ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ
Αριθμός Απόφασης 4758/2014
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χαρίκλεια Παραπαγγίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Γεωργία Πολύδερα, Πρωτόδικη Αικατερίνη Τσέλιου, Πρωτόδικη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σοφία Δημαρά.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Εταιρίας, με την επωνυμία «_________ Ε.Π.Ε.», που εδρεύει στο Πέραμα (οδός _________ ), νομίμως εκπροσωπουμένης, που εκπροσωπήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της, _________ _________ , ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Χρήστο Οικονομάκη (Α.Μ. Δ.Σ.Π. 002517), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) _________ _________ του _________ , 2) _________ _________ του _________ , 3) _________ _________ του _________ , όλων κατοίκων Αγίας Παρασκευής (οδός _______), εκ των οποίων οι δύο πρώτοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Ανδρέα Τζαβέλλα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 00009295) και ο τρίτος αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.
Η καλούσα – ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 15-02-2006 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 15-022007, με γενικό αριθμό κατάθεσης 36234/2007 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1698/2007, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 20ης-03-2008, οπότε ματαιώθηκε. Ήδη με την από 21-03-2008 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, στις 21-03-2008, με γενικό αριθμό κατάθεσης 57307/2008 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1530/2008, νόμιμα επανέφερε την ανωτέρω αγωγή προς περαιτέρω συζήτηση για τη δικάσιμο της 22ας-10-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20ης-01~ 2011, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία εγγράφηκε στο πινάκιο, απ’ όπου εκφωνήθηκε στη σειρά της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, μετά την αναπροσαρμογή της, δυνάμει της ΥΑ 125804/2003 του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 1072 Β701- 08-2003), που ίσχυσε από την 1-10-2003, στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονταν όλες οι αποτιμητές σε χρήμα διαφορές, η αξία του αντικειμένου των οποίων ήταν πάνω από δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, δεν υπερέβαινε, όμως, τα ογδόντα χιλιάδες (80.000) ευρώ. Εξάλλου, η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου ανήκει στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, αφορά τη δημόσια τάξη και ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 51/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κρίσιμος χρόνος δε για το χαρακτηρισμό του καθ’ ύλην αρμόδιου δικαστηρίου είναι αποκλειστικά ο χρόνος άσκησης της αγωγής ενώ το δικαστήριο που είναι αναρμόδιο προσδιορίζει το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο και παραπέμπει σε αυτό την υπόθεση (άρθρο 46 ΚΠολΔ). Η απόφαση περί παραπομπής είναι οριστική, αφού απεκδύει το δικαστήριο, που την εξέδωσε, από κάθε εξουσία του σχετική με την υπόθεση (βλ. Κ. Κεραμέα. Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Έκδοση 1986. παρ. 45, σελ. 82-84). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της, η ενάγουσα εκθέτει, ότι στα πλαίσια της δραστηριότητας της, ήτοι της εμπορίας αλιευμάτων, πώλησε, το καλοκαίρι του 1999, στον πρώτο εναγόμενο αλιεύματα, συνολικής αξίας εβδομήντα εννέα χιλιάδων είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (79.028,6€), ο δε τελευταίος προς εξασφάλισή της της παρέδωσε τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή επιταγές. Ότι όλες οι επιταγές αν και εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως υπολοίπου. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, λόγω της ιδιότητάς του, ως εκδότης των επιταγών, γνώριζε τόσο κατά τον χρόνο εκδόσεως όσο και κατά τον χρόνο εμφανίσεως των επιταγών προς πληρωμή, ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Ότι, δυνάμει της υπ’ αριθ. 663/01-12-2006 πράξης της συμβολαιογράφου Λαυρίου, Ευαγγελίας Καραμολέγκου ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων, που είναι αδέλφια του, τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, όπως αυτά περιγράφονται στην αγωγή, κατασκευάζοντας ψεύτικη δικαιοπραξία, με σκοπό τη βλάβη της, εφόσον η μεταβίβαση έγινε, αφού είχε δημιουργηθεί το χρέος του και, μάλιστα, εν γνώσει των λοιπών εναγόμενων, καθώς τούτοι διέμεναν στην ίδια οικία, γνώριζαν την εμπορική δραστηριότητα του πρώτου εξ αυτών και οικογενειακώς τη διαβεβαίωναν, ότι θα την εξοφλήσουν. Ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν δολίως, σε αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και συνευθύνονται για τη ματαίωση της είσπραξης της αξίωσής της, ζημιώνοντάς τη, κατά το ποσό των εβδομήντα εννέα χιλιάδων είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (79.028,6€). Με βάση τα ανωτέρω και κατόπιν νομότυπης εν μέρει τροπής των αιτημάτων της αγωγής, κυρίων και επικουρικών, από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, που έλαβε χώρα με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρα 223 εδ. β’, 294, 295 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ), για το ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (59.028,6€), ζητεί, κατά το κύριο αίτημα της αγωγής, να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00€) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτού να της καταβάλει το ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (59.028,6€), ως αποζημίωση για την παράνομη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα επίδοσης της αγωγής, να διαταχθεί σε βάρος του πρώτου εναγομένου προσωπική κράτηση, διάρκειας τεσσάρων (4) μηνών για έκαστη των επίδικων επιταγών, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησόμενης αποφάσεως άλλως, σε περίπτωση που κριθεί, ότι η σχετική απαίτησή της έχει υποπέσει σε παραγραφή, να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00€) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτού να της καταβάλει το ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (59.028,6€), λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού αυτή ζημιώθηκε κατά το ανωτέρω ποσό, το οποίο ωφελήθηκε ο πρώτος εναγόμενος, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη εμφανίσεως εκάστης των επιταγών άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος να της καταβάλουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00€) και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να καταβάλουν το ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (59.028,6€), ως αποζημίωση για την παράνομη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα υπογραφής της υπ’ αριθ. 663/01-12-1999 συμβολαιογραφικής πράξης άλλως από την επίδοση της αγωγής και να διαταχθεί σε βάρος των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους, ως μέσο εκτελέσεως της εκδοθησόμενης απόφασης άλλως σε περίπτωση που κριθεί ότι η σχετική αξίωσή της έχει παραγραφεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος να της καταβάλουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00€) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτών να της καταβάλουν το ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (59.028,6€), λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία υπογραφής της υπ’ αριθ. 663/01-12-1999 συμβολαιογραφικής πράξης άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση. Επίσης, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι αντίδικοί της στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης. Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η αγωγή αναρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον υπό τα εκτιθέμενα σε αυτήν πρόκειται για διαφορά, που υπάγεται στην συνήθη καθ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου θεμελιωνόταν για αγωγές το αντικείμενο των οποίων ξεπερνούσε το ποσό των ογδόντα χιλιάδων ευρώ (80.000,00€). Συνεπώς, γενομένου δεκτού και του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων, πρέπει, σύμφωνα μετά άρθρα 7, 9 εδ. α’, β’, 10, 12 παρ. 1, 14 παρ. 2, 18 και 46 ΚΠολΔ, να κηρυχθεί το Δικαστήριο τούτο αναρμόδιο προς εκδίκαση της προκειμένης υπόθεσης, η οποία πρέπει να παραπεμφθεί στο κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, που είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της. Τέλος, επειδή η απόφαση του αναρμόδιου Δικαστηρίου, που παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο, είναι οριστική, γιατί αφαιρεί από αυτό κάθε εξουσία για την εκδίκαση της υπόθεσης (άρθρο 513 παρ. 1α ΚΠολΔ, ΕφΑΘ 751/1985 Δ 16.396, ΕφΑΘ 2339/1989 ΕλλΔνη 23.397), τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, για το λόγο ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλην.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την παρούσα υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς των παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 18 Νοεμβρίου 2014.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
