fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Μ.Ν.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός 991/2008
9428/2005

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τακτική Διαδικασία)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Καλλιόπη Αθανασακοπούλου Πρόεδρο Προοτοδικών, Ελένη Νικολακοπούλου Πρωτόδικη, Σοφία Καβαρινού Πάρεδρο Πρωτοδικείου-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Μαρία Πατριανάκου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2007 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ________  ________  του ________  , κατοίκου Πειραιώς, 2) ________  ________  του ________  , κατοίκου Πειραιώς και 3) ________  ________  του ________  , κατοίκου Η.Π.Α., εκ των οποίων ο μεν πρώτος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημήτρη Βλούτογλου, οι δε δεύτερη, και τρίτη εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ________  ________  του ________  , κατοίκου Νίκαιας Πειραιώς, ο οποίος ήταν απών και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ________  συζ. ________  ________  , θυγ. ________   ________  , κατοίκου Πειραιώς η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστου Οικονομάκη και 3) ________  συζ. ________  ________  , κατοίκου ________  Φαρσάλων, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 25-11-2005 αγωγή τους που κατατέθηκε με αριθμό 9428/2-12-2005 η οποία προσδιορίστηκε να δικαστεί για τη δικάσιμο της 1-12-2006 και μετά από αναβολή για την αρχικά αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις γραπτές προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθ. 9853 Γ/28-12-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών,  Λάμπρου Αθ. Σταθονίκου, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, αντίγραφο της αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου, κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση για απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο εναγόμενο. Εντούτοις, ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της. Έτσι ο πρώτος εναγόμενος πρέπει να δικαστεί ερήμην, ωστόσο, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σα να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 270 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η δήλωση, δε, που έγινε στο ακροατήριο από έναν από τους δικηγόρους των παρόντων διαδίκων ότι ο ως άνω διάδικος απεβίωσε, καθώς και η προσκόμιση της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού από τη δεύτερη εναγομένη, που έγινε από πρόσωπο μη δικαιούμενο να επαναλάβει τη δίκη και κατά τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στο άρθρο 287 ΚΠολΔ, δεν έχει κανένα έννομο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 318/2006, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 605/2004. Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 3533/1993, ΑρχΝμλγ1994, σ. 415).

Από τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ συνάγεται ότι η δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που γίνεται ο δηλών, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν έχει έλλογη κρίση που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκόψουν από αυτήν. Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά τη στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε (ΑΠ 12/2005, ΕλΔνη, ΕφΠειρ. 737/2006, ΠειρΝομ 2006, σ. 301, ΕφΔωδ 17/2007, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό, δε, των διατάξεων 180, 154, 155, 131 ΑΚ, προκύπτει ότι η προβλεπόμενη στο τελευταίο άρθρο ακυρότητα είναι απόλυτη, δηλαδή αν κατά τη σύναψη σύμβασης ενοχικού, εμπράγματου ή άλλου χαρακτήρα στον έναν των συμβαλλομένων έλειπε συνείδηση των πραττομένων ή το λογικό, η σύμβαση είναι αυτοδικαίως άκυρη και, άρα, λουζόμενη ως μη γενόμενη, την αντίστοιχη, δε, ακυρότητα δύναται να επικαλεστεί οποιοσδήποτε και να την προτείνει έναντι οποιουδήποτε (ΟλΑΠ 18/2005).

Με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη, κόρη του και αμφιθαλή αδελφή των εναγόντων, την ψιλή κυριότητα του ευρισκομένου στη Νέα Αγχίαλο ακινήτου, που λεπτομερώς περιγράφεται στην αγωγή, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 1391/28.3.2003 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Ν. Αγχιάλου Ελένης Δ. Γιαμούζη, το οποίο μετέπειτα δισρθώθηκε με το υπ’ αριθμ. 13.790/9.8.2004 συμβόλαιο αναγνώρισης, οριστικοποίησης κτήσεως κυριότητας λόγω επίκτησης και διόρθωσης του ως άνω συμβολαίου, επί τη βάσει του υπ’ αριθμ. 13.789/9.8.2004 πωλητηρίου συμβολαίου, με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε αγορά με αυτοσύμβαση, κατ’ αρθρ. 235 ΑΚ, του ως άνω ακινήτου, από την έως τότε κυρία αυτού ________  ________  , δυνάμει σχετικού όρου που υπήρχε στο μεταξύ αυτών καταρτισθέντος, στις 26.9.1995, προσυμφώνου πώλησης του ως άνω ακινήτου. Επίσης, ότι με το υπ’ αριθμ. 23.744/16.6.2005 συμβόλαιο πώλησης του Συμβολαιογράφου Φαρσάλων Βάϊου Αρμανίδη, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργών δια της δεύτερης εναγομένης, ως πληρεξούσιας του δυνάμει του υπ’ αριθμ. 15.125/4.3.2005 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Β. Παπαθανασίου, πώλησε και μεταβίβασε στην τρίτη εναγομένη την κυριότητα ενός αγρού που βρίσκεται στο Δήμο Πολυδάμαντα Φαρσάλων, όπως αυτός λεπτομερώς περιγράφεται στην αγωγή. Ότι στα πλαίσια οικογενειακών προστριβών που γεννήθηκαν μεταξύ αφενός μεν των εναγόντων και της, αποβιωσάσης κατά την κατάρτιση της αγωγής, μητέρας τους και αφετέρου των πρώτου και δευτέρας εναγομένων, αντηλλάγησαν εξώδικα, μεταξύ των οποίων και οι από 9.6.2004 και από ^ 20.9.2004 εξώδικες δηλώσεις. Ότι κατά το χρόνο που συνετάγησαν όλες οι προαναφερθείσες συμβολαιογραφικές πράξεις και τα εξώδικα και εκδηλώθηκε η δικαιοπρακτική του βούληση, ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, λόγω αγχώδους μελαγχολίας και αρτηριοσκληρυντικής άνοιας, από την οποία έπασχε, με συνέπεια όλες οι ως άνω πράξεις να είναι άκυρες. Με βάση αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι έννομο προς τούτο συμφέρον, ζητούν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των υπ’ αριθμ. 1391/2003, 13.789/2004, 13.790/2004 και 23.744/2005 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Ελένης Γιαμούζη (το πρώτο), Αναστασίου Αθανασοπούλου (τα δύο επόμενα) και Βα’ΐου I. Αρμανίδη (το τέταρτο), του υπ’ αριθμ. 15.125/2005 ειδικού πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Παπαθανασίου, καθώς και των από 20.9.2004 και από 9.6.2004 εξώδικων δηλώσεων-γνωστοποιήσεων-διαμαρτυριών και να καταδικασθεί η δεύτερη εναγομένη στη δικαστική τους δαπάνη.

Η αγωγή αυτή, αρμοδίως και παραδεκτά (άρθρα 18 και 22 ΚΠολΔ), φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, δοθέντος ότι τηρήθηκε η προδικασία του άρθρου 214Α ΚΠολΔ (βλ. την από 30-10-2006 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη δήλωση περί ματαίωσης της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς του Δικηγόρου Δημητρίου Α. Βλούτογλου). Είναι επαρκώς ορισμένη, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 180 συνδ. 131 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων για αναγνώριση ακυρότητας των από 20.9.2004 και από 9.6.2004 εξώδικων δηλώσεων-γνωστοποιήσεων- διάμαρτυριών, διότι αυτές δεν περιέχουν δηλώσεις βουλήσεως. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων μερών, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων, απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Με το υπ’ αριθμ. 20.873/26.9.1995 προσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Φερών Σταύρου Π. Παπαγεωργίου, ο πρώτος εναγόμενος προσυμφώνησε την αγορά από την ________  σύζυγο ________  ________  , το γένος ________  και ________  ________  , οικοπέδου έκτασης 475 τ.μ., στο οποίο υπάρχει παλιά ισόγεια οικία έκτασης 54,78 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία «_____», εντός του σχεδίου πόλεως της Νέας Αγχιάλου, του ομώνυμου Δήμου, στη διασταύρωση των οδών ________  και ________  . Μέρος του τιμήματος της πώλησης κατεβλήθη κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, ενώ μέρος αυτού συμφωνήθηκε να καταβληθεί έως την 31.10.1995, ενώ τα συμβαλλόμενα μέρη περιέλαβαν και όρο περί δυνατότητας του αγοραστή να προβεί σε σύναψη του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, κατ’ αρθρ. 235 ΑΚ, σε περίπτωση μεταμέλειας, δυστροπίας, ή θανάτου της πωλήτριας. Με την υπ’ αριθμ. 21.001/28.10.1995 πράξη καταβολής υπολοίπου τιμήματος ενώπιον του ανωτέρω Συμβολαιογράφου, ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε πλήρη εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος του ως άνω ακινήτου. Περαιτέρω, με το υπ’ αριθμ. 1.391/28.3.2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Νέας Αγχιάλου Ελένης Δ. Γιαμούζη, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στην κόρη του δεύτερη εναγομένη την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας, του ως άνω ακινήτου λόγω γονικής παροχής, επικαλούμενος ως τίτλο κτήσεως αυτού τη συνεχή και αδιάλειπτη νομή και κατοχή αυτού, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, από το έτος 1954. Με το υπ’ αριθμ. 13.789/9.8.2004 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Αθανασίου Α. Αθανασόπουλου, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμυρού σε τόμο 111 και αριθμό 417, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας αφενός μεν ως πωλητής, πληρεξούσιος της ______ συζύγου ________  ________  , το γένος ________  και ________  ________  , σύμφωνα με την παρασχεθείσα σε αυτόν πληρεξουσιότητα στο ως άνω, υπ’ αριθμ. 20.873/1995 προσύμφωνο πώλησης, αφετέρου δε ως αγοραστής για τον εαυτό του ατομικά, πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου στον εαυτό του.

Ενώπιον του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου Πειραιά, υπεγράφη το υπ’ αριθμ. 13.790/9.8.2004 συμβόλαιο, με το οποίο ο εναγόμενος αναγνώρισε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του υπ’ αριθμ. 1.391/2003 συμβολαίου γονικής παροχής προς τη δεύτερη εναγόμενη δεν ήταν κύριος του ως άνω ακινήτου, αλλά, γενόμενος κύριος αυτού μεταγενέστερα, με το υπ’ αριθμ. 13.789/2004 πωλητήριο συμβόλαιο, έγινε τότε κυρία αυτού και η δεύτερη εναγομένη, λόγω επίκτησης, κατ’ αρθρ. 239 παρ. 2 ΑΚ και συνακόλουθα διορθώθηκε το υπ’ αριθμ. 1.391/2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Ν. Αγχιάλου Ελένης Γιαμούζη, μόνον ως προς τον επικαλούμενο στο συμβόλαιο αυτό τίτλο κτήσης του παρέχοντος, ενώ κατά τα λοιπά το περιεχόμενο του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής παρέμεινε το ίδιο. Περαιτέρω, με το υπ’ αριθμ. 23.744/16.6.2005 συμβόλαιο πώλησης του Συμβολαιογράφου Φαρσάλων Βάίου Αρμανίδη, ο πρώτος των εναγομένων, ενεργώντας δια της δεύτερης εναγομένης, πληρεξούσιας του δυνάμει του υπ’ αριθμ. 15.125/4.3.2005 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Β. Παπαθανασίου, πώλησε και μεταβίβασε προς την τρίτη εναγόμενη, έναντι τιμήματος 9.100 ευρώ, έκταση 8.760 τ.μ. εξ αδιαιρέτου από έναν αγρό που βρίσκεται στη θέση «________  » της κτηματικής περιφέρειας Παλαιομύλου, του Δημοτικού Διαμερίσματος Ερέτριας, του Δήμου Πολυδάμαντα, του Νομού Λάρισας, συνολικής έκτασης 23.760 τ.μ. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρόνο κατάρτισης όλων των ανωτέρω συμβολαίων (πλην του υπ’ αριθμ. 20.873/26.9.1995) δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, λόγω πνευματικών νόσων από τις οποίες έπασχε και συγκεκριμένα από αγχώδη μελαγχολία και αρτηριοσκληρυντική άνοια, δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι κατά το Μάρτιο του έτους 2003, οπότε ο πρώτος εναγόμενος εκδήλωσε για πρώτη φορά τη βούλησή του να προβεί σε γονική παροχή της ψιλής κυριότητας του ακινήτου του στη Νέα Αγχίαλο στην κόρη του δεύτερη εναγόμενη, με την κατάρτιση του υπ’ αριθμ. 1.391/28.3.2003 συμβολαίου γονικής παροχής ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ν. Αγχιάλου Ελένης Δ. Γιαμούζη, έπασχε από κανενός είδους ψυχική ή διανοητική διαταραχή που να παρακωλύει την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης ή της κρίσης του. Αντιθέτως, από την από 27.3.2003 ιατρική γνωμάτευση του Νευρολόγου-Ψυχιάτρου, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι, προκύπτει σαφώς ότι. οι ψυχονοητικές λειτουργίες του πρώτου εναγομένου (μνήμη, βούληση,* κρίση, συναίσθημα, συνείδηση) βρίσκονταν μέσα στα φυσιολογικά όρια. Το αντίθετο, άλλωστε, δεν μπορεί να συναχθεί από την από 23.6.2005 ιατρική βεβαίωση του Νευρολόγου-Ψυχιάτρου ________  ________  , που βεβαιώνει ότι ο πρώτος εναγόμενος νοσηλεύτηκε στην κλινική του για κάποια χρονικά διαστήματα από το έτος 1995 έως το έτος 2002 πάσχοντας από καχεξία, αδυναμία βάδισης, πολύποδα στομάχου, με πρόβλημα στη συνεργασία, ούτε από την από 25.6.2005 ιατρική γνωμάτευση της Ψυχιάτρου ________  ________  , με την οποία βεβαιώνεται ότι ο πρώτος εναγόμενος νοσηλεύτηκε στην κλινική «________  » κάποια διαστήματα κατά τα έτη 1995 έως 1997 για αγχώδη κατάθλιψη και αυχενικό σύνδρομο, διότι δε συγκεκριμενοποιείται στις γνωματεύσεις αυτές κανενός είδους αδυναμία του πρώτου εναγομένου να ελέγξει τη βούληση ή την κρίση του, παρά τα διαπιστωθέντα ψυχικά συμπτώματα του προβλήματος στη συνεργασία και της αγχώδους κατάθλιψης. Πολύ, δε, περισσότερο, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 131 εδ. α ΑΚ, από την από 25.10.2006 ιατρική γνωμάτευση της Νευρολόγου-Ψυχιάτρου ________  ________  η οποία, χωρίς να έχει εξετάσει η ίδια τον πρώτο εναγόμενο και μόνο με τη μελέτη πιστοποιητικών άλλων ιατρών, άγεται χωρίς βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι «πιστεύει» ότι αυτός πάσχει από άνοια προχωρημένου σταδίου και ότι «προφανώς» τα τελευταία πέντε χρόνια δεν είναι σε θέση να επιμεληθεί των υποθέσεών του και ότι δεν έχει ικανότητα δικαιοπραξίας. Περαιτέρω, τη βούλησή του για μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου στην κόρη του δεύτερη εναγομένη, ο πρώτος εναγόμενος επανέλαβε και στις 9 Αυγούστου 2004, ενώπιον άλλου Συμβολαιογράφου, ήτοι του Συμβολαιογράφου Πειραιά Αναστασίου Α. Αθανασόπουλου, κατά την κατάρτιση της υπ’ αριθμ. 13.790/9.8.2004 διορθωτικής πράξης της ως άνω γονικής παροχής, σε συνέχεια του υπ’ αριθμ. 13.789/9.8.2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου, τα οποία συνετάγησαν με την παρουσία δύο μαρτύρων, ο ένας εκ των οποίων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επιβεβαιώνοντας ότι κατά την κατάρτισή τους ο πρώτος εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο των νοητικών του λειτουργιών και της βούλησής του. Έτσι, κατά το χρόνο κατάρτισης των δύο ως άνω δικαιοπραξιών, ο πρώτος εναγόμενος είχε πλήρως τη λειτουργία της βούλησής του και αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, παρά την ιατρικά διαπιστωθείσα, κατά την 17.6.2004 (με την από 8.7.2004 βεβαίωση του ιατρού της κλινικής «________  ») «αρτηριοσκληρυντική άνοια», η οποία, εμφανιζόμενη σε άτομα προχωρημένης ηλικίας, είναι ασθένεια με προοδευτική, συνήθως βραδεία, εξέλιξη, με διαφορετικά στάδια και μόνο προς το τέλος της εξέλιξής της ο ασθενής εμφανίζει πλήρη έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών και της βούλησής του (λήμμα «Άνοια» στην εγκυκλοπαίδεια «ΠΑΠΥΡΟΣ-LAROUSSE- BRITANNICA, ΕφΘεσ 860/1989, Αρμ 1990, σ. 8). Τέτοια, όμως, έκπτωση των νοητικών λειτουργιών του πρώτου εναγομένου κατά το χρόνο κατάρτισης των ως άνω δικαιοπραξιών δε συνάγεται από την προαναφερθείσα, από 8.7.2004 ιατρική βεβαίωση. Αντιθέτως, τόσο με την από 27.7.2004 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού της κλινικής «________  », βεβαιώνεται ότι ο πρώτος εναγόμενος, νοσηλευόμενος εκεί γ,α διάφορες παθήσεις του αυχένα και των πνευμονών, είχε πλήρη επαφή με το περιβάλλον, πλήρη προσανατολισμό σε χώρο και χρόνο και επίγνωση της πραγματικότητας, όσο και με την απο 16.1.2006 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ________  ________  , Αναπληρωτή Διευθυντή σε Δημόσιο Νοσοκομείο (Γενικό Νοσοκομείο’ Νίκαιας «________  »), βεβαιώνεται ότι δεν είχε αυτός σαφείς διαταραχές μνήμης και προσανατολισμού, δυνάμενος να χειρισθεί των προσωπικών και οικογενειακών υποθέσεων του Τα αυτά επιβεβαιώθηκαν και από τις σαφείς και διαφωτιστικές καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, από τους οποίους η μεν πρώτη, φαρμακοποιός στο επάγγελμα, κατέθεσε ότι από τα έτη 2000 έως 2005, που γνώριζε τον πρώτο εναγόμενο ως πελάτη της στο φαρμακείο, που’ την επισκεπτόταν δύο με τρεις φορές το μήνα, αυτός ήταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, με προβλήματα στην βάδιση, αλλά με πλήρη έλεγχο του λογικού του, χωρίς προβλήματα στην επικοινωνία και χωρίς εξωτερικά συμπτώματα άνοιας, ενώ ο δεύτερος, μάρτυρας και κατά την κατάρτιση των από 9.8.2004 συμβολαίων ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραια Α. Αθανασόπουλου, διαβεβαίωσε ρητά ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά την κατάρτισή τους ήταν λογικότατος, ενώ του αναγνώσθηκε το περιεχόμενο των συμβολαίων κα, συμφώνησε πλήρως με το περιεχόμενό πους. Αξιοσημείωτο, δε, είναι κα, το ότι κατά την κατάρτιση του υπ’ αριθμ. 13.789/9.8.2004 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου παραστάθηκαν και δύο δικηγόροι Πειραιά, ο Χρήστος Οικονομάκης εκ μέρους του πωλητή και η Σοφία Γαλάνη εκ μέρους του αγοραστή, για τους οποίους, εκδόθηκε απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά περί της μη διάπραξης από αυτούς κανενός πειθαρχικού παραπτώματος, κατόπιν σχετικών, από 6.7.2005, αναφορών κατά αυτών ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά. Κάτι διαφορετικό, σχετικά με την πνευματική και ψυχική κατάσταση του πρώτου εναγομένου δεν αποδείχθηκε ούτε γ,α το Λόνο υπογραφής από αυτόν του υπ’ αριθμ. 15.125/4.3.2005 ειδικού πληρεξουσίου ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γεωργίου Β. Παπαθανασίου, με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος, νοσηλευόμενος στη Γενική Κλινική «________  », έδωσε ειδική πληρεξουσιότητα προς τη δεύτερη εναγομένη να πωλήσει τον αγρό στον Παλαιόμύλο Λάρισας στην τρίτη εναγόμενη, πράγμα που έγινε, δυνάμει τού υπ’ αριθμ. 23.744/16.6.2005 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ενώπιον του Συμβολαιογράφου Φαρσάλων Βάϊο I. Αρμανίδη, όταν ο πρώτος εναγόμενος βρισκόταν νοσηλευόμενος στην ως άνω Κλινική πάσχοντας από ιλίγγους λόγω αυχενικού συνδρόμου και χολολιθίασης, με ιστορικό χολοκυστίτιδος στο παρελθόν, σύμφωνα με την από 7.7.2005 ιατρική βεβαίωση του γιατρού αλλεργιολόγου _____  ______. Τα ανωτέρω δεν μπόρεσε να αναιρέσει ούτε η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, κατοίκου Παλαιομύλων Φαρσάλων, ο οποίος, ενώ επιβεβαίωσε τη γνωριμία του με τον πρώτο εναγόμενο, δεν γνώριζε περιστατικά του καθημερινού βίου αυτού κατά την τελευταία πενταετία, τις συνθήκες της ζωής του, από τι ακριβώς έπασχε, για πόσο καιρό νοσηλευόταν, ούτε προσδιόρισε πότε περίπου τον είδε για τελευταία φορά. Η κατάθεσή του ότι ο πρώτος εναγόμενος στις αρχές του 2003 δεν ήταν «σε πολύ νορμάλ κατάσταση», ότι «μέχρι δίκαννο είχε πάρει για ένα γείτονα», ότι «είχε πολύ πρόβλημα» και ότι «ήταν μουρλός», ενώ παράλληλα βεβαιώνει ότι υπήρχαν στιγμές που μιλούσε κανείς μαζί του λογικά και τα καταλάβαινε αυτός όλα, δεν μπορεί, ούτε έμμεσα, να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι κατά τα χρονικά σημεία των δηλώσεων βουλήσεως του πρώτου εναγομένου που περιλαμβάνονται στις προσβλητέες με την υπό κρίση αγωγή δικαιοπραξίες στερείτο αυτός της χρήσης του λογικού του και συνείδησης των πραττομένων, γιατί δεν εισφέρθεισαν στην ως άνω κατάθεση περαιτέρω πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορεί το Δικαστήριο να συναγάγει ότι κατά τις συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, παρά τα όποια ψυχολογικά προβλήματα στα οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας, και αληθή αυτά υποτιθέμενα, κατέστη αυτός ανίκανος να κάνει χρήση του λογικού του και να εκδηλώσει ελεύθερα τη βούλησή του. Τέλος, τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους εξώδικα που αντηλλάγησαν μεταξύ ορισμένων εξ αυτών, δεν εισέφεραν τίποτα περισσότερο στη διακρίβωση της αλήθειας των υπό κρίση πραγματικών περιστατικών, διότι σχετίζονται μόνο με την ύπαρξη ενδοοικογενειακής έριδας μεταξύ των διαδίκων, άσχετης με την πνευματική και ψυχική κατάσταση του πρώτου εναγομένου καθώς και με τη λειτουργία της βούλησης και της κρίσης αυτού κατά το χρόνο εκδήλωσης των προσβλητέων δηλώσεων βουλήσεώς του. Επομένως η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στους ενάγοντες, λόγω της ήττας τους, σύμφωνα με το διατακτικό (αρθρ. 176 ΚΠολΔ). Τέλος, δεν ορίζεται παράβολο ανακοπής ερημοδικίας, διότι ο ερήμην δικαζόμενος και νικών πρώτος εναγόμενος δεν έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 68 ΚΠολΔ) στην άσκηση τέτοιας ανακοπής.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του πρώτου εναγομένου και κατ’ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπό κρίση αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων εναγομένων, το οποία ορίζει στο ποσό των 600 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στον /Πειραιά στις 9-2-2008 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους στις 25-2-2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ