fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟΥ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 Αριθμός Απόφασης 442/2014

(Γενικός αριθμός κατάθεσης δικογράφου ανακοπής: 190664/29.11.2012)(Αριθμός κατάθεσης δικογράφου ανακοπής: 6013/29.11.2012)

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Καλλιόπη Χονδρού, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Βασιλική Κωνσταντοπούλου, Πρωτόδικη και Μαρία Μουζάκη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, και από την Γραμματέα Μαρία Κωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 01 π Οκτωβρίου του έτους 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ  _________  , νομίμως εκπροσωπούμενου από τον  _________    _________  , ο οποίος κατοικοεδρεύει στην  _________  , επί της οδού  _________  , αριθμός ___, και τον _______  ________, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην  _________  , επί της οδού  _________  , αριθμός ___, το οποίο παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια της δικαστικής πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Σταυρούλας Ντούση (Ν.Σ.Κ. 366), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ _________  _________   του ________, κατοίκου ________, οδός _________, αριθμός ____, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ιωάννας Μαρώση, Δικηγόρου Αθηνών (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 28.196), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Το ανακόπτον αιτείται να γίνει δεκτή η από 28.11.2012 και γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου 190664/29.11.2012 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 6013/29.11.2012 ανακοπή του, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, εγγράφηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 02.04.2013, κατά την οποία αναβλήθηκε για να συζητηθεί κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε εκ νέου στο πινάκιο.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του σχετικού πινακίου και κατά την συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ι) Οι διατάξεις της παραγράφου 1, 2 και 3 του άρθρου 30 του ν.δ/τος 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) ορίζουν ότι: «1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων…του οφειλέτη του δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου, μη κοινοποιούμενου εις τον οφειλέτη, περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμο, όνομα πατρός του οφειλέτη, β) το ονοματεπώνυμο του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογία και υπογραφή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ’ αυτού εις τον οφειλέτη του δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιο Ταμείο   Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτη του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ουδέ δύναται να συμψηφίσει προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφέρουσας τα αποτελέσματα αυτοδικαίως αναγκαστικά εκχωρήσεως». Εξ άλλου, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του ίδιου ως άνω νομοθετικού διατάγματος ορίζει ότι « Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα…ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών, ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ο τρίτος οφείλει να δηλώση τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως. Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι’ αναφοράς επιδιδομένης δια του δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου της κατοικίας του ή διαμονής του, όστις συντάσσει έκθεσιν εφ’ απλού χάρτου ην αποστέλλει εις τον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου εντός 24 ωρών». Η διάταξη δε του άρθρου 33 προβλέπει ότι «Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ’ ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση». Τέλος, η διάταξη του άρθρου 34 ορίζει ότι «Ανακοπήν κατά της δηλώσεως ασκεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου, εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως ή από της περιελεύσεως αυτώ της εκθέσεως της ενώπιον του Ειρηνοδίκου γενομένης δηλώσεως. Η Ανακοπή εισάγεται και εκδικάζεται κατά τα εν άρθρω 986 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας οριζόμενα». Το άρθρο δε 986 του ΚΠολΔ, όπως σε αυτό προστέθηκε το εδάφιο γ’ με το άρθρο 19 παρ. 12 του νόμου 4055/2012, προβλέπει τα ακόλουθα: «Μέσα σε τριάντα ημέρες από την δήλωση του άρθρου 985, όποιος επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα να την ανακόψει ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 και 23 επ. δικαστηρίου. Με την ανακοπή μπορεί να ζητηθεί και αποζημίωση κατά το άρθρο 985 παρ. 3. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατάθεσή της, μπορεί δε να επιδοθεί και στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε την προσβαλλόμενη δήλωση». Η ισχύς του ως άνω αναφερόμενου νόμου 4055/2012 άρχισε εν γένει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 113 αυτού, από την 02.04.2012, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου 110, στις οποίες και προβλέπεται διαφορετικός χρόνος έναρξης ισχύος. Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ/τος 356/1974) και αυτής του άρθρου 986 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά του οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου και ήδη από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο δεν κοινοποιείται στον οφειλέτη και το οποίο πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης, που στηρίζουν την κατάσχεση στα χέρια του τρίτου, καθώς και επαρκή στοιχεία για τον καθορισμό της έννομης σχέσης, που συνδέει τον καθ’ ου η κατάσχεση με τον τρίτο (λ.χ. μίσθωση, εντολή, εταιρεία κ.λπ.), με απλό προσδιορισμό της έννομης σχέσης, που αποτελεί την δικαιογόνο αιτία της οφειλής του τρίτου, χωρίς, περαιτέρω, να απαιτείται και αναφορά των γενεσιουργών περιστατικών της οφειλής (Ν. Νικάς, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης II, Ειδικό Μέρος, έκδοση 2012, σελ. 652 και 653). Εξ άλλου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, οφείλει μέσα σε προθεσμία οκτώ (08) ημερών, αφ’ ότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση, που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, με μνεία του κατασχόντος και του ποσού για το οποίο αυτή επιβλήθηκε. Αν ο τρίτος δεν απαντήσει με εμπρόθεσμη και νομότυπη δήλωσή του λογίζεται ως οφειλέτης της όλης απαίτησης, για την οποία έγινε η κατάσχεση. Η ως άνω δήλωση συνιστά υποχρέωση του τρίτου («οφείλει να δηλώσει»), που καθιερώνεται από το νόμο, προς ειλικρινή απάντηση έναντι του κατασχόντος, για την διασφάλιση της έννομης τάξης, η οποία υποχρέωση, έρεισμα έχει το γενικό κοινωνικό καθήκον έναντι της έννομης τάξης και είναι ανάλογη προς την υποχρέωση οποιουδήποτε, που καλείται να εξεταστεί ως μάρτυρας (398 του ΚΠολΔ, 209 του ΚΠΔ). Η υποχρέωση αυτή δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή «εξήγηση» του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθ’ ου η εκτέλεση (I. Μπρίνιας, ό.π. παρ. 462 σελ. 1378, Β. Βαθρακοκοίλης, Κωδ. Πολ. Δικόν, έκδ. 1977, τομ. ΣΤ άρθρο 985 παρ. 1 σελ. 88). Κατά της αρνητικής και μόνο δήλωσης αυτής, ο κατασχών έχει το ειδικό ένδικο βοήθημα της ανακοπής του άρθρου 986 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ΚΕΔΕ, με το οποίο ο ανακόπτων μπορεί να αμφισβητήσει εν όλω ή εν μέρει την δήλωση, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην δήλωση και να επιδιώξει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεμένου ποσού, εφ όσον η ανακρίβεια, παράλειψη ή απόκρυψη των περιστατικών συνδέεται με την μη ικανοποίηση της απαίτησης του, θεωρώντας αυτόν ως οφειλέτη του κατασχεμένου. Η παράλειψη του τρίτου, αντιθέτως, να υποβάλει δήλωση και η εκπρόθεσμη δήλωση δεν έχουν ανάγκη προσβολής, αφού ο κατασχών εξασφαλίζεται με τις συνέπειες του άρθρου 33. Η ανακοπή, λοιπόν, απευθύνεται εναντίον της εμπρόθεσμης και νομότυπης αρνητικής δήλωσης του τρίτου στο σύνολό της ή σε ορισμένα σημεία αυτής, τα οποία ο ανακόπτων θεωρεί ανακριβή (I. Μπρίνιας, Διοικητική Εκτέλεση, τόμος Β7, έκδοση 1987, σελ. 549 επ.). Έτσι, μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου δήμιουργείται διαγνωστική δίκη, στην οποία κατ7 ουσίαν εισάγεται προς εκδίκαση η έναντι του τρίτου απαίτηση του καθ’ ου η κατάσχεση, που αποτελεί και το κύριά, αντικείμενο της δίκης. Με την ανακοπή ασκεί ο ανακόπτων πλαγιαστικώς ‘ (άρθρο 72 του ΚΠολΔ) τα δικαιώματα του καθ’ ου η κατάσχεση (ΕφΑΘ 1930/2007, ΕΦΑΔ 2008, σελ. 365). Εί ανακοπή αυτή έχει το χαρακτήρα ανακοπής του άρθρου 583 του ΚΠολΔ (ΑΠ 144/1990, ΕΕΝ 1990, σελ. 664) και αποτελεί εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο μεταξύ κατασχόντος-ανακόπτοντος δημοσίου και του καθ’ ου η ανακοπή τρίτου, το δε ανακόπτον επέχει θέση ενάγοντος ως προς τα προαναφερόμενα αιτήματα του (ΕφΑΘ 6488/2008, ΕλλΔνη 2009, σελ. 859). Η δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ανακοπής προσδιορίζεται από την φύση της κατασχεθείσας απαίτησης. Αν η απαίτηση αυτή ανήκει στο ιδιωτικό δίκαιο, η διαφορά που ανακύπτει με την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής είναι ιδιωτική και υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 10/1995, ΕλλΔνη 37, σελ. 105, ΕφΠειρ 935/1994, ΕλλΔνη 37, σελ. 391, ΕφΑΘ 3416/1990, ΕλλΔνη 32, σελ. 1027). Η καθ’ ύλην δε αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής αυτής καθορίζεται ανάλογα προς το είδος (άρθρα 15-17 του ΚΠολΔ) και την αξία (άρθρα 14, 16 και 18 του ΚΠολΔ) της κατασχεθείσας απαίτησης, στην οποία αφορά η ανακοπτόμενη δήλωση του τρίτου και όχι με βάση το ποσό, που φέρεται ως συνολικώς οφειλόμενο από τον τρίτο (ΠΠρΑΘ 11212/1972, ΑρχΝομ 1973, σελ. 149, ΜΠρΑΘ 4899/1984, ΕλλΔνη 1987, σελ. 178, Ν. Νίκας, ό.π., σελ. 696, Νικολόπουλος σε ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, υπό το άρθρο 986, σελ. 1921). Κατά τόπον δε αρμόδιο δικαστήριο είναι κατ’ αρχήν το δικαστήριο της νόμιμης γενικής δωσιδικίας του τρίτου (άρθρα 22 επ. του ΚΠολΔ), ο οποίος έχει την θέση του εναγομένου, αν, όμως, η κατασχεθείσα απαίτηση υπάγεται σε αποκλειστική ειδική δωσιδικία, η γενική δωσιδικία υποχωρεί και η ανακοπή εισάγεται στο δικαστήριο της αποκλειστικής δωσιδικίας. Ας σημειωθεί δε ότι η δίκη της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου δεν αποτελεί δίκη περί την εκτέλεση και συνεπώς δεν βρίσκουν εφαρμογή σε αυτήν οι ειδικοί κανόνες του άρθρου 937 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και οι ειδικοί κανόνες, που αφορούν στις ανακοπές των άρθρων 933 και 936 του ΚΠολΔ. Η εισαγωγή προς συζήτηση και η ίδια η συζήτηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου διέπεται κατ’ αρχήν από τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας, αν όμως η κατασχεθείσα απαίτηση υπάγεται κατά την φύση της σε ειδική διαδικασία (λ.χ. εργατικών διαφορών) η ανακοπή αυτή θα εκδικασθεί με τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας (Ν. Νικάς, ό.π., σελ. 698 επ.).

II) Εξ άλλου, σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 1 του νόμου 4055/2012, με έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εν γένει, ως προελέχθη και στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη της παρούσας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 113 αυτού, από την 02.04.2012, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου 110, στις οποίες και προβλέπεται διαφορετικός χρόνος έναρξης ισχύος, «Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους είναι πάνω από είκοσι χιλιάδες ευρώ (20.000,00€), δεν υπερβαίνει, όμως, το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (250.000,00€)». Το άρθρο δε 46 του ΚΠολΔ προβλέπει ότι «αν το δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην ή κατά τόπο αρμόδιο, αποφαίνεται για αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση».

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση ανακοπή του, το ανακόπτον ελληνικό δημόσιο ισχυρίζεται ότι δυνάμει του υπ’ αριθμόν πρωτοκόλλου 1593/2012 κατασχετηρίου εγγράφου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της καθ’ ης η ανακοπή, ως τρίτης, όσων η τελευταία οφείλει ή μέλλει να οφείλει, από εμπορικές συναλλαγές της, ποσού σαράντα δύο χιλιάδων τεσσάρων ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (42.004,29€), βάσει παραστατικών, στην οφειλέτιδά του ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία « _________  ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ- ΕΞΑΓΩΓΕΣ», καθώς και από οποιαδήποτε άλλη αιτία και μέχρι του συνολικού ποσού των εκατόν ενενήντα μία χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (191.554,40€), ποσό το οποίο αποτελεί το σύνολο των οΦειλών της οφειλέτιδάς του προς αυτό (το δημόσιο) από δηλώσεις Φ.Π.Α., όπως εξειδικεύονται στον από 25.07.2012 πίνακα χρεών, που εμπεριέχεται στο δικόγραφο της υπό κρίση ανακοπής. Ότι εντός της νομίμου προθεσμίας από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στην καθ’ ης η ανακοπή, η τελευταία προέβη στην από 06.11.2012 δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην ως άνω υπηρεσία του  _________   την 07.11.2012, με την οποία δήλωνε ότι: α) το προαναφερθέν κατασχετήριο έγγραφο είναι αόριστο και συνεπώς άκυρο, διότι δεν περιέχεται σε αυτό σαφής και επαρκής αναφορά της αιτίας της οφειλής της προς την οφειλέτιδα ανώνυμη εταιρεία, ούτε του αντικειμένου της κατάσχεσης, β) ότι η οφειλή της προς την οφειλέτιδα ανώνυμη εταιρεία είναι ανεκκαθάριστη, διότι ευρίσκεται σε δικαστική αντιδικία με την τελευταία και συνεπώς δεν μπορεί να προβεί σε δήλωση περί το ακριβές ύψος της οφειλής της και γ) ότι έχει προβεί σε εξόφληση διαφόρων ποσών προς την ως άνω οφειλέτιδα, σχετικά δε με το διεκδικούμενο ποσό της οφειλής της από την οφειλέτιδα εταιρεία, η τελευταία έχει ήδη επιβάλλει κατάσχεση δυνάμει των υπ’  αριθμούς 1460/2011 και 1462/2011 κατασχετηρίων εκθέσεων σε κινητή της περιουσία, έχει ήδη δε οριστεί πλειστηριασμός για απαίτηση της οφειλέτιδος ανώνυμης εταιρείας για ποσό δέκα χιλιάδων εξακοσίων είκοσι ευρώ (10.620,00€). Ότι η ανωτέρω αρνητική δήλωση της καθ’ ης η ανακοπή είναι αναληθής, ανακριβής, αόριστη και μη νόμιμη και ως εκ τούτου άκυρη διότι, όπως το περιεχόμενο των επιμέρους λόγων της ένδικης ανακοπής εκτιμώνται δεόντως: α) το κατασχετήριο έγγραφο είναι πλήρως ορισμένο, αφού σε αυτό αναφέρεται ότι η οφειλή της καθ’ ης η ανακοπή προς την οφειλέτιδα ανέρχεται στο ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων τεσσάρων ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (42.004,29€) και προέρχεται από εμπορικές συναλλαγές με αυτήν (την οφειλέτιδα), όπως αυτές προκύπτουν αναλυτικά από την συγκοινοποιούμενη με το κατασχετήριο έγγραφο από 05.07.2012 καρτέλα πελατών με ανάλυση αξιογράφων (παραστατικών) μεταξύ της καθ ης η ανακοπή και της οφειλέτιδας, β) οι επικαλούμενες από την καθ ης η ανακοπή καταβολές προς την οφειλέτιδα δεν αποδεικνύονται, σε κάθε δε περίπτωση υπολείπονται του συνολικά οφειλομένου ποσού των σαράντα δύο χιλιάδων τεσσάρων ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (42.004,29€) και, πάντως, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι αυτές έχουν πραγματοποιηθεί, δεν αποδεικνύεται ότι έγιναν προς εξόφληση της ένδικης οφειλής της καθ’ ης η ανακοπή προς την οφειλέτιδα βάσει των αναφερομένων παραστατικών στην από 05.07.2012 καρτέλα πελατών και τέλος γ) οι επικαλούμενες από την καθ’ ης η ανακοπή αναγκαστικές κατασχέσεις σε βάρος της κινητής της περιουσίας δεν αποδείχθηκε ότι έχουν σχέση με την επίδικη οφειλή της. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ανακόπτον αιτείται: α) να αναγνωριστεί ως ανειλικρινής, αόριστη και ανακριβής η αρνητική δήλωση της καθ’ ης η ανακοπή, β) να αναγνωριστεί ότι η καθ’ ης η ανακοπή είναι οφειλέτιδα του ποσού των σαράντα δύο χιλιάδων τεσσάρων ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (42.004,29€), για το οποίο επιβλήθηκε εις χείρας της η υπ’ αριθμόν 1593/2012 κατάσχεση από συναλλαγές της προς την οφειλέτιδα του ίδιου ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία « _________  ΕΙΣΑΓΩΓΈΣ-ΕΞΑΓΩΓΈΣ», καθώς και ότι η καθ’ ης η ανακοπή είναι οφειλέτιδα του ίδιου για ό,τι οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην ως άνω οφειλέτιδα, έως την ολοσχερή εξόφλησή του και μέχρι του ποσού των εκατόν ενενήντα μία χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (191.554,40€), από την ημερομηνία επιβολής της κατάσχεσης μέχρι του ως άνω ποσού, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση ανακοπής. Τέλος, αιτείται να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτώς από άποψη δικαιοδοσίας πολιτικών δικαστηρίων εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δοθέντος ότι η επικαλούμενη οφειλή της καθ’ ης η ανακοπή, με την ιδιότητά της ως τρίτης, προς την οφειλέτιδα του ανακόπτοντος-καθ’ ης η κατάσχεση έχει παραχθεί από σχέση ιδιωτικού δικαίου (εμπορική συναλλαγή), αναρμοδίως, ωστόσο, αναφορικά με την καθ’ ύλην αρμοδιότητα εισάγεται, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη της παρούσας κρίσιμο για τον καθορισμό της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, που θα δικάσει την ανακοπή του άρθρου 34 του Κ.Ε.Δ.Ε. και 986 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται η ένδικη ανακοπή, είναι η αξία της κατασχεθείσας απαίτησης, η οποία, εν προκειμένω, ανέρχεται στο ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων τεσσάρων ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (42.004,29€) και σε κάθε περίπτωση μέχρι του ποσού των εκατόν ενενήντα μία χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (191.554,40€), υπαγόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 6 παρ. 1 του νόμου 4055/2012 και εφαρμόζεται στην επίδικη ανακοπή, ως κατατεθείσα στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 29.11.2012. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 46 του ΚΠολΔ και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η ύπαρξη της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από αυτό και η έρευνά της προηγείται από κάθε άλλο ζήτημα, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να κηρυχθεί καθ’ ύλην αναρμόδιο προς εκδίκαση της υπό κρίση ανακοπής και να παραπέμψει αυτήν προς εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου ως άνω Δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για να την δικάσει κατά την τακτική διαδικασία. Τέλος, επειδή η παραπεμπτική απόφαση θεωρείται οριστική, το ανακόπτον πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η ανακοπή, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 του νόμου 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν αναρμόδιο προς εκδίκαση της από 28.11.2012 και με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου 190664/29.11.2012 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 6013/29.11.2012 ανακοπής.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ αυτήν στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, ήτοι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για να δικαστεί με την τακτική ανακόπτοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων τριάντα (230,00) ευρώ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή σε βάρος του ανακόπτοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των 230 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην  Αθήνα   την 14η  Ιανουάριου του έτους 2014 και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού στον ίδιο τόπο, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 03η Φεβρουάριου του έτους 2014.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ