fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός 890/2007
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ευσταθία Αδαμοπούλου, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την παρουσία της Γραμματέως Μαρίας Οικονόμου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5-2-2007, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Των καλουσών – εναγουσών: 1  _________    _________  , συζ.  _________    _________  , κατοίκου  _________  , 2)  _________    _________  του  _________  , κατοίκου  _________  , 3)  _________    _________   του  _________  , κατοίκου  _________  , ως προς την οποία παραιτείται της αγωγής, 4)  _________  _________  του  _________  , κατοίκου  _________  , που παραστάθηκαν η 1η μετά και η 2η , 3η, 4η δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ιωάννας Μαρώση.

Των καθών η κλήση – εναγομένων: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία « _________  » με έδρα την  _________  , 2)  _________    _________   του  _________   και της  _________  , 3)  _________    _________   του  _________   και της  _________  , 4)  _________    _________   του  _________   και της  _________  , κατοίκων Αθηνών, που δεν παραστάθηκαν.

Οι καλούσες – ενάγουσες με την από 6-7-2005 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 915/6-7-2005 αγωγή τους, διαδικασίας εργατικών διαφορών, που ματαιώθηκε και επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 4-12-2006 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1800/4-12-2006 κλήση τους, ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Για την προκειμένη συζήτηση και μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο και κατά την σειρά εγγραφής της σ’αυτό, το Δικαστήριο αφού, Ακούσε όσα περιέχονται στα πρακτικά.

 

Μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφτηκε σύμφωνα με το Νόμο.

Από τη διάταξη του άρθρου 215 παρ. 1 εδ. α’ με την οποία ορίζεται ότι «η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο «προκύπτει οτι η άσκηση της αγωγής αποτελεί σύνθετη διαδικαστική πράξη που αποτελείται από την κατάθεση και την επίδοση κυρωμένου αντιγράφου αυτής. Συνεπώς η παράλειψη της επίδοσης της αγωγής συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησής της και ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου (άρθρα 159 και 271 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις 10258, 10259, 10260 και 10261/4-12- 2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά, Σταυρούλας Τζεφεράκου, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης κλήσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση για τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους εναγόμενους. Ωστόσο η επαναφερόμενη μετά από ματαίωση της συζήτησής της αγωγή προς εκδίκαση^ η οποία είχε κατατεθεί με αυξ. αριθμό 915/05, είχε επιδοθεί μόνο στην πρώτη και δεύτερο των εναγομένων, όπως αποδεικνύεται από τις υπ’ αριθμούς 5470Β/6-7-2005 και 5469Β/6-7-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Ιωάννη Χονδροκούκη, τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγουσες ενώ δεν επικαλούνται και δεν προσκομίζουν εκθέσεις επιδόσεως της αγωγής για τους τρίτο και τέταρτο των εναγόμενων. Επομένως ως προς τους δύο τελευταίους, σύμφωνα με τις διατάξεις που εκτίθενται στην αρχή της απόφασης η συζήτηση της αγωγής πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη. Το δικαστήριο δε θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης ερήμην των δύο πρώτων εναγόμενων, οι οποίοι αν και έχουν κλητευθεί νομότυπα, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, (άρθρο 672 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος των εναγουσών με δήλωσή της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζήτησης, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής ως προς την τρίτην ενάγουσα. Επομένως ως προς αυτήν η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρ. 295 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και η δίκη καταργείται (άρθρ. 293 Κ.Πολ.Δ.).

Στην υπό κρίση αγωγή οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι με την εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ο 2ος, 3ος και 4ος εναγόμενος είναι ομόρρυθμοι εταίροι κατήρτισαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι παρείχαν την αναφερόμενη στην αγωγή εργασία, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού. Ότι η εναγόμενη οφείλει στις ενάγουσες τους δεδουλευμένους μισθούς, που αναφέρουν συγκεκριμένα στην αγωγή, τους οποίους αρνείται αδικαιολόγητα να τους καταβάλει. Ζητούν δε να υποχρεωθούν όλοι οι εγαγόμενοι να τους καταβάλουν από κοινού και ο καθένάς εις ολόκληρον το ποσόν των Ευρώ 7.082,89 στην πρώτη των εναγουσών, των Ευρώ 4.210,59 στη δεύτερη και Ευρώ 7.513,91 στην τέταρτη νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη.

Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 14 παρ. 1α και 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για να συζητηθεί με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. Κ.Πολ.Δ.). Είναι δε νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652, 653, 655, 926, 341, 345, 346 ΑΚ, άρθρ. 22 ΕΝ, 907, 908, 910 παρ. 4 και 176 Κ.Πολ.Δ. Εφόσον καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη της συζήτησης και δεν απαιτείται δικαστικό ένσημο σύμφωνα με το άρθρο 71 Εμπ. Ν. Κ.Πολ.Δ., όπως έχει τροποποιηθεί από άρθρο 6 παρ. 17 Ν. 2479/97 η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα αποδείξεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τις ενάγουσες έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία « _________  » που εδρεύει στην  _________   (οδός  _________   αρ. __), έχει ως διαχειριστή τον δεύτερο εναγόμενο,  _________    _________  , ομόρρυθμα δε μέλη τους  _________    _________   και  _________    _________  . Ο ως άνω διαχειριστής προσέλαβε τις ενάγουσες για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα την πρώτη ενάγουσα με την από 1-2­1988 σύμβαση ως βοηθό λογιστή και τη δεύτερη και τέταρτη με τις από 3/9/1997 και 29/2/2001 συμβάσεις αντιστοίχως ως υπαλλήλους γραφείου απασχολούμενες καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή και από ώρα έως 17.00. Οι καθαρές αποδοχές τους για τα έτη 2004 και 2005 ανήλθαν για μεν την πρώτη σε Ευρώ 1163,80 και 1197,44 αντιστοίχως, της δεύτερης στο ποσόν των Ευρώ 819,75 για το έτος 2004, Ευρώ 831,98 για τους δύο πρώτους μήνες του έτους 2005 και Ευρώ 903,57 για το Μάρτιο και Απρίλιο του 2005. Η εν λόγω ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εταιρεία τον Απρίλιο του 2005 λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών. Τέλος για την τέταρτη ενάγουσα οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν σε Ευρώ 644,28 τόσο για το έτος 2004 όσο και το 2005.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι από το Νοέμβριο του 2004 η εναγόμενη εταιρεία έπαψε να τους καταβάλει το σύνολο των αποδοχών τους, επικαλούμενη οικονομικές δυσκολίες, αν και οι ενάγουσες παρείχαν τις υπηρεσίες για τις οποίες οφείλει  σε κάθε μία τα παρακάτω ποσά: 1) Στην πρώτη ενάγουσα μέρος του μισθού Νοεμβρίου του 2004 εξ Ευρώ 663,80 (διότι της είχε καταβάλει έναντι 500,00 Ευρώ), ολόκληρο το μισθό του Δεκεμβρίου 2004 (Ευρώ 1163,80), μέρος του μισθού του Ιανουάριου 2005 εξ ευρώ 897,44 (διότι της είχε καταβάλει 300,00 ευρώ), ολόκληρο το μισθό Φεβρουάριου και Μαρτίου 2005 εξ ευρώ 2.394,88 (1197,44 X 2) , μέρος του μισθού Απριλίου 2005 εξ ευρώ 797,44 (διότι της είχε καταβάλει το ποσόν των 400 ευρώ έναντι) και ολόκληρο το μισθό Μαΐου ευρώ. Επομένως η εναγόμενη εταιρεία οφείλει συνολικά στην πρώτη ενάγουσα το ποσόν των Ευρώ 7114,80 (663,80 + 1163,80 + 897,44 + 2.394,88 + + 1197,44).

2) Στην δεύτερη ενάγουσα η εναγόμενη οφείλει υπόλοιπο του μισθού Νοεμβρίου 2004 εξ ευρώ 419,75 (διότι της είχε καταβάλει έναντι 400,00 ευρώ), ολόκληρους τους μισθούς Δεκεμβρίου 2004 και Ιανουάριου 2005 εξ Ευρώ 1.651,73 (819,75 + 831,98), υπόλοιπο του μισθού μηνός Φεβρουάριου του 2005 εξ Ευρώ 631,98, διότι της είχε καταβάλει έναντι 200,00 ευρώ (831.98 – 200,00) ολόκληρο το μισθό Μαρτίου 2005 εξ ευρώ 831,98 και υπόλοιπο του μισθού του Απριλίου 2005 εξ Ευρώ 531,98, διότι της είχε καταβάλει έναντι εξ Ευρώ 300 (831,98 -300,00). Της οφείλει επομένως συνολικά Ευρώ 4.067,42.

3) Στην τέταρτη ενάγουσα η εναγόμενη εταιρεία οφείλει υπόλοιπο του μισθού του Νοεμβρίου του έτους 2004 (δεδομένου ότι της είχε καταβάλει το ποσόν των ευρώ) εξ Ευρώ 444,28          (644,28 -200,00), ολόκληρο το μισθό Δεκεμβρίου και Ιανουάριου 2005, ήτοι Ευρώ 1.288,56 (644,28 X 2), υπόλοιπο του μισθού Φεβρουάριου 2005 εξ Ευρώ 444,28, διότι της είχε καταβάλει έναντι 200,00 ευρώ (644,28 – 200,00), τους μισθούς Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2005 ήτοι Ευρώ 1.932,84 (644,28 X 3) και υπόλοιπο Ευρώ 444,28 από το μισθό του μηνός Ιουνίου 2005 διότι της είχε καταβληθεί έναντι από 200,00 ευρώ (644,28 – 200). Οφείλει επομένως η εναγόμενη εταιρία στην τέταρτη ενάγουσα το συνολικό ποσόν των 4.554,24 ευρώ (444,28 + 1.288,56 + 444,28 + 1.932,84 + 444,28).

Κατόπιν αυτών η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή για την πρώτη και τέταρτη των εναγουσών και μερικώς δεκτή για τη δεύτερη ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το αιτούμενο ποσόν των 7.087,89 ευρώ (κατ’ άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσόν των Ευρώ 4.067,42 που αποδείχθηκε και στην τέταρτη το αιτούμενο επίσης ποσόν των 4451,16 ευρώ (ο.π. κατ’ άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.) με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής. Κρίνεται επίσης ότι η καθυστέρηση της εκτέλεσης θα επιφέρει σημαντική ζημία στις ενάγουσες, γι’αυτό το σχετικό αγωγικό μίτημα πρέπει να γίνει δεκτό. Η δικαστική δαπάνη των εναγουσών θα επιβληθεί σε βάρος των εναγόμενων (άρθρ. 176 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής (άρθρ. 673, 505, 507 Κ.Πολ.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Καταργεί τη δίκη ως προς την τρίτη ενάγουσα.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων

Δικάζει ερήμην της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων.

Ορίζει παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσόν των εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ.

Δέχεται την αγωγή εξ ολοκλήρου για την πρώτη και τέταρτη από τις ενάγουσες και κατά ένα μέρος για την δεύτερη.

Υποχρεώνει τους εναγομένους (πρώτη και δεύτερο  να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας στην πρώτη ενάγουσα επτά χιλιάδες ογδόντα επτά ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτά (7.087,89), στη δεύτερη τέσσερις χιλιάδες εξήντα επτά ευρώ και σαράντα δύο λεπτά (4.067,42) και στην τέταρτη ενάγουσα τέσσερις χιλιάδες πενήντα ένα ευρώ και δεκαέξι λεπτά (4.451,16), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Επιβάλλει σε βάρος των εναγόμενων τη δικαστική δαπάνη των εναγουσών, την οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα ευρώ (250,00).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση Αθήνα 17 Ιουλίου 2007.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ                              ΜΑΡΙΑ  ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ