενες να προστατευτούν (βλ. ΕφΑΘ 2169/1997 ΕλλΔνη 1998. 905 και ΕφΑΘ 6033/1995 ΕλλΔνη 1996. 1145, καθώς και Κεραμεύς/Κονδύλης/Νικάς
(Αρβανιτάκη), ΚΠολΔ II (2000) άρθρα 739 -781 ΚΠολΔ αριθμοί 5, 6 και 7).

Επομένως, η κυρία παρέμβαση και η αίτηση περί διενέργειας εκτάκτου ελέγχου κατά το μέρος που κρίθηκαν νόμιμες πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα ενώ πρέπει να συνεκδικαστούν με την κύρια αίτηση περί διορισμού προσωρινής διοίκησης καθώς έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ παράλληλα επέρχεται μείωση των εξόδων της (άρθρο 246, σε συνδυασμό με το άρθρο 741 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι από την επισκόπηση του κρινόμενου δικογράφου που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης 413/ΕκΜ/2017, προκύπτει ότι η αρμόδια Δικαστής με την επ’ αυτής πράξη της, όρισε δικάσιμο για την συζήτησή της την 19*1 -10-2017 και διέταξε την κοινοποίηση προ δύο (2) ημερών.

Η κοινοποίηση αυτή αφορά τον αναγραφόμενο στο δικόγραφο ……. ………… (προς ον η κοινοποίηση) και όχι κάποιον άλλον ή τον εισαγγελέα Πρωτοδικών, αφού δεν γίνεται καμία σχετική αναφορά στην άνω πράξη, σε σχέση δε με τον εισαγγελέα Πρωτοδικών σημειώνεται ότι από τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν επιβάλλεται η κοινοποίηση της αίτησης σε αυτόν με το παραπάνω αίτημα. Κατά συνέπεια ο προς ον η κοινοποίηση – ………  ……….. κατέστη διάδικος στην άνω δίκη, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις (βλ. ΑΠ 305/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα,η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Προκειμένου να κριθεί η άσκηση δικαιώματος καταχρηστική απαιτείται η συνδρομή των ακολούθων δικαιοπαραγωγικών όρων: α) πάροδος ικανού χρονικού διαστήματος από τη γένεση του δικαιώματος μέχρι το χρόνο άσκησης της αίτησης ή αγωγής, β) αδράνεια του δικαιούχου ν’ ασκήσει το δικαίωμά του, σε όλο το χρονικό αυτό διάστημα, γ) πρόκληση εύλογης πεποίθησης στον οφειλέτη-υπόχρεο για μη ενάσκηση του δικαιώματος του δανειστή και δ) ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες από την ανατροπή της εν τοις πράγμασι (de facto) διαμορφωμένης κατάστασης σε βάρος του υπόχρεου- οφειλέτη, ώστε να στοιχειοθετεί, ουσιαστικά, υπέρβαση του κοινωνικού- οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (βλ. ΑΠ ΟλΑΠ 8/2001). Κατά συνέπεια, η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος προσλαμβάνει ιδιαίτερη βαρύτητα σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του μετόχου μειοψηφίας σε ανώνυμη εταιρεία για το δικαίωμά του να ζητήσει τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου, κατά τους όρους του άρθρου 40 του κ.ν. 2190/1920.

Κρίσιμα κριτήρια κατά την κρίση του δικαστηρίου είναι η δυνατότητα του μετόχου να έχει πρόσβαση στο κέντρο λήψης των αποφάσεων, δηλαδή, η συμμετοχή του, με την ιδιότητα του μέλους, στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, ως όργανο διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων. Μάλιστα, υπό τη νομοθετική πρόβλεψη του κ.ν. 2190/ 1920, πριν την τροποποίηση με το νόμο 3604/ 2007, η αιτούσα μειοψηφία του 1 3 δεν μπορούσε να ζητήσει τον έκτακτο έλεγχο εφόσον εκπροσωπούνταν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή προ βλεπόταν εκ του καταστατικού δικαίωμα ορισμού μελών σε αυτό. Η εκπροσώπηση έπρεπε να υφίσταται κατά την υποβολή της αίτησης, ενώ ήταν αδιάφορο αν ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου κατά το χρόνο που διαπράχθηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις διότι μόνο αυτός που τώρα εκπροσωπείται στο διοικητικό συμβούλιο πρέπει να θεωρείται από το νόμο ότι έχει αυτοτελή δυνατότητα έρευνας των λογιστικών στοιχείων της εταιρίας (βλ. ΕφΠατ 5949/2003, ΕφΠειρ 272/1996, ΕφΑΘ 5949/1990 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ωστόσο, η προϋπόθεση αυτή έπαυσε με το ν. 3604/2007 και πλέον, σύμφωνα με ίο άρθρο 40 § 5 του ν. 2190/ 1920, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει άτι η εκπροσώπηση των αιτούντων μετόχων στο διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις § 3 ή 6 του άρθρου 18 δεν δικαιολογεί τον έλεγχο με βάση το άρθρο αυτό. Το δικαστήριο, λοιπόν, μπορεί να απορρίιρει την αίτηση αν κρίνει ότι οι αιτούντές εκ της εκπροσώπησής τους στο διοικητικό συμβούλιο έχουν τη δυνατότητα διαχειριστικού ελέγχου και πληροφόρησης για την πορεία των εταιρικών πραγμάτων. Εν προκειμένω, ο προς ον η κοινοποίηση με τις προτάσεις που κατέθεσενομότυπα και εμπρόθεσμα, αρνείται αιτιολογημένα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις ιστορικές βάσεις της αίτησης, ισχυριζόμενος, επικουρικώς, ότι αυτή (αίτηση) ασκήθηκε καταχρηστικώς διότι η δεύτερη αιτούσα τύγχανε μέλος του διοικητικού συμβουλίου και δη αντιπρόεδρος επί σειρά ετών, ενώ η πρώτη αιτούσα είναι μητέρα της δεύτερης και εκ της ιδιότητας τους αυτής είχαν ακώλυτη πρόσβαση σε όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία της εταιρίας και δυνατότητα ενημέρωσης για τη λειτουργία της εταιρείας, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η διενέργεια εκτάκτου ελέγχου.

Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρων 40 παρ. 5 του ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών» καθώς και 281 ΑΚ, κρίνεται απορριπτέος, αφενός μεν ως μη νόμιμος καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, η παλαιότερη συμμετοχή της δεύτερης απούσας στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας δεν εμποδίζει τις αιτούσες να ζητήσουν τον έκτακτο διαχειριστικο  έλεγχο αυτής, αφετέρου δε ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος καθότι αυτός δε συνοδεύεται, από την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών εκ των οποίων να συνάγεται ότι η άσκηση του δικαιώματος των απουσών για τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δη περιστατικών εκ των οποίων να προκύπτει ότι το δικαίωμα αυτό ασκήθηκε με μοναδικό ή κύριο σκοπό την επαγωγή βλάβης στα έννομα αγαθά της εταιρείας ή αυτού ή για λόγους εκδικήσεως ή εχθρότητας, χωρίς παράλληλα να επιδιώκεται η θεραπεία κάποιου έννομου συμφέροντος.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος -………….  …………….. και την ανωμοτί κατάθεση της …………..  ………. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται, από την υπ’ αριθμ. 14339/2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος …….  …….. του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ………  ………….. , η οποία λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κληιεύσεως των κυρίως παρεμβαινόντων – απουσών (βλ. τις υπ’ αριθμ. 7211Β, 7212Β, 7213Β/10-11-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Ιωάννη Κοπανά) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο αϊτών, …………..  ………. είναι μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «…….. S.A και ειδικότερα είναι κύριος 27.595 μετοχών οι οποίες αντιπροσωπεύουν ποσοστό 67,63 % του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, το οποίο ανέρχεται σε 612.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 40.800 ονομαστικές μετοχές αξίας 15 ευρώ η καθεμία. Επιπλέον μέτοχοι είναι και η …………..  ………. σύζυγος …………..  ………… και η …………..  …………, μητέρα της πρώτης, κατέχοντας 7.234 μετοχές (που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 17,23 % του καταβεβλημένου κεφαλαίου) και 4.080 μετοχές (που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 10 % του καταβεβλημένου κεφαλαίου) αντίστοιχα, ήτοι από κοινού αντιπροσωπεύουν το 27,23 % του καταβεβλημένου κεφαλαίου.
Τα ανωτέρω συνομολογούνται από τον αιτούντα – ………  ………. .

Η ως άνω εταιρεία ιδρύθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 22.248/18-10-2005 πράξης σύστασης ανώνυμης εταιρείας της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαρίνας – Ελένης Μαγκλάρη του Σπυρίδωνος και η σύσταση της εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 34928/2005 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, με την οποία παρασχέθηκε σε αυτήν άδεια συστάσεως και εγκρίθηκε το καταστατικό της. Η ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών με αριθμό 59458/01/Β/05/479 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚμε αριθμό ……., τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Το πρώτο ΔΣ της εταιρείας μέχρι την σύγκληση της πρώτης τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων αποτελούνταν από τους : 1) …………..  ………… σύζυγος …………..  …………, ως Πρόεδρο, 2) …………..  ………… του ………. ως μέλος, 3) …………..  ………… του Γεωργίου ως Διευθύνοντα Σύμβουλο και 4) …………..  …………. Ακολούθως με την από 24-1-2008 γενική συνέλευση των μετόχων εξελέγη ως νέο μέλος του διοικητικού συμβούλιου ο ………  ………. του …….. . Εν συνεχεία, με την από 10-6-2008 γενική συνέλευση εξελέγη νέο διοικητικό συμβούλιο, με θητεία έως 30-6-2010, το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής : 1) …………..  ………… σύζυγος …………..  …………, ως Πρόεδρο, 2) …………..  ………. του …………   ως Αντιπρόεδρος, 3)
…………..  ………. σύζυγος του ………  ………, 4) …………..  ………… του ………. ως μέλος και 4) …………..  ………… του ………. ως μέλος. Με το από 26- 4-2010 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου συγκροτήθηκε αυτό εκ νέου σε σώμα ως εξής : 1) …………..  ………. του ……, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, 2) …………..  ………. σύζυγος ………  ………, Αντιπρόεδρος, 3) …………..  ………… σύζυγος …………..  …………, μέλος, 4) …………..  ………… του ………., μέλος και 5) ………. χήρα …………..  …………, μέλος.

Εν συνεχεία, με την από 30-11-2011 γενική συνέλευση των μετόχων εξελέγη νέο διοικητικό συμβούλιο με θητεία μέχρι τις 30-6-2016, το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα ως ακολούθως : 1) …………..  ………. του ……., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, 2) …………..  ………. σύζυγος ………  ………, Αντιπρόεδρος και 3) …………..  …………, Μέλος. Η πενταετής αυτή θητεία του διοικητικού συμβουλίου παρατάθηκε ως την 30-6-2017 δυνάμει του άρθρου 19 του καταστατικού της εταιρείας το οποίο προβλέπει «Την εταιρεία διοικεί το Διοικητικό Συμβούλιο που αποτελείται από τρία τουλάχιστου έως το αυώτερο επτά μέλη από τους μετόχους της εταιρείας ή έξω από αυτούς που εκλέγουται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της σε μυστική ψηφοφορία και με απόλυτη πλειοψηφία για θητεία πέντε (5) ετών, παρατεινόμενη μέχρι την πρώτη τακτική Γενική Συνέλευση μετά τη λήξη της θητείας τους, μη δυνάμενη να υπερβεί την εξαετία…». Στη προκειμένη περίπτωση την 30-6-2017 έληξε η νόμιμη θητεία του τελευταίου Διοικητικού Συμβουλίου, όπως αυτό συγκροτήθηκε σε σώμα.

Περαιτέρω, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδεικνύεται ότι μεταξύ αφενός του αιτούντος, μετόχου της πλειοψηφίας και Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του τελευ

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.